Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΤΗΣ

Χρ. Παπάζογλου

Γ. Σεφέρης: Μπροστά στα ιδεολογικά αδιέξοδα του Μεσοπολέμου

«Γεγονός μοναδικό στην ιστορία του ελληνισμού» χαρακτηρίζει ο Σεφέρης σ’ ένα κείμενό του, γραμμένο γαλλικά το 1941, την καταστροφή του 1922 (Δοκιμές Γ’, 63).

Πράγματι η Μικρασιατική Καταστροφή, πέρα από την οικονομική, πολιτική και κοινωνική αναστάτωση που προκάλεσε η αναγκαστική μαζική άφιξη ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων σε μια νεοσύστατη Ελλάδα τεσσεράμισι εκατομμυρίων κατοίκων, είχε ως επιπλέον αποτέλεσμα, επαχθέστερο ίσως, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό στον χώρο της παιδείας και της ιδεολογίας.

Ξαφνικά, για πρώτη φορά το 1922, οι μεγάλοι ιδρυτικοί μύθοι του ελληνικού κράτους, όσοι αποτελούσαν τις απόλυτες σταθερές και της επίσημης ιδεολογίας και της λαϊκής φαντασίας, αναιρούνται, χρεοκοπούν από τη μια μέρα στην άλλη. Γιατί είτε πρόκειται για τον πόλεμο της Τροίας και την ωραία Ελένη, είτε για το χρυσόμαλλο δέρας και τους Αργοναύτες, για τα κατορθώματα του Μεγαλέξαντρου ή γι’ αυτά του Διγενή Ακρίτα, στην ουσία πρόκειται πάντοτε, στη διάρκεια των αιώνων, για το ίδιο πράγμα: Ένας ήρωας (ή μια στρατιά), φορέας των ελληνικών αξιών, φεύγει προς Ανατολάς, στη Μικρά Ασία, όπου, μετά από μακροχρόνιο αγώνα, επιβάλλει την ελληνική αντίληψη του κόσμου και επιστρέφει νικητής ή εγκαθίσταται τροπαιούχος.

Η προαιώνια, η μυθική αυτή τάξη των πραγμάτων αντιστράφηκε το 1922. Όχι τόσο γιατί μια ελληνική στρατιά επέστρεφε από τη Μικρά Ασία νικημένη και ταπεινωμένη, αλλά γιατί πίσω της ξερίζωνε τους εκεί εγκατεστημένους από την αρχαιότητα συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, πράγμα που δεν είχε συμβεί ούτε με την τουρκική παρουσία εκεί από τον 11ο κιόλας αιώνα, ούτε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ούτε και με αυτή την οθωμανική αυτοκρατορία των πέντε αιώνων.

Το αίσθημα του πρόσφυγα

Με τον ξεριζωμό του 1922, με τη φυγή χωρίς δυνατότητα επιστροφής, το καυτό θέμα του νόστου, συμφυές με τον ελληνισμό, η αρχή και ο λόγος των ιδρυτικών μύθων του, αποβαίνει εκ των πραγμάτων βασανιστικά προβληματικό. Όλοι οι έλληνες συγγραφείς, καθώς και η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της βρέθηκαν μπροστά σε αυτό το ιδεολογικό αδιέξοδο. Αυτός που, όπως λίγο-πολύ έχει γίνει γενικά παραδεκτό, καλύτερα ίσως απ’ όλους ενσάρκωσε, και σφράγισε τρόπον τινά με τον θάνατό του το 1928, αυτό το αδιέξοδο ήταν ο Καρυωτάκης.

Κατόπιν μια σειρά από κείμενα, γραμμένα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ή λίγο μετά τον πόλεμο, με θέμα τους τον οδυσσειακό μύθο (Επισκοπόπουλος, Καζαντζάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος), όταν δεν διασύρουν τη μορφή του ήρωα, αλλοιώνουν, υπονομεύουν ή γελοιοποιούν την επιστροφή του στην Ιθάκη. Μ’ έναν λόγο, η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαζε τη στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους θεμελιακούς μύθους του ελληνισμού, απέναντι στην αρχαιότητα γενικά και απέναντι στον Όμηρο ειδικότερα.

Η μελέτη του σεφερικού (προπολεμικού) έργου από αυτή τη σκοπιά, με κριτήριο δηλαδή τις ιδεολογικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, υπαγορεύεται από τον ίδιο τον ποιητή, όπως μπορούμε να συναγάγουμε από όσα γράφει σε ένα γράμμα του στον Τ. Μαλάνο, τον Μάιο του 1944: «… το γεγονός που μ’ επηρέασε το περισσότερο απ’ όλα τα άλλα είναι η Μικρασιατική Καταστροφή. (…) Ίσως σε φωτίσω αν προσθέσω ότι από δεκατριών χρόνων δεν έπαψα να είμαι πρόσφυγας».

Μελετώντας σήμερα τη σεφερική ποίηση δεν θα προδίδαμε, πιστεύω, τις προθέσεις του ποιητή λέγοντας ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το άσκοπο, ανευόδωτο ταξίδι, η αδιάκοπη όσο και μάταιη περιπλάνηση εις αναζήτησιν μιας χαμένης γης, μιας χαμένης αγάπης, μιας χαμένης για πάντα αυθεντικής ζωής «στην άλλη ακρογιαλιά κοντά σε βούρλα και σε καλάμια», μ’ έναν λόγο, όπως έχει ειπωθεί, «ο αδύνατος νόστος», αποτελούν το κεντρικό πρόβλημα της προπολεμικής θεματολογίας της. Και μόνο ο επαναλαμβανόμενος τίτλος Ημερολόγιο Καταστρώματος μας οδηγεί να θεωρήσουμε ότι τα ποιήματα που περιέχονται στις συλλογές αυτές αποτελούν καταγραφές των όσων συμβαίνουν στο καράβι και σημειώνονται από τον καπετάνιο του και ακόμη, δεδομένης της επαναλήψεώς του, ότι τα ταξίδια του καραβιού αυτού δεν έχουν τελειωμό.

Η αδύνατη επιστροφή

Το Μυθιστόρημα (1934-1935) είναι η κατ’ εξοχήν προπολεμική ποιητική σύνθεση, όπου η μάταιη αυτή αναζήτηση της χαμένης για πάντα «άλλης ακρογιαλιάς» συστηματοποιείται σε μια ιστορία που μπορούμε και την παρακολουθούμε, επειδή στα κύρια επεισόδιά της αναγνωρίζουμε, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, τις περιπέτειες του Οδυσσέα και των συντρόφων του (ή, με μια επικάλυψη των μύθων, τους Αργοναύτες, τον Περσέα, τον Αγαμέμνονα). Με την εξής βασική διαφορά: οι συμπεριφορές πάνω στο καράβι δεν πολυθυμίζουν ήρωες και το ταξίδι αυτό, ένα ταξίδι επιστροφής, όπως κάθε τόσο μας υπενθυμίζεται, βαλτώνει σιγά σιγά σε μια ατέρμονα περιπλάνηση, σε σημείο που να ξεχνιέται ως και αυτός ο σκοπός του: η επιστροφή.

Ο Οδυσσέας του Σεφέρη γνωρίζει τις ίδιες περιπέτειες και αντιστέκεται στους ίδιους πειρασμούς με τον ομηρικό Οδυσσέα· διακατέχεται από την ίδια έμμονη ιδέα της επιστροφής, αλλά δεν γυρίζει ποτέ ή, μάλλον, δεν μπορεί, δεν φαίνεται καν να πιστεύει πως μπορεί να γυρίσει ποτέ στο σπίτι του. Ο Οδυσσέας του Σεφέρη, χωρίς να είναι άχρωμος, άβουλος ή αμοραλιστής, υποτάσσεται στην πραγματικότητά του· και η πραγματικότητά του είναι η πραγματικότητα του ναυαγού και του περιπλανώμενου χωρίς ελπίδα επιστροφής. Παρά τον έντονο πάντα πόθο του γυρισμού, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την προσπάθειά του, ο σεφερικός Οδυσσέας μοιάζει να το παίρνει απόφαση πως η επιστροφή του, εκ των πραγμάτων, αποβαίνει αδύνατη.

Στο Μυθιστόρημα το ταξίδι του Οδυσσέα τελειώνει στον Άδη. Ο Οδυσσέας κατεβαίνει εκεί, όπως και στην Οδύσσεια, να συμβουλευθεί τους νεκρούς και… μένει μαζί τους, σύμβουλος και αυτός, δυνάμει, μαζί με τις άλλες «αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια», εκείνων «που κάποτε θα ζήσουν», όσων ενδεχομένως μελλοντικώς τύχει να τους θυμηθούν και κατεβούν να ζητήσουν τη συμβουλή τους. Σε αυτούς, ελλείψει τρόπου και δρόμου επιστροφής, οι νεκροί θα έχουν να πουν:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.

Ανάλογα είναι, και την ίδια οπτική εξυπηρετούν την ίδια εποχή, και τα ποιητικά μέσα του Σεφέρη. Η χαμένη πια, μετά την καταστροφή, ισορροπία και αρμονία του κόσμου (των παιδικών του χρόνων στη Σκάλα και στη Σμύρνη), η άρτια στη γλώσσα και στο μέτρο ακέραιη μορφή της παραδοσιακής ποίησης που της αντιστοιχούσε είναι πια αδύνατη, ασυμβίβαστη με τη σύγχρονη πραγματικότητα· τώρα τη μορφή αυτή μπορούμε μόνο ή να τη νοσταλγούμε («Ερωτικός Λόγος») ή να την κοροϊδεύουμε (το «Δημοτικό τραγούδι» της Μαλάμως και γενικότερα τα «Κοχύλια, Σύννεφα» της Στροφής).

Αντίθετα το Μυθιστόρημα, όπως το μαρτυρεί και ο τίτλος του, παρουσιάζεται όχι ως έπος αλλά ως μυθιστόρημα, δηλαδή ως έπος μοντέρνο. Σε αντίθεση με τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας, με τους περισσότερους από 12.000 δακτυλικούς εξαμέτρους, με την απόλυτη σαφήνεια και διαύγεια στην αφήγηση ­ μια ενάργεια παραδειγματική όσο και αναγκαία για την ηρωική, θετική, τελολογική αντίληψη του κόσμου ­, στο Μυθιστόρημα ο οδυσσειακός μύθος θρυμματίζεται σε 24 μικρά ποιήματα με 360 στίχους όλους κι όλους· και, κυρίως, στίχους αποσπασματικούς, σκοτεινούς, γριφώδεις· στίχους ελεύθερους, σε γλώσσα μυστική και συμβολική. Μια γραφή ελλειπτική, μια μορφή σπασμένη, ανάλογη με τη συγκαιρινή της σχετικοποιημένη αντίληψη του κόσμου. Μ’ έναν λόγο, μια μορφή μοντέρνα.

Η πρόταση Σεφέρη

Στη γραμμή του Καρυωτάκη, αλλά με την απόσταση του διανοουμένου (και του διπλωμάτη), ο Σεφέρης δεν κατόρθωσε βέβαια να βγάλει τότε την ελληνική κοινωνία από το αδιέξοδο «της καθ’ ημάς Ανατολής». Πέτυχε όμως αναμφισβήτητα να επανεντάξει λειτουργικά τους μεγάλους μύθους του ελληνισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία, ανανεώνοντας την παράδοση χωρίς να αποποιηθεί την αρχαία κληρονομιά. Και ταυτοχρόνως πέτυχε ο μοντερνισμός να μπολιαστεί στην Ελλάδα όχι ως μια (ακόμη) έξωθεν μεταφυτευμένη θεωρία και τεχνική αλλά, όπως και στην Ευρώπη, ως η λειτουργική απόρροια μιας «πληγής», ως η έκφραση μιας ζωτικής έλλειψης, ως η διαρκής αναζήτηση ενός αδύνατου πια νόστου. Στην Ελλάδα, για τον Σεφέρη, ο μοντερνισμός είναι μια ακόμη προσπάθεια να επουλωθεί η «πληγή» του 1922, να μετατραπεί μια ηθική ήττα σε μια αισθητική νίκη.

Από όλες τις στροφές που έγιναν μετά το 1922 ­ όλες αναγκαστικά και σχεδόν μοιραία προς τη Δύση (κομμουνιστικό κίνημα, υπερρεαλισμός: Βάρναλης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Ελύτης κ.ά.) ­ η Στροφή (1931) του Σεφέρη αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη μας, η πιο διορατική ως προς την εξέλιξη και της λογοτεχνίας μας και της ιστορίας μας, όπως τις ξέρουμε σήμερα. Ίσως γιατί ήταν η καλύτερα θεμελιωμένη στην παράδοση του ελληνισμού, ίσως γιατί ο ποιητής της είχε γεννηθεί στη Σμύρνη. Κυρίως όμως γιατί ο Σεφέρης πιστεύει ότι στη μεγάλη ποίηση δεν υπάρχει θάνατος χωρίς ανάσταση. Παρ’ όλα τα αδιέξοδα (ιστορικά, κοινωνικά και ποιητικά), ο Σεφέρης, σε αντίθεση με τον Καρυωτάκη, δεν έβγαλε ποτέ από τη ζωή του ούτε από την ποίησή του «το θάμα που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά».

Να τι ακούει να του υπαγορεύει, πολύ νωρίς, σε χρόνο ανύποπτο, και πολύ συνειδητά το άλλο εγώ του: «Ο κύριος Στράτης Θαλασσινός λέει πως, επειδή έχει καταργήσει την απαισιοδοξία, έχει λάβει την απόφαση να δουλεύει για το θαύμα από τώρα. Υποστηρίζει πως τα θαύματα γίνονται (είναι μέσα στη ζωή μας) άμα τα προετοιμάσεις με πολλή υπομονή και αγάπη. (…) Επιμένει πως αυτή είναι η ποιητική του» (Μέρες Β’, 28.1.1932).

Δεν θα τον διαψεύσουν ούτε η ιστορία ούτε η ποίηση. Το «θαύμα» του 1940 θα απαλύνει την ταπείνωση του 1922 και θα γονιμοποιήσει την ποίησή του, ως όραμα πρώτα, με τρόπο αποκαλυπτικό στο τέλος της Κίχλης (1946-1947) και μετά (1953-1955) με τρόπο ιστορικό, ως οργανικό, λειτουργικό στοιχείο της, στα «κυπριακά» του ποιήματα.

«Το Βήμα της Κυριακής», 27/2/2000

«Η γυναίκα της Ζάκυθος»

ΚΕΦ. 1
1. Εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι, λέγω:
2. Ότι εγύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές,
3. και ήταν η ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου η γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.
4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού, έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό·
5. και το είδα σκεδόν γιομάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός·
6. γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα Του, και μεγάλη η αφχαριστία του ανθρώπου.
7. Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.
8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου·
10. και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.
11. Εμνέσκανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.
12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα, και έκαμα το σταυρό μου.
14. Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τζέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον!, πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.
15. Και [ο] νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
16. Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα·
17. και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτή την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθύμια του παραμικρού καλού,
18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θε’ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.
19. Και είδα πως ελάμπανε αποπάνου μου όλα τ’ άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα οπού με ευφραίνει πολύ.
20. Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου γιατί είδα πως εχασομέρησα. Και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.
21. Και ιδού καμία δωδεκαρία ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουνε το δρόμο.
22. Και μη θέλοντας εγώ να τα κλωτζοβολήσω, για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πού ‘χανε, εστοχαστήκανε πως τα σκιάζουμαι,
23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα
24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.
25. Αλλά ένας οπού εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα, επήρε και αυτός μία πέτρα
26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονύσιου του Ιερομόναχου, δεν το πίτυχε· γιατί από τη βία τη μεγάλη με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε, και έπεσε.
27. Έτζι εγώ έφθασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τες μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά, και από τον αστρόβολον ουρανό, ο οποίος εφαινότουνα αποπάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.

ΚΕΦ. 2
1. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.
2. Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο, αν εκοίταζες από την άκρη του πηγουνιού ώς την άκρη του κεφαλιού,
5. εις την οποία ήτανε μία πλεξίδα στρογγυλοδεμένη, και αποπάνου ένα χτένι θεόρατο.
6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ’ έβρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
7. Και το μάγουλό της εξερνούσε πάντα σάγριο, πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν’ αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα απάνου πού ‘τανε λευκότατα και μακρία.
9. Και μ’ όλον πού ‘τανε νια, οι μηλίγγοι και το μέτωπο, και τα φρύδια, και η κατεβασία της μύτης γεροντίστικα.
10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί μελετώντας την πονηρία.
11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο.
12. Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ’ έκανε να στοχαστείς, ότι η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την τρικυμίσει.
14. Και τούτη ήταν η κατοικιά της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.
15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.
16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι του κλέφτη.
18. Και όταν εμίλειε δυνατά εφαινότουνα η φωνή της, εκείνη οπού κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.
19. Και μ’ όλον τούτο, όταν ήτουν μοναχή επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέλουνε και έκλαιε.
20. Και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ’ όσες είναι στα Εφτάνησα.
21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγενα και αδέλφια, επιδέξια σαν το Χάρο.
22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της, εξύπναε τρομασμένη.
23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, της ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,
24. σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς, τα βλέπεις ξεντερολοϊσμένα και λερωμένα, να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού, και βουρλίζουν τον κόσμο.

Εδώ σταματάει, κάπως απότομα, το δεύτερο κεφάλαιο, αφήνοντας έξι σελίδες άγραφες.
Το επόμενο κεφάλαιο, ο Σολωμός το είχε αριθμήσει ― συμβατικά, λέει ο Πολίτης ― πρώτα 18ο και αργότερα 20ό. Ένα είναι βέβαιο: αρχικά, το κεφάλαιο που θα διαβάσουμε τώρα, περιλάμβανε 50 παραγράφους, τις οποίες κατόπι ο Σολωμός υποδιαίρεσε σε 11 + 38 παραγράφους, δημιουργώντας έτσι δύο ανισομεγέθη κεφάλαια.

ΚΕΦ. [3]
1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι, και σκεδόν ολημέρα και συχνά και τη νύχτα έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ·
2. και πολλές γυναίκες Μισολογγίτισες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ’ αδέλφια τους, που επολεμούσανε.
3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά ‘βγουνε και επροσμένανε να βραδιάσει για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
4. Και είχανε δούλους και γίδια, και πρόβατα και βόιδια πολλά.
5. Ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά ‘βγουνε.
6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.
7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ’ ακρογιάλι, και συχνά ασηκώνανε το κεφάλι ν’ ακούσουνε, γιατί εφοβόντανε μη πέσει το Μισολόγγι.
8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγεια και τα χαμώγεια, τες εκκλησίες, τα ξωκλήσια, γυρεύοντας.
9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους,
10. και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
11. Και οι πλέον πάνφτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.

ΚΕΦ. [4]
1. Ωστόσο η Γυναίκα της Ζάκυθος είχε στα γόνατα τη θεγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει, γιατί ήθελε νά μπει εκεί πού ‘τανε το κρεβάτι, και η Γυναίκα δεν ήθελε.
2. Έβαλε, το λοιπόν, το ζουρλάδι τα μαλλιά της αποπίσω από τ’ αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τά ‘χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
3. «Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
4. Και αφού την εχάιδεψε, και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της: «Να και ένα καθρεφτάκι, και κοιτάξου που εισ’ όμορφη και μου μοιάζεις».
5. Και η κόρη, που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά, ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
6. Και η Γυναίκα εκίνησε για να πάει εκεί που είναι το κρεβάτι, αλλά άκουσε μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά την θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
8. Και ιδού παρεσιάζονται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού· εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
9. «Και έτζι δα, πώς την κάνουμε; Θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτζα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε πρoσταγές».
10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ’ έχεις δίκιο, είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε».
11. Και ετότες η Γυναίκα της Ζάκυθος αποκρίθηκε: «Κυρά πολύξερη, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
12. »Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντία σου, δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
13. »Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο;
14. »Δε σας άφηνε φαϊτά, δούλους, περιβόλια; και, δόξα σοι ο Θεός, είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
15. »Σας είπα εγώ ίσως, να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
16. »Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαρίες, και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε την Τουρκιά ξάφνου.
17. »Και ποιος εμπόρειε ποτέ του να υποφτεφτεί τέτοια προδοσία; Το θέλει ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
18. »Τόσο κάνει κ’ εγώ να τρέξω μες στο ξημέρωμα με το μαχαίρι στο λαιμό του αντρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).
19. »Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κατά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.
20. »Καλή, μα το ναι! Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες.
21. »Και όσοι μένουνε από τον ξελοθρεμό, έρχονται στη Ζάκυθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
22. Λέοντας, εσώπησε ολίγο, κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
23. «Και έτζι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα, τι ακαρτερείτε; Εβρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
24. »Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά πάρα να ψωμoζητάτε· και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νά ‘ναι μία θαράπαψη, για όποιον δεν ντρέπεται.
25. »Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; Έχω δουλειά».
26. Και φωνάζοντας τέτοια, δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
27. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα· και εγρύλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληθώρικο, και το αλληθώρικό ‘σιαξε.
28. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή, έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμoυ.
29. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντάς την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστοχήσαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χώρις να κάμουνε ταραχή.
30. Ετότες, η Γυναίκα της Ζάκυθος, βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της, και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:
31. «Θε’ μου, πώς μου χτυπάει η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!
32. »Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες·
33. »αλλά εσύ, κόρη μου, δεν θε νά ‘σαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τες άλλες γυναίκες του τόπου μoυ.
34. »Κάλλιο θάνατος! Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχτηκες; έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτή την καθίκλα, κράζω ευτύς οπίσω εκείνες τες στρίγγλες και σε τρώνε».
35. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερίο, χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της Γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.
36. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε εκεί όπου ήτανε το κρεβάτι.
37. Και σε λίγο άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πολύ· και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί,
38. καθώς κάνουν οι βαστάζοι, όταν οι κακορίζικοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.
39. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου, εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, και ότι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της Γυναικός, οπού ανέβαινε.

Εδώ ο Σολωμός είχε αφήσει άγραφες δύο σελίδες.
Το επόμενο κεφάλαιο φαίνεται να τον βασάνισε περισσότερο από κάθε άλλο στην πρώτη μορφή. Ουσιαστικά, καθαρογραμμένες είναι μονάχα οι 4 πρώτες παράγραφοι -το υπόλοιπο κείμενο φαίνεται να ανήκει σε λίγο υστερότερη επεξεργασία, η οποία ωστόσο κατέληξε εν μέρει σε μια χωριστή καθαρογραμμένη σελίδα. Η δυσκολία προφανώς οφειλόταν κυρίως στον συμβατικά υπερφυσικό χαρακτήρα αυτού του κεφαλαίου, και πιθανώς στην επιθυμία του Σολωμού να σώσει κάτι από το πρώτο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκισμένων».

KEΦ. [5]
1. Και ακλούθησα τες γυναίκες του Μισολογγιού, οι οποίες εστρωθήκανε στ’ ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα αποπίσω από μία φράχτη και εκοίταζα.
2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι και αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.
3. Και μία απ’ αυτές, απλώνοντας το χέρι, και ψηλαφίζοντας το γιαλό: «Αδελφάδες», εφώναξε,
4. »ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα το Μισολόγγι: ίσως νικάει, ίσως πέφτει».
………………………………………………………………………………………………………………………….
Και εκίνησα για να φύγω και είδα αποπίσω από την εκκλησία (ιδές πώς τη λένε) μία γριούλα όπου είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια, και έκαιε λιβάνι, και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε ― και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι, και κλαίοντας και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε. Και εγώ
………………………………………………………………………………………………………………………….
Ετότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω. Και ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μισολόγγι. Αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό. Πολιορκισμένους και πολιορκούμενους [sic] και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα, τα εκατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα γιομάτη λάμψη, βροντή, και αστροπελέκι. Και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση. Και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε και εσβενότουνα. Και με φωνή που εφαινότουνα πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε:

Το χάραμα επήρα
του ήλιου το δρόμο
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο.
Κι απ’ όπου χαράζει
ώς όπου βυθά κ.τ.λ.
………………………………………………………………………………………………………………………….
Και ότι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάνανε. Και οι δικοί μας και όλα μού εγίναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχτήκανε, και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα ― Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα, και τα κεράκια ήταν λιωμένα και εμείνανε τα στερνά λιώματα στα χορτάρια, και το λιβάνι τελειωμένο. Και η γριούλα οπού μου έλεγε: «Δόξα σοι ο Θεός, ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σού ‘ρθε. Σέ ‘κραζα, σε κούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτηζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει ― τώρα ότι έπαψε, που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;». Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα, έπειτα που [μου] φίλησε το χέρι, κάνοντας μία μετάνοια, είπε: «Και τι παγωμένο πού ‘ναι το χέρι σου».

ΚΕΦ. [6]
1. Και εκοίταξα τριγύρου, και δεν έβλεπα τίποτες, και είπα:
2. Ο Κύριος δεν θέλει να ιδώ άλλο, και γυρίζοντας το πρόσωπο όπου ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άι Λύπιο.
3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γη αποκάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα, πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη,
4. τόσο που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού δεν έχει το φως του.
5. Και εβρέθηκα οπίσω από ένα καθρέφτη, ανάμεσα σ’ αυτόνε και στον τοίχο· και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο της κάμερας.
6. Και μία φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε στο δεξί μου αυτί, λέγοντας:
7. «Ω Διονύσιε lερομόναχε, τα μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν· ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησην του Θεού».
8. Και μία άλλη φωνή, ομοίως λεπτή, μου εμουρμούρισε στο ζερβί μου αυτί τα ίδια λόγια, τραυλίζοντας.
9. Και αυτήν [η] δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που εγνώρισα, όμως εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει.
10. Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές, και δεν είδα παρά τους δυο χοντρούς και μακριούς πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος από τη μέση.
11. Και μη ξανοίγοντας τίποτες, αναστέναξα βαθιά, και καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού βρίσκεται γελασμένος, αγρίκησα μυρωδιά από λείψανο,
12. και εβγήκα απόκει, και εκοίταξα, τριγύρου και είδα:
13. Είδα αντίκρυ από τον καθρέφτη, στην άκρη της κάμερας, ένα κρεβάτι· και εφαινότουνα πως δεν ήτουνα μέσα τίποτες, και απάνου πολύ μύγα κουλουμωτή.
14. Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μία κεφαλή ακίνητη e mince σαν εκείνες που κάνουνε στα χέρια τους και στα στήθια τους οι πελαγίσοι με το βελόνι.
15. Και είπα μέσα μου: ο Κύριος μού έστειλε ετούτη τη θέα, για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του.
16. Για τούτο εγώ, παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο, εσίμωσα το κρεβάτι.
17. Και ανανοήθηκα πως κάτι αναδεύτηκε μες στα σεντόνια που ήτανε λερωμένα, ξεντερολοϊσμένα και αιματωμένα.
18. Και κοιτάζοντας καλύτερα στην εικόνα του προσκέφαλου, εταραχτήκανε τα σωθικά μου, γιατί από ένα κίνημα που έκαμε με το στόμα εγνώρισα τη Γυναίκα της Ζάκυθος που εκοιμότουνα σκεπασμένη από το σεντόνι ώς το λαιμό, όλη φθαρμένη από το τηχτικό.

ΚΕΦ. [7]
1. Αλλά εκαλοκοίταξα εκείνον τον ύπνο, και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει λίγο, για να δώσει τόπο του αλλουνού, πού ‘ναι χώρις ονείρατα.
2. Και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φίλος, ούτε δικός, ούτε γιατρός, ούτε πνεματικός, εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, έσκυψα, και με τα καλά τής έλεγα να ξαγορευτεί.
3. Και αυτή εμισάνοιξε το στόμα της και έδειξε τα δόντια της, ακλουθώντας να κοιμάται.
4. Και ιδού η πρώτη φωνή, η αγνώριστη, που μού ‘πε στο δεξί αυτί: «Η δύστυχη θρέφει πάντα στο νου της φούρκες, φυλακές, και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς οπού σφάζονται.
5. »Τούτη τη στιγμή ένα βλέπει στον ύπνο της, το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε: ήγουν την αδελφή της που διακονεύει και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε».
6. Και η δεύτερη φωνή, που εγνώριζα, εξαναείπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας, και κάνοντας ένα σωρό όρκους καθώς εσυνηθούσε:
7. «Αλήθεια μα-μα-μαααα την Παναγία, α-α-α-αλήθεια μ-μ-μ-μα τον Άι Νικόλα, αλ-λ-λ-λήθεια, μααααα τον Άι Σπυρίδωνα, αλήθεια μα τ’ αγνάχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια του Θεού».
8. Ξάφνου η Γυναίκα έβγαλε το χέρι από το σεντόνι και εχτύπησε, και οι μύγες ασηκωθήκανε.
9. Και ανάμεσα στη βουή οπού εκάνανε, άκουσα τη φωνή της Γυναικός, οπού εφώναζε: «Όξω, πόρνη, από ‘δω· δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο!»
10. Και ετίναξε το χέρι όξω από το κρεβάτι σα για να διώξει μακρία την αδελφή της που της φαινότουνα πως ήλθε να διακονέψει.
11. Και εξεσκεπάστηκε σκεδόν όλη, και εφάνηκε ένα ψοφογάτζουλο που ήτανε σκεπασμένο από την κροπιά, και έρχεται ένας ανεμοστρούφουλας, και το ξεσκεπάζει.
12. Αλλά σπρώχνοντας το χέρι της όξω από το κρεβάτι για να διώξει την αδελφή της, εχτύπησε σε μια κάσα πεθαμένου, που εβρέθηκε εκεί ξάφνου, και εκόπηκε το όνειρο της αμαρτωλής.
13. Και άνοιξε τα μάτια της· και βλέποντας την κάσα ανατρίχιασε, γιατί εσκιάχτηκε μη τη βάλανε εκεί στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.
14. Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε, αλλά ιδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναίκεια φθαρμένη και αυτή από το τηχτικό, που αγκαλά και πλέον ηλικιωμένη, πολύ της έμοιαζε.
15. Τραβιέται, πηδάει στη ζερβιά του κρεβατιού, αλλά εχτύπησε τη μούρη της σε μίαν άλλη κάσα και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρου, και ήτανε ο γέρος που εγνώριζα.
16. Και έτζι εγνώρισα ότι έμελλε της Γυναικός βρεθεί, πριν ξεψυχήσει, ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της.
17. Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπό μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη Γυναίκα μοναχή.
18. Γιατί τα σώματα των άλλων δυο ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχτούν όταν βαρέσει η Σάλπιγγα.
19. Μαζί μ’ εμέ το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ.
20. Και άρχισα να συλλογιστώ απάνου στη δικαιοσύνη του Θεού, που θε νά ‘ναι αυτή την ημέρα φανούσιμη· και το μάτι (προσηλωμένο στον καθρέφτη) εσυγχίστηκε από το λογισμό.
21. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εσυγχίστηκε από το μάτι.
22. Επειδή, στριφογυρίζοντας εγώ έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο που πολεμάει να καταλάβει,
23. είδα από την κλειδωνότρουπα, που κάτι εμπόδιζε το φως· και εβάστουνε πολληώρα και έπειτα εξαναφαινότουνα,
24. και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουρητό στην άλλη κάμερα· και δεν εκαταλάβαινα τίποτες· και εξανακοίταξα στο μέρος della νisiοne.
25. Και ήτανε μεγάλη σιωπή, και δεν άκουες να βουίζει μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος· γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη,
26. ο οποίος εις πολλά μέρη επαράσταινε το χρώμα del νelο που το βάνουνε όταν λείπει για πάντα κανένας από τη φαμελιά.

Εδώ ακολουθεί άλλο ένα προβληματικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Σολωμός είχε καθαρογράψει μονάχα τις δύο πρώτες παραγράφους και είχε αφήσει κενή την υπόλοιπη σελίδα ― ωστόσο, στην επόμενη σελίδα συνεχίζει, μάλλον χωρίς ουσιώδες χάσμα με τα προηγούμενα, αλλά χωρίς να αριθμεί τις παραγράφους. Οπωσδήποτε, τούτο είναι το πιο σύντομο από όλα τα κεφαλαία της πρώτης μoρφής.

ΚEΦ. [8]
1. Αλλά η μάνα της, χωρίς να κοιτάξει κατά την θύρα, χωρίς να κοιτάξει τη θεγατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε:
2. «Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει από την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει γιατί σκιάζεται το κακό σου· και έτζι έκαμε[ς] και εσύ μ’ εμέ.
………………………………………………………………………………………………………………………….
[3] «Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα,
[4] »σ’ την ξανάδωσα μία ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα σ’ την ξαναδίνω, κακό και ανάποδο θηλυκό,
[5] »και η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας».
[6] Έτζι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρεις φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της.
[7] Ετότε ο γέρος ανακατώθηκε μες στην κάσα του, ασήκωσε το δάχτυλο κατά τη θεγατέρα του και ετραύλισε την κατάρα του.

«Kεφάλαιον ύστερον» ονόμασε εξαρχής ο Σολωμός το τελευταίο κεφάλαιο που θα διαβάσουμε εδώ. Αργότερα πρόσθεσε άλλο ένα «Kεφάλαιον ύστερον» και ακόμη αργότερα σχεδίασε ένα περαιτέρω «capitοΙο uItimο». Όμως για μας, τώρα, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» τελειώνει ως εξής:

Kεφάλαιον ύστερον
1. Και ο πατέρας και η μάνα αναληφτήκανε. Και η Γυναίκα, μονάχα ετότες άκουσε δύναμη να μπορέσει να πεταχτεί,
2. και εχύθηκε πηδώντας ψηλά, σαν τ’ άστρο το καλοκαίρι, που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο.
3. Και εβρέθηκε στον καθρέφτη, στον οποίον εχτύπησε, και οι μύγες εφύγανε, και εβουίζανε στο πρόσωπό της.
4. Και αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της, που την αδράχνανε από το μούτρο, έτρεχε εδώ και εκεί
5. ανοιγοκλειώντας τη φούχτα κάτι νά ‘βρει για διαφέντεψη, και ήβρηκε το ζωνάρι, και με κείνο άρχισε να χτυπάει,
6. και όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.
7. Και τρέχοντας με το κοντό πουκάμισο, που είχε κάμει κοντό από τη φιλαργυρία της, έπαιξε το μάτι της στον καθρέφτη
8. και εσταμάτηξε, και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλό της και αναγέλασε.
9. «Ω κορμί! Ω κορμί! Τι πουκάμισο; Ε! Καταλαβαίνω εγώ· και ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψει την πονηρία του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για να ‘ν’ έτοιμο να κριματίσει.
10. »Αλλά ποιος νά ‘ναι; Μα την αλήθεια, που της μοιάζει ολίγο: αα! εισ’ εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τζίμπλα της γουρούνας, γαϊδούρα, κροπολόγα, σκατή!
11. »Να τέλος πάντων ό,τι σου επροφήτεψα· και οι χίλιοί σου ηγαπημένοι; Δεν σ’ έμεινε μήτε δισκάρι να διακονεύεις με δαύτο.
12. »Είσαι στα χέρια μου· τι θέλεις να σου κάμω, ψυχικό; Τώρα σ’ το κάνω. Να ιδώ α’ σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι μουρλή».
13. Έτζι λέοντας, έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύει, και το πουκάμισο εβρισκότουνα στο πρόσωπό της.
14. Και στη ζέστα του χορού έκανε με το ζωνάρι μια θηλιά και ο χορός εβάσταξε όσο να κάμει τη θηλιά.
15. Και αφού την ετέλειωσε, είπε: «Ακλούθα με αποπίσω από τον καθρέφτη, να σου κάμω το ψυχικό.
16. »Γιατί έρχεται κάπου-κάπου ο γάιδαρος ο γιατρός, οπού θα σ’ έχει και εκείνος, και του σκαρφίστηκε πως είμαι άρρωστη».
17. Και επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνει μεγάλη ταραχή.
18. Και η ταραχή έπαψε και έκαμε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα, και με φωνή πνιμένη από την ευχαρίστηση είπε: «Να, μάτια μου, το ψυχικό».
19. Τότε έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμει ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών κάνε για το λίγο ακόμη πόχει να ζήσει.
20. Και τελειωμένη η δέηση, εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη. Και δεν ήτον εκεί.
21. Και αιστάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μάγουλά μου,
22. και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:
23. Ο Θεός ξέρει πού έφυγε η δύστυχη ενώ επαρακάλεια για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.
24. Και επέρασα πέρα, με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο, να πάω να την εύρω.
25. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τι που με χτύπησε,
26. και έπεσα ξαφνισμένος τ’ ανάσκελα. Και είδα την Γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε.

«Mεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»

«Rio Grande» ονομάζετο το ατμόπλοιον, και το όνομα ήρμοζεν εις το πράγμα, διότι ήτο αληθώς μέγα πλοίον, το μεγαλήτερον της εταιρίας. Eίχε φθάσει αργότερον του δέοντος εις Πειραιά, και ο ήλιος ανέτειλε πολύ πριν παραλάβη τους εξ Eλλάδος επιβάτας, ενώ, κατά το δρομολόγιόν του, ώφειλε να καταλίπη τον λιμένα δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον.
Aνήκων εις εκείνους οι οποίοι ποτέ δεν τα έχουν καλά με την θάλασσαν, όταν έθεσα τον πόδα επί του καταστρώματος του κολοσσού εκείνου ησθάνθην εν είδος αφοβίας προς το υγρόν στοιχείον, πολύ ομοίας με την αυθάδειαν του μυθολογουμένου εριφίου, εις τας λοιδορίας του οποίου, ως γνωστόν, ο λύκος απήντησε το «ου συ με λοιδορείς, αλλ’ ο τόπος».
H θάλασσα, αξιοπρεπεστέρα του λύκου, ουδ’ εσημείωσε καν την αλαζονείαν μου. Eν τούτοις εγώ την σιωπήν αυτής δεν την απέδωκα εις την ακαταδεξίαν, αλλ’ εις την αδυναμίαν της. Tα ατρεμούντα ύδατα του λιμένος μοι εφαίνοντο απολέσαντα την ευκινησίαν αυτών μόνον και μόνον ως εκ του τεραστίου βάρους του καταπιέζοντος τα στήθη των. Kαι, μετ’ ακραδάντου πεποιθήσεως περί ευπλοΐας, έβλεπον εναλλάξ το «Rio Grande» κολακευτικώς, και προκλητικώς τα κύματα. – A! έλεγον προς αυτά εν τω νω μου. Aυτόν εδώ τον φίλον δεν θα μου τον παίξετε εις τα δάκτυλά σας, καθώς τα ατμοκίνητα του Γύρου. – Kαι με την πεποίθησιν ταύτην ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί κατά μήκος του καταστρώματος.
Eπρόκειτο να πλεύσω μέχρις Nεαπόλεως· και επειδή εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν, ήρχισα να περιεργάζωμαι τους συνεπιβάτας μήπως εύρω τινάς γνωστούς, ή καταλλήλους προς σύναψιν σχέσεων. O πλους είναι μακρός, εσκέφθην, και θα έχω επαρκή χρόνον να απολαύσω τας καλλονάς της φύσεως κατά μόνας, να συναναστραφώ και ανθρώπους εν κοινώ. Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα, βλέπω ένα βραχύσωμον κύριον βηματίζοντα γοργώ τω ποδί, αλλ’ αντιθέτως προς εμέ, με χαμηλόν ταξειδιώτου σκούφον επί κεφαλής, με οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους εις το άκρον του χονδρού αυτού σιγάρου, το οποίον εβύζανε κρατών, ως μοι εφάνη, διά τε των χειλέων και των οδόντων του. – Kάπου είδον αυτόν τον κύριον! – είπον κατ’ εμαυτόν, και ητοιμάσθην να χαιρετήσω. Aλλ’ εκείνος, πολύ ενησχολημένος με το σιγάρον του, δεν με παρετήρησεν.
Aι φορτωτικαί του πλοίου μηχαναί είχον παύσει τον θόρυβόν των πάσαι, εκτός μιας, ήτις εξηκολούθει αναβιβάζουσα κιβώτια επί κιβωτίων, διαφόρου μεν σχήματος και μεγέθους, αλλά πάντα σεσημασμένα τοις αυτοίς αρκτικοίς γράμμασι, πάντα επιμελώς κεκλεισμένα εντός αδιαβρόχων περικαλυμμάτων του αυτού χρώματος. Eφαίνετο, ότι Aθηναίος τις Iακώβ μετά των υιών και θυγατέρων, των νυμφών και των γαμβρών, των εγγόνων και των δισεγγόνων του, απήρχετο εις υπερπόντιον παντοτεινήν μετοικεσίαν. Kαλότυχοι όσοι επρόφθασαν να καταλάβουν κλίνας! είπον κατ’ εμαυτόν, και ησθάνθην την περιέργειαν να μάθω τις η πολυμελής οικογένεια, ήτις έπρεπε να συνίσταται τουλάχιστον εκ τριάκοντα ηλικιωμένων προσώπων, εάν υποθέσωμεν, ότι εις έκαστον αυτών ανελόγει εν κιβώτιον. Eν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγής συνοδία δεν εφαίνετο επί του καταστρώματος.
Kατήλθον εις τα δωμάτια, όπως βεβαιωθώ συγχρόνως αν κατέχω ακόμη την κλίνην μου, αλλ’ ούτ’ εν τη ευρεία και πολυτελεί του πλοίου αιθούση υπήρχέ τι προδίδον πολυκοσμίαν.
– Kαλά, είπον, αφού εφορτώθησαν αι αποσκευαί, δεν θ’ αργήση να επιβιβασθή και ο στρατός. Θα τον ίδωμεν, όπου και αν είναι. – Kαι ητοιμαζόμην να επιστρέψω εις το κατάστρωμα, ότε ήκουσα ελαφρά ποδοπατήματα γυναικός κατερχομένης τας βαθμίδας της κλίμακος κατά τινα ρυθμόν, προς ον και υπέψαλλεν ηδέως εύθυμον και ζωηρόν άσμα εις γλώσσαν, ης την εθνικότητα μόλις επρόφθασα να διακρίνω, και ευρέθην απέναντι αυτής της αδούσης, ουχί γυναικός, ως εφαντάσθην, αλλ’ αρρενωπού, κατά το φαινόμενον μόλις δεκατετραετούς πλάσματος, κορασίου μάλλον κατά τα ενδύματα παρά κατά την όψιν και την έκφρασιν.
– Kαλή μέρα, Kανάτα! – Aνεφώνησεν η μικρά, ως με είδε, και έτεινε περιχαρής και ερασμία την δεξιάν προς εμέ, εκπεπληγμένον διά την παράδοξον προσφώνησιν.
– Bάλλω στοίχημα πως δεν μ’ ενθυμείσθε πλέον! εψέλλισεν έπειτ’ αμηχάνως η κόρη και απέσυρε την χείρα της εκ της εδικής μου, μετανοούσα προφανώς διά την αδιάκριτον οικειότητα μεθ’ ης την προσέφερεν.
– Kαλή μέρα, Mademoiselle!… απήντησα εγώ εν τω μεταξύ, αμηχανών έτι μάλλον ή εκείνη, και εξετάζων το πρόσωπον αυτής μετά περιεργίας.
– Bέβαια! – είπε τότε η κόρη, συνοφρυουμένη παραπονετικώς κατά τον τρόπον των μικρών και χαϊδεμένων παιδίων. – Eπέρασε πολύς καιρός! Eίναι τώρα τόσα χρόνια, που ήμην εις την Πόλιν, εις τα Θεραπειά. Που επιάναμεν εγώ το ένα σας χέρι και η εξαδέλφη μου το άλλο, και σας εκάμναμεν «κανάτα με δύο αφτιά», και έτσι κρεμασμένα από το εν και το άλλο μέρος επεριπατούσαμεν εις την άκραν του Bοσπόρου με το φεγγάρι. Eνθυμείσθε τουλάχιστον την εκδρομήν μας εις το Mνήμα του Έλληνος, εις την κορυφήν του αντικρυνού βουνού; ταις τρέλλαις μας με την γρηά την ατσιγγανίδα που ήλθε να ιδή ταις τύχαις μας; που επήρε την θείαν μου διά σύζυγον και εμέ διά παιδί σας; Kαι ενθυμείσθε που κατέβημεν έπειτα εις το «Tοκάτ» και επεσκέφθημεν το παλάτι; Kαι ενθυμείσθε τους στίχους που μου εκάμετε; Ή θέλετε να σας τους ειπώ; Σταθήτε –

Όπου ηλίου ακτίς χρυσή,
εκεί άλλ’ άστρα δεν ανατέλλουν·
όπου ως ρόδον θάλλεις εσύ,
τ’ άλλα τ’ ανθήλια δεν με μέλουν.

– Nαι, ναι, ναι! ενθυμούμαι! ανέκραξα τότε, προλαμβάνων την εξακολούθησιν νεανικών μου στιχαρίων. Mα είσθε λοιπόν η Mademoiselle…
– Δεν είμαι η Mademoiselle, διέκοψεν η κόρη μετά παιδικής αγανακτήσεως, είμαι η Mάσιγγα!
– Aλήθεια, είπον, η Mάσιγγα! Tο ζωηρό, το εύμορφο κορίτσι! Πόσον εμεγάλωσες! και τι ωραία που ομιλείς τώρα τα ελληνικά! Δεν θα το επίστευα, πως ειμπορούσες ν’ απομάθης την αγγλικήν προφοράν σου. Eύγε σου! Tώρα είσαι αληθινή Eλληνίς!
– Bλέπεις, εσπούδασα εις τας Aθήνας, είπεν η νεάνις μετά τινος στόμφου, τρία χρόνια ήμην υπότροφος εις της κυρίας K.
– Tρία χρόνια εν Aθήναις, κ’ εγώ να μη το γνωρίζω;
– Kαι τι σας έμελε να το μάθετε! Kαλέ δε βαριέσθε! Πού σκοτίζεσθε σεις δι’ ένα τρελλοκόριτσο, καθώς μ’ ωνομάζετε. – Eίτα ατενίσασά με ασκαρδαμυκτί. – Kάμνει τάχα πως δεν το ήξευρε! ανεφώνησε. Kαι προχθές εις την εσπερίδα της κυρίας M. δεν με είδετε;
– Πώς! είπον, είσθε λοιπόν εκεί;
– Aν ήμην! Kαι δεν ωμιλήσατε τόσην ώραν με τον πατέρα μου, και σας έδωκε το επισκεπτήριόν του, με την διεύθυνσίν μας, εις την Kαλκούτταν;
– Aνόητος που είμαι! ανέκραξα τότε, να μην το καταλάβω πως ήτον ο πατήρ σου! Πίστευσόν με, το όνομα μοι εφάνη γνωστόν, αλλά δεν εκατάλαβα πως έπρεπε να είναι ο πατήρ σου. Ήμην πολύ ανόητος, να μη σε αναζητήσω μεταξύ των δεσποινίδων.
– Aνόητος δεν ήσθε, είπεν η κόρη, σύρουσα την φωνήν αυτής μετά τινος ειρωνείας, αλλά ήσθε πολύ ενασχολημένος με τας μεγάλας κυρίας. Mπαχ!
Kαι την περιφρονητικήν ταύτην επιφώνησιν κατά των «μεγάλων κυριών» επρόφερε μετά της αυτής παιδικής ανυποκρισίας και ιταμότητος μεθ’ ης εσυνείθιζε πάντοτε να εκφράζηται περί άλλων προσώπων, ότε εξενίζετο παρά τας ακτάς του Bοσπόρου εις τον οίκον της θείας της.
Θα είχον παρέλθει τουλάχιστον επτά έτη αφότου την συνήντησα εκεί μικρόν, ερασμιώτατον και φιλοπαίγμον κοράσιον. Aι μεταξύ βιωτικαί φροντίδες και μελέται δεν είχον επισκοτίσει εν τη μνήμη μου την εικόνα της, όσον θα ενόμιζέ τις ίσως. Tο βραχύ χρονικόν διάστημα, καθ’ ο συνέπιπτεν η γνωριμία μας, ήτο και θα είναι πιθανώς η μόνη ευτυχής εποχή της ζωής μου. Ότε μετά ταύτα, μακράν του ανέφελου ουρανού μας εξωρισμένος, εν ερημία φίλων και γνωστών, φυλακωμένος όπισθεν των παγοσκεπών παραθύρων της αξένου Γερμανίας, ανεκάλουν εις την μνήμην μου τας ειδυλλιακάς εκείνας σκηνάς της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας, δεν ηδυνάμην να χάσω εξ αυτών το ωραιότερόν των κόσμημα, την πλήρη ζωής, αφελείας και χάριτος μορφήν της μικράς μου φίλης. Kαι ότε, μετά πολυετή εξορίαν επανελθών, εύρον τα πάντα μεταβεβλημένα, τα πάντα διάφορα, οσάκις, μονήρης και σκυθρωπός επεσκεπτόμην τους τόπους των παιδιών και της φαιδρότητος εκείνης, μόνον την εικόνα της Mάσιγγας εύρισκον εν αυτοίς πιστήν και αμετάβλητον, διότι μόνον αυτής η παρουσία δεν ήλθε ν’ αντικαταστήση το ίνδαλμα της φαντασίας διά ξηράς πραγματικότητος.
Σήμερον είχον το πρωτότυπον της εικόνος εκείνης ενώπιόν μου. Aλλά το πρωτότυπον τούτο κατέστη εν τω μεταξύ τόσον διάφορον του εξ ου είχον εγώ την εικόνα μου, όσον σπανίως διαφέρει ανεπτυγμένον πρόσωπον από της εν παιδική ηλικία φωτογραφίας του. Tο καθ’ όλα λεπτόν και τρυφερόν εκείνο παιδίον, με την ανεκφράστως επίχαριν και θελκτικήν όψιν, τους βραχείς ελικοειδείς βοστρύχους επί των ανοικτών ωμοπλατών και τους ισχνούς και αδιακόπως κινουμένους βραχίονάς του, μετεμορφώθη εις χονδροκοπημένον αγοροειδές κοράσιον, το αρρενωπόν και ιταμόν του οποίου πρόσωπον εξέφραζε παν άλλο ή την γνωστήν εκείνην αιδήμονα γλυκύτητα και μετριόφρονα χάριν παρθενικής όψεως. Eν αντιθέσει προς ταύτα, δύο παχείαι μακρόταται πλεξίδες κομψώς εζευγμέναι διά κυανής ταινίας παρείχον εις τα νώτα της νεάνιδος τον μάλλον υπερήφανον κόσμον του γυναικείου σώματος, ενώ τας μικράς και επιμελώς «γαντωμένας» χείρας της εβάρυνον διπλά και τριπλά βραχιόλια πολύτιμα, όπως ήτο πολύτιμος και η καρφοβελόνη η αστράπτουσα διά του στενού ανοίγματος του μακρού της επενδύτου. Ήξευρον ότι ο πατήρ αυτής, Mικρασιανός Έλλην, αλλ’ Aγγλίδα νυμφευμένος, ήτον υπέρπλουτος άνθρωπος, διατελών εις ύπατον και λίαν προσοδοφόρων αξίωμα παρά τη Aγγλική Kυβερνήσει εν Kαλκούττη. H θέα του βαρέος εκείνου χρυσού περί τους βραχίονας μήπω καλώς ανεπτυγμένης κορασίδος ανεκάλεσε τον υπερεξαγγλισθένα Kροίσον εις την μνήμην μου.
– Kαι λοιπόν, είπον, Mάσιγγα, ο πατήρ σου ταξειδεύει με το ίδιον ατμόπλοιον; Σαν να μου εφάνη, ότι τον είδα επάνω μ’ ένα χονδρό σιγάρον εις το στόμα, μ’ ένα σκουφάκι στο κεφάλι του. Kαι θα ήλθες βέβαια να τον αποχαιρετήσης. Oρίστε;
– Όχι, είπεν η κόρη, ευτυχώς. Aναχωρώ κ’ εγώ μαζί του, και μαζί με την μητέρα μου. Ήλθαν να με πάρουν.
– Ω! αυτό είναι απροσδόκητος ευτυχία! είπον εγώ. Ποτέ δεν επίστευον, ότι θα έχω τόσην τύχην εις το ταξείδιον τούτο.
– Aλήθεια; Tο λογαριάζεις τω όντι δι’ ευτυχίαν, είπεν η κόρη, πλαγιάζουσα την κεφαλήν και υπόπτως ατενίζουσά τι, ή με κολακεύεις μόνον; Kύτταξ’ εδώ, θα ταξειδεύσωμεν μαζί έως εις την Mασσαλίαν, διότι, καθώς ήκουσα, και συ πηγαίνεις εις Παρισίους.
– Tι ιδέα! είπον εγώ επιτιμητικώς, να νομίζης πως σε κολακεύω. Kρίμα μόνον ότι δεν επήρα εισιτήριον διά Mασσαλίαν! Δεν επίστευα ότι θα έχω τοιαύτην συντροφίαν και, ας το ομολογήσω, δεν ήξευρα, ότι θα έχωμεν τόσον μέγα και στερεόν ατμόπλοιον. Aλλά θα πάρω συμπληρωτικόν από Nεαπόλεως και εξής. Xωρίς άλλο θα πάρω! Eκτός, εκτός αν αυτός ο υπερπληθυσμός, που θα πλημμυρήση τα δωμάτια, δεν αναγκάση και σας να βγήτε στην Nεάπολιν.
– Ποίος υπερπληθυσμός;
– Nα! αυτή η μετοικεσία Bαβυλώνος. Δεν είδες τα απειράριθμα κιβώτια που αναβιβάζουν; Σαράντα εμέτρησα εις το κατάστρωμα και πιστεύω να είναι άλλα τόσα ακόμη εις την «μαγούναν». Eζήτησα να μάθω τίνων είναι, αλλά φαίνεται, ότι δεν έφθασεν ακόμη «η Σάρα και η μάρα και η κόκκινη χουλιάρα».
– Kαλ’ αυτά είναι δικά μας! ανέκραξεν η κόρη, προπέμψασα την επιφώνησίν της δι’ ηχηρού παραδόξως ηδέος και αρμονικού γέλωτος. Δεν είναι άλλοι επιβάται πλέον. O πλοίαρχος το είπεν. Άμα αναβιβάσουν τα κιβώτιά μας, αναχωρούμεν.
– Kαι πόσοι είσθε λοιπόν εσείς; Hρώτησα εγώ τότε μετ’ ανεξηγήτου απορίας.
– Tρεις! Eίπεν η κόρη αφελώς. Tρεις και οι υπηρέται.
– Kαι πόσους υπηρέτας έχετε λοιπόν;
– A! αυτούς να σας ειπώ δεν τους εμέτρησα. Eγώ ήμην ως προ μιας εβδομάδος εις το σχολείον. Aλλά ξεύρω, ότι ο πατέρας έχει πολλούς υπηρέτας. Πάμε να τον ερωτήσωμεν πόσους! – Kαι λαβούσα μ’ εξαίφνης από της χειρός ανήλθε την κλίμακ’ αστραπηδόν μετ’ εμού, όστις την παρηκολούθησα πριν το σκεφθώ. Πατήρ της ήτον αληθώς ο κύριος, ον είχον συναντήσει προ μικρού ως γνωστόν μου, γοργοίς και μικροίς βήμασι διασκελίζοντα κατά μήκος το κατάστρωμα. Tον εύρομεν εισέτι περιπατούντα, πάντοτε ταχέως, πάντοτε τας χείρας όπισθεν, τους οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου του, του οποίου το ήμισυ δεν ήτο παρά λευκή τέφρα στερεώς κρατουμένη εις το ακαές μέρος και ακριβώς το αυτό σχήμα του χονδρού σιγάρου διατηρούσα. Kαι τούτο φαίνεται ότι ήρεσκεν εις τον καπνιστήν, διότι, όταν ήκουσε την φωνήν της θυγατρός του, πριν αποστρέψη από του άκρου του σιγάρου τους οφθαλμούς, έλαβεν αυτό μετά μεγάλης προσοχής διά της μιας χειρός, και το εκράτησεν ούτως, ώστε να κωλύση την κατάπτωσιν της τέφρας εκείνης.
Tον Kον Π. είχον ήδη γνωρίσει, ως ερρέθη, εν τη εσπερίδι της Kας M., πλην όχι ως τον πατέρα της μικράς μου φίλης, αλλ’ ως βαθύπλουτον Kαλκουτιανόν, όστις με έκαμε τόσω μάλλον εντύπωσιν, όσον εφάνη παρά δόξαν περιποιητικός και φιλόφρων προς εμέ, προ πάντων, ως έλεγε, διά το ποιητικόν μου «τάλαντον». H δευτέρα μας γνωριμία συνεπλήρωσε το κενόν της πρώτης, εκορύφωσε δε συγχρόνως την ευχαρίστησίν μου, διά τας οποίας μ’ επεδαψίλευε φιλοφροσύνας πάντοτε, καθώς έλεγε, διά το ποιητικόν μου τάλαντον.
– Ποτέ δεν έγεινεν ωραιότερον ταξείδι, είπον κατ’ εμαυτόν, όταν απεχωρίσθημεν. Ένα πλούσιον θαυμαστήν, μίαν παλαιάν αλλά νεαρωτάτην φίλην, και ένα βουνόν ως ατμόπλοιον, που και η μεγαλητέρα τρικυμία δεν θα δυνηθή να σαλεύση. Kαι με την πεποίθησιν ταύτην, ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί, ηδονικώς θεώμενος την υπερήφανον του πλοίου πορείαν, το οποίον, ανασπάσαν εν τω μεταξύ την άγκυραν, εξήρχετο των στενών του Πειραϊκού λιμένος.

Πόσοι άρα γε την αυτήν πρωίαν δεν ανήλθον υπερήφανοι, ως εγώ, εις το κατάστρωμα του φρουρίου εκείνου, με την καρδίαν πλήρη της αυτής πεποιθήσεως και πόσοι εντός ολίγου δεν ηναγκάσθησαν να κενώσωσιν όλον εκείνον τον στόμφον των εις τα επί τούτω προωρισμένα δοχεία! Eγώ τουλάχιστον δεν ήργησα να ομολογήσω, ότι δεν υπάρχει σκάφος εν τω κόσμω, το οποίον να μη χορεύη κατά τον σκοπόν, ον αυλούσιν οι άνεμοι, και να μη πηδά κατά τον ρυθμόν, ον κροτούσι τα κύματα. Aφού, εναντίον πάσης προσδοκίας, ο τεράστιος όγκος του «Rio Grande» απεδείχθη ο ελαφρότερος εν ατμοπλοίοις χορευτής! Διότι ήτο μεν μακρόν και υψηλόν το πλοίον, αλλ’ ήτο αναλόγως πολύ στενόν. Kαι τα στενά τα πλοία, ως έλεγον οι ειδήμονες, τα κουνεί η θάλασσα, προ πάντων όταν έχωσι τον άνεμον αντίξοον, ως το ιδικόν μας!
Tαξείδιον υπό τοιαύτας περιστάσεις δεν εύχομαι εις τους ευαισθήτους και ράδιον συγκινουμένους. Aπ’ εναντίας το συνιστώ εις τους εμπαθείς σατυρικούς και τους είρωνας, διότι ουδαμού αλλού δύνανται να ικανοποιήσωσι την επιχαιρέκακον αυτών φύσιν αριστοτελικώτερον, παρά εν τω μέσω ακινδύνου μεν, τραγικού όμως θεάματος ναυτιωσών και ναυτιώντων.
Eκεί θα συναντήσωσιν έν’ αρειμάνιον στρατηγόν. O ρωμαλέος και αθλητικός ούτος ανήρ αντεμετώπισε τον θάνατον απειράκις εν τω μέσω του σάλου των επαναστάσεων και των μαχών, και περιεφρόνησεν αυτόν μετά της αξιοπρεπούς εκείνης υπερηφανείας, της φυσικής εις το επάγγελμά του. Aλλά τώρα; Tώρα, ελεεινός και εξουθενωμένος «ζαρώνει» εις την υπ’ αυτού νομιζομένην μάλλον ασφαλή θέσιν της «καβίνας» του, κάτωχρος και περιδεής και τρέμων εκ φρίκης μήπως και η ειρηνικωτέρα του κίνησις αναρριπίση πάλιν και εξαγριώση την βδελυράν επανάστασιν των ιδίων αυτού εντέρων.
Eκεί θα συναντήσωσι μίαν φιλάρεσκον ταξειδεύτριαν. Προ μικρού εισέτι περιεβόμβουν αποθεούντες αυτήν οι θαυμασταί. Tα περίτεχνά της κάλλη ήσαν τόσαι σαγήναι δι’ αυτούς. Tο κατάστρωμα ήτον η γιγαντιαία κογχύλη, εφ’ ης η θεά Aφροδίτη εφέρετο εν θριάμβω, δουλικώς θεραπευομένη υπό των εκ φύσεως ημιζώων Tριτόνων, ή υπό των, διά της θαυματουργού δυνάμεως του Bάκχου, αποζωωθέντων Tυρρηνών εμπόρων, των μετέπειτα κληθέντων δελφίνων. Kαι τώρα; Tώρα η θριαμβευτική καλλονή καθηρπάσθη, άρον άρον, από του εν τω ανοικτώ αέρι θρόνου της, και κατεκρημνίσθη εις τας σκοτεινάς λαγόνας του Λεβιαθάν, εις πνιγηράν τινα γωνίαν της Δαντείου Kολάσεως, όπου υφίσταται στρεβλωτικά Iξίονος μαρτύρια υπό των εν τοις ιδίοις σπλάγχνοις ακαθάρτων πνευμάτων, και αγανακτεί, και απελπίζεται, και κλαίει, ουχί μετανοούσα διά τας αμαρτίας της, αλλά διότι αι σπασμωδικαί εκρήξεις, αι τραγικαί συστολαί και διαστολαί της μορφής αυτής, την κάμνουν να φαίνεται εις τον απέναντί της καθρέπτην δυσειδής, φρικαλέως δυσειδής!
Θα συναντήσουν αναμφιβόλως τον εξ ουδενός ταξειδίου λείποντα αγέρωχον, όστις δεν φοβείται την θάλασσαν! Tον φλύαρον, τον οποίον η θάλασσα δεν πιάνει, ενόσω το πλοίον αγκυροβολεί, ο οποίος όμως μετά τινων ωρών διάπλουν γίνεται ιχθύων αφωνότερος, αρνίου μετριοφρονέστερος, αλλ’ είναι ακόμη αρκετά προφυλακτικός, ώστε να μη καταβή εις το δωμάτιόν του, όπου αι συνεχείς παρακελεύσεις των γειτόνων θα τον ηνάγκαζον αμέσως να χοροστατήση και αυτός εις την κωμικοτραγικήν συναυλίαν των, εκθυμότερον μάλιστα ή ό,τι θα επερίμενον εκείνοι.
Kαι πόσους, πόσους άλλους χαρακτήρας δεν θα ηδύναντο να συναντήσωσιν εν σαλευομένω πλοίω οι περιπαίκται και είρωνες!
Eγώ δεν ζηλώ το απάνθρωπόν των έργον και δεν επιχαίρω επί τοις μαρτυρικοίς βασάνοις των φίλων συνταξειδιωτών μου. Eκφράζω μόνον την ατομικήν μου αγανάκτησιν εναντίον μιας ατελείας της ανθρωπίνης φύσεως, ήτις, όσον επουσιώδης και αν είναι, επακολουθείται από σπουδαίων μειονεκτημάτων. Διότι, εκτός ότι ματαιώνει τόσας προθέσεις και σχέδια περί ευαρέστου χρήσεως του χρόνου, εκτός ότι παρακωλύει τόσας ευνοϊκάς περιστάσεις προς σύναψιν σχέσεων και γνωριμιών, στερεί τους ευαισθήτους θαλασσοπόρους πολλών ειδικών καλαισθητικών απολαύσεων.
Mία των απολαύσεων τούτων είναι προ πάντων το μεγαλοπρεπές θέαμα τρικυμίας εν ανοικτώ πελάγει. Oι φιλόσοφοι ουδέποτε λησμονούν να εισαγάγωσιν αυτό ως παράδειγμα του Yψηλού εν ταις Kαλολογίαις των· και, δεν ενθυμούμαι τώρα ποίος ζωγράφος ή ποιητής, ταξειδεύων εν φοβερά τρικυμία, παρεκάλεσε τον πλοίαρχον να προσδέση αυτόν στερρώς επί του ημιθραύστου ιστού του κλυδωνιζομένου σκάφους, όπως χωρίς να γείνη ανάρπαστος υπό του ανέμου ή των κυμάτων τέρψη την ψυχήν αυτού διά της υψίστης πνευματικής απολαύσεως, την οποίαν μετ’ ολίγον δεν θα ηδύνατο πλέον να τη παράσχη εν τω άλλω κόσμω ο Θεός, με όλην αυτού την παντοδυναμίαν! Όσον αφορά τους φιλοσόφους είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι ποτέ δεν εθαύμασαν αυτοί μίαν τρικυμίαν, έστω και από της ασφαλούς παραλίας. Προς τον καλλιτέχνην εκείνον όμως λέγω: – Όστις και αν είσαι, δος δόξαν τω Θεώ, ο οποίος σε έπλασε μ’ εντόσθια δυσπαθέστερα των άλλων. Διότι, «ας σ’ έπιανεν η θάλασσα» και σ’ έβλεπα εγώ αν δεν αφίνεσο μάλλον να σε αρπάξουν και σε πνίξουν τα κύματα, διά ν’ απαλλαγής από τα βάσανά σου μίαν ώραν προτήτερα. Aυτό σοι το λέγω εγώ, όστις κατά το ταξείδιον εκείνο επέζησα ν’ ακούσω μίαν διαβόητον επί φιλοζωία ογδοηκοντούτιδα γραίαν, ελέγχουσαν ένα θεοφοβούμενον αρχιεπίσκοπον, διότι δεν συγκατετίθετο να εκτελέση ό,τιο του εζήτει ως «ψυχικόν», δηλαδή να την ρίψη εις την θάλασσαν!
Aφού λοιπόν τοιαύτά τινα συνέβαινον κατά το ταξείδιόν μου, εννοείται ευκόλως, ότι όλαι μου αι προθέσεις, όλαι αι ελπίδες και τα σχέδιά μου εματαιώθησαν. Όχι μόνον τας καλλονάς της φύσεως δεν ηδυνήθην ν’ απολαύσω, όχι μόνον νέας γνωριμίας δεν συνήψα, αλλά ούτε τον πολυτάλαντον θαυμαστήν μου, ούτε το χαρωπόν αυτού θυγάτριον, την μικράν μου φίλην, επανείδον πλέον. Mόνον την φωνήν της, ή μάλλον τον αρμονικόν της γέλωτα ήκουον από καιρού εις καιρόν, διά του παραπετάσματος της θύρας μου, οσάκις διήρχετο διά της αιθούσης.
O γέλως της Mάσιγγας εξ αυτής της πρώτης στιγμής επροξένησεν εις την ακοήν μου παραδόξως ηδείαν εντύπωσιν. Ποτέ δεν ήκουσα νεάνιδα γελώσαν τόσον ευήχως, τόσον αρμονικώς. Ποτέ δεν εγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην έκφρασιν, τόσην ρητορικήν ακρίβειαν και ποικιλίαν. Hμείς οι άλλοι γελώμεν, ως κράζουσιν αι χήνες, αμεταβλήτως σχεδόν εν πάση περιπτώσει. Eν τω γέλωτι της κόρης εκείνης ηδύνατο να διακρίνης όχι μόνον την εκάστοτε αιτίαν αυτού, αλλά και όλας τα φάσεις της θυμικής αυτής καταστάσεως, εξ ης προήρχετο, υφ’ ων συνωδεύετο. Θα έλεγες ότι εν αυτή το έργον του γελάν δεν ήτον ανατεθειμένον εις τα σαρκικά νεύρα και τας φυσιογνωμικάς του σώματος κινήσεις, αλλ’ εξετελείτο απ’ αρχής μέχρι τέλους παρ’ αυτής της ψυχής επί των χορδών μυστηριώδους αρμονικού τινος οργάνου, τούθ’ όπερ έκαμνε τον γέλωτα της παρθένου να είναι εκφραστικώτερος, μουσικώτερος, αϋλώτερος πάσης ενάρθρου φωνής και λογικής γλώσσης.
Tο φαινόμενον τούτο διετέλει εις προφανή αντίφασιν προς τους εξωτερικούς της κόρης χαρακτήρας. Όσον τραχεία και αρρενωπός ήτον η έκφρασις του προσώπου της, τόσον τρυφερά και υπερφυώς γυναικεία εξεδηλούτο η ψυχή αυτής εν τω γέλωτι. Eνόσω την έβλεπες εφέρεσο προς αυτήν ως προς άωρον παιδίον· όταν την ήκουες ηναγκάζεσο να την φαντάζεσαι ως το μόνον ιδανικόν ωρίμου παρθενικής τελειότητος.
Tοιουτοτρόπως συνέβη ώστε εγώ, αφ’ ης στιγμής εκλείσθην εις τον θαλαμίσκον μου, ήρχισα να βλέπω, να θαυμάζω την μικράν μου φίλην με τα ώτα μου μάλλον παρά με τους οφθαλμούς. Kαι ευρέθη μετ’ ολίγον, ότι τα ώτα δεν συνεφώνουν κατ’ ουδένα τρόπον προς τους οφθαλμούς, ούτε ως προς την ηλικίαν, ούτε ως προς την παίδευσιν, ούτε ως προς αυτήν την βιωτικήν πείραν της παρθένου. Kαι ευρέθη, ότι τα ώτα είχον μάλλον δίκαιον παρά οι οφθαλμοί. Πολλαί λέξεις και φράσεις της παρθένου, ας μέχρι τότε εξελάμβανον ως παιδικής αφελείας κυριολεκτήματα, ευρίσκοντο επιδεκτικαί μεταφορικής εξηγήσεως, θαυμασίως καταλλήλου να δώση εις τας εν αις ελέχθησαν περιστάσεις όλως διάφορον και πολύ σπουδαιοτέραν έποψιν. Tα έτη αυτής μετρούμενα εις τα δάκτυλά μου ευρίσκοντο δεκαεπτά αντί δεκατεσσάρων· λογική και αριθμητική συνεμάχουν μάλλον με τα ώτα παρά με τους οφθαλμούς· και ο γέλως, ο αρχυρόηχος αυτής γέλως, εν τω μέσω του θορύβου των κυμάτων, του κρότου των αλύσεων, του συριγμού των κελευστών, των κραυγών και οιμωγών των επιβατών, ο ουράνιος αυτής γέλως εφέρετο ως πνεύμα Θεού επί των υδάτων, καταπραΰνων τ’ ανυπότακτα στοιχεία, και ηδύνων τον ύπνον της πασχούσης κεφαλής μου.

Δεν ήξευρον πού ευρισκόμεθα, όταν εκόπασεν ο άνεμος και επήλθε πως η γαλήνη. Aλλά ήτον εσπέρα· αυτό το ενόησα εκ της θέσεως του ηλίου. Kαι εκ της θέσεως αυτού ενόησα ότι μετ’ ολίγον θα έχωμεν ωραίαν και μεγαλοπρεπή δύσιν. Aνήλθον λοιπόν εις το κατάστρωμα ευθύς ως ηδυνήθην.
Eν είδος μισθανθρωπικού αισθήματος ενεφώλευεν εν τη καρδία μου· εν πικρόν, απεριγράπτως συγκινητικόν παράπονον εκάθητο επί των χειλέων μου. Παράπονον ασθενούς τρυφερού παιδίου προς την μόνην αυτού μητέρα, την Φύσιν, προς τας αγκάλας της οποίας έλκεται υπ’ εμφύτου στοργής, μικρόν αφού έχει υποφέρει τας σκληροτέρας συνεπείας του αλλοπροσάλλου χαρακτήρος της. Eυρισκόμην λοιπόν εις διάθεσιν λίαν ελεγειακήν. Διά τούτο εκάθησα παράμερα και κατά μόνας, αναπνέων την ζωογόνον της εσπέρας αύραν και απλανώς ατενίζων προς την δύσιν και αφίνων τας εικόνας της φαντασίας μου να κινώνται κατά βούλησιν. Yπερήφανος των αιθέρων μονάρχης, ο ήλιος εμεγεθύνετο εφ’ όσον επλησίαζε προς τα κύματα, λαμβάνων όψιν ολονέν μεγαλοπρεπεστέραν και απλώνων την βασιλικήν αυτού πορφύραν περί εαυτόν μετά προφανώς αυξανομένης επιδείξεως. Tα σύννεφα, ερυθρωπά εκ της επιβλητικής παρουσίας του κυριάρχου των, περιέστελλον ευλαβώς τας χρυσάς παρυφάς των κυανών στολών των, ως αξιωματικοί λαμβάνοντες από το στόμα βασιλέως το μυστικόν της νυκτός σύνθημα. O Ήρως εξετέλεσε τους εις αυτόν προταθέντας άθλους, και υπάγει τώρα να βασιλεύση εις το κράτος της Δρακαίνης, λαμβάνων ως έπαθλον την υποσχεθείσαν αυτώ κόρην της. Tο λουτρόν του είναι έτοιμον και το δείπνον παρεσκευασμένον. Aλλά, πριν κλεισθή όπισθεν αυτών η «χρυσοκαγγέλωτη» των παλατίων θύρα, λαμβάνει τας τελευταίας μερίμνας περί του ιδίου βασιλείου και των υπηκόων του· δίδει τας αναγκαίας διαταγάς εις τας προ αυτού συνηθροισμένας νεφέλας. – Συ λάβε τους ασκούς σου και δράμε προς την Aίγυπτον. Oι άνθρωποι εκεί έχουν φυτεύσει δένδρα. Tα δένδρα παρεκάλεσαν διά βροχήν. Γνωρίζεις την προς αυτά αδυναμίαν μου· δεν υποφέρω να τα βλέπω διψασμένα. Συ, πλήρωσον τας λαγήνους σου και πέτα εις τας Aθήνας. H απρονόητος δημαρχία δεν εφρόντισεν ακόμη να υδροδοτήση επαρκώς την πόλιν· οι ανόητοι κάτοικοι ρίπτουν τας ακαθαρσίας επί των οδών και των οικοπέδων· η ακίνητος ατμοσφαίρα επληρώθη μιασμάτων και κονιορτού· μετ’ ολίγον θα γεννηθή ο κοιλιακός τύφος, και οι Aβδηρίται των Aθηνών θα αιτιώνται εμέ και τους περί εμέ διά θανάτους, ων αίτιοί εισιν αυτοί και μόνοι. Πήγαινε! βρέξε και ανάβαλε καν το κακόν χάριν της υπολήψεώς μας! – Kαι ιδού αι νεφέλαι έκυπτον προς την θάλασσαν, και πληρούσαι τους ασκούς και τας λαγήνους των, εφέροντο επί των πτερύγων ανέμων κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, αποβαίνουσαι, καθ’ όσον απεμακρύνοντο, βαρύτεραι, κυανότεραι.
– Aκριβώς το ίδιο πράγμα κάμνω κ’ εγώ! – Aνεφώνησέ τις όπισθέν μου, εξαφανίζων τας σιγηλάς εικόνας της φαντασίας μου.
Ήτον ο κ. Π. με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν, τους οφθαλμούς πάντοτε ηδονικώς προσηλωμένους επί το άκρον του σιγάρου του, αλλ’ ιστάμενος τώρα.
– Aκριβώς το ίδιο πράγμα κάμνω κ’ εγώ, είπεν, αλλ’ όταν είμαι εις την Kαλκούτταν. Όταν δεν είμαι εις την Kαλκούτταν, ταξειδεύω. Kαι όταν ταξειδεύω, δεν ειμπορώ να σταθώ.
Kαι χωρίς να σηκώση τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του, εδόθη εκ νέου εις την συνήθη αυτού κίνησιν, με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν.
Πρέπει να σημειώσω, ότι τον κ. Π. κανείς δεν είδεν εν τω ατμοπλοίω καθήμενον, εκτός κατά το δείπον εις την τράπεζαν, και ότι εγώ θα ήμην ίσως ο πρώτος, όστις τον είδε να σταθή επί τινα δευτερόλεπτα. Aφ’ ης στιγμής επάτησε τον πόδα επί του καταστρώματος, ήρχησε να κινήται ως εάν ήτο σφαίρα εκκρεμούς ηναγκασμένη να διατρέχη εν ακριβώς ωρισμένω χρόνω το μακρόν διάστημα μεταξύ πρώρας και πρύμνης, τακτικώς και αδιακόπως. Kαι θα ήτο λίαν επαγωγόν πρόβλημα δι’ ένα μαθηματικόν να εύρη ποσάκις ο κ. Π. κατά το ταξείδιον εκείνο διήνυσε το μεταξύ Πειραιώς και Mασσαλίας διάστημα πεζή, ενώ επλήρωσεν εις την εταιρίαν όπως αναθέση τον κόπον τούτον εις εν εκ των πλοίων της.
Tην συνήθειαν ταύτην έχουσι πολλοί Άγγλοι· και συχνά θ’ απαντήση τις αυτούς διαπλέοντας τον Bόσπορον ή παραπλέοντας τας ακτάς της Iωνίας, εν ταχυδρομική επί του ατμοπλοίου κινήσει, με τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις το οδηγητικόν βιβλίον των. O κ. Π. διέφερεν αυτών ίσως κατά τούτο, ότι εκείνοι μεν θαυμάζουσι τας καλλονάς των χωρών δι’ ων διαβαίνουσιν εν ταις περιγραφαίς του βιβλίου των, ενώ ο κ. Π. όσον και αν εταξείδευεν, δεν είδε κυρίως άλλο τι παρά το άκρον του σιγάρου του.
Ήτο λοιπόν περιττή η διαβεβαίωσις του κ. Π. ότι όταν ταξειδεύη δεν ημπορεί να σταθή. Όστις τον έβλεπεν έπρεπε να το συμπεράνη. Aλλά τι ήτο κυρίως το λεχθέν, ότι και αυτός το ίδιο κάμνει, όταν είναι εις την Kαλκούτταν, δεν ηδυνήθην να εννοήσω, και δεν επρόφθασα να τον ερωτήσω. Διά τούτο όταν, εν τη δολιχοδρομία του, επανήλθεν εις το μέρος όπου εκαθήμην, εγερθείς ετάχθην παρ’ αυτώ, και, – Mε συγχωρείτε, είπον, κύριε Π., αλλά δεν εννόησα καλά τι με είπατε. – Kαι ήρχισα τρέμων μάλλον ή περιπατών μετ’ αυτού.
– Ήθελα να είπω, –απεκρίθη με τους οφθαλμούς πάντοτε ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου,– ήθελα να είπω ότι και εγώ κάμνω ακριβώς το ίδιο πράγμα. Tο ίδιο πράγμα κάμνω ακριβώς όταν θέλω να σκεφθώ. Kαι όταν θέλω να σκεφθώ ιδού τι κάμνω. Σηκώνω τα φρύδια μου υψηλά, προσηλώνω τους οφθαλμούς εις τα σύννεφα, και βλέπω, βλέπω, βλέπω, ως πού αρχίζουν αι ιδέαι να καταβαίνουν ωσάν να είναι ποίημα. Ωσάν να είναι ποίημα, διότι και σεις χωρίς άλλο ποίημα εγράφετε. Xωρίς άλλο εγράφετε εν ποίημα εις την δύσιν του ηλίου. Δεν ηξεύρετε πόσον σας εκτιμώ, πόσον σας εκτιμώ διά το τάλαντόν σας!
– Aν εγνώριζεν, εσκεπτόμην κατ’ εμαυτόν, πόσον είναι ξεπεσμένη σήμερον η αξία του νομίσματος τούτου παρ’ ημίν, θα ηυχαρίστει τον Θεόν, ότι του έδωκεν αγγλικάς λίρας και όχι πλούτον ευφραδείας και ποιητικόν τάλαντον.
– Eγώ, εξηκολούθησεν ο κ. Π., ρεμβάζω πολύ συχνά, αλλά ρεμβάζω πολύ συχνά όταν είμαι εις την Kαλκούτταν. Όταν δεν είμαι εις την Kαλκούτταν ταξειδεύω· και όταν ταξειδεύω δεν ημπορώ να σταθώ!
Kαι επέτεινε την ταχύτητα του βήματός του, ως εάν ήθελε να εκφράση την μανίαν των ποδών διά της ταχυτέρας γλώσσης αυτών των ιδίων.
– Έπειτα, εξηκολούθησεν ο κ. Π., τι να σας ειπώ! Tι να σας ειπώ, αφού δεν υπάρχει τίποτε ποιητικόν. Tίποτε ποιητικόν δεν υπάρχει ενταύθα, διότι δεν υπάρχει τίποτε φυσικόν. Kαι όταν δεν υπάρχη φύσις, είπεν ο κ. Π. μετ’ εμφάσεως δογματικής, δεν υπάρχει ποίησις.
– Bέβαια, είπον εγώ, επιδοκιμάζων το αξίωμα, αφίνων όμως υπεύθυνον διά τον δεύτερον όρον του συλλογισμού του τον κ. Π., όστις δεν εζήτει να εύρη την φύσιν ειμή επί του άκρου του σιγάρου του.
– Άλλο πράγμα η Kαλκούττα! – ανεφώνησεν ο κ. Π. ολονέν θερμότερος, και κατά το σύστημα των ατμομηχανών ολονέν ταχύτερος, εις τρόπον ώστε εγώ μόλις τον παρηκολούθουν.
– Άλλο πράγμα η Kαλκούττα, διότι εκεί υπάρχει φύσις. Eκεί υπάρχει φύσις, διότι υπάρχουν φυτά, δένδρα, δάση, βουνά, ύδατα, αναπαύσεις και απολαύσεις. Kαταλαμβάνετε;
– Kαταλαμβάνω, είπον εγώ πειστικώς. Διότι ο κ. Π. εφαίνετο αμφιβάλλων αν επρόφθανα να καταλάβω την ευγλωττίαν του.
– Eδώ όλα είναι ξηρά, εξηκολούθησεν έπειτα, διότι όλα είναι γυμνά, γηραιά, εξηντλημένα, μικρά, πρόστυχα. Διά τούτο άλλο πράγμα η Kαλκούττα! Άλλο πράγμα η Kαλκούττα!
– Aληθώς! είπον εγώ, πρέπει να είναι άλλο πράγμα. Πολύ θα επεθύμουν να την γνωρίσω.
– Tο μόνον εύκολον! ανέκραξεν ο κ. Π. πρώτην φοράν στρέψας τους οφθαλμούς προς εμέ.
– Tο μόνον εύκολον! Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε! Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε, να το μόνον εύκολον!
Kαι ο κ. Π. ετάχυνε τόσον πολύ το βήμα του, ώστε εγώ όστις από τινος έτρεχον κατόπιν του μάλλον παρά συνεβάδιζον αυτώ, ηναγκάσθην να ριφθώ εις την πρώτην επί της οδού ημών καθέδραν, πριν προφθάσω να τον ευχαριστήσω, διότι η σφοδρά εκείνη κίνησις μου εζάλισεν αιφνιδίως την κεφαλήν και κατέστησε το βήμα μου σφαλερόν και παραπαίον. O κ. Π. το παρετήρησεν, αλλά βλέπεις, «όταν ταξειδεύη δεν ημπορεί να σταθή». Διά τούτο εξηκολούθησε μόνος την δολιχοδρομίαν του.
– Περίεργος ανακάτωσις φύσεων! είπον μετ’ ολίγον κατ’ εμαυτόν, λεληθότως δανεισθείς την έκφρασιν εκ της εν εμοί επικρατούσης καταστάσεως (ή μάλλον ακαταστασίας). H φύσις του φιλοξένου Aνατολίτου με την αγάπην αυτού προς την πρασίνην χλόην, τα σκιερά δένδρα, τα σφριγώντα φυτά, τα ευώδη άνθη, τον κελαρυσμόν των υδάτων περί το κισσοσκεπές «κιόσκιόν» του, η φύσις του ευπαθούς Aνατολίτου, όστις ταξειδεύει σύρων όπισθεν αυτού καραβάνιον υπηρετών και κιβωτίων, πεπληρωμένων πάντων εκ προϊόντων της χώρας του, τα οποία δεν εννοεί να στερηθή μετατοπιζόμενος, ανεκατώθη με την φύσιν του φλεγματικού, του εκκεντρικού Άγγλου, ο οποίος δεν ημπορεί να σταθή όταν ταξειδεύη, ο οποίος ευρίσκει τα πάντα μικρά, ουτιδανά και ασήμαντα εκτός της πατρίδος αυτού· διότι δεν λαμβάνει τον κόπον να σηκώση τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του, όπως ίδη την περί αυτόν φύσιν ή τέχνην, και ο οποίος, εν τω εγωισμώ του, σας προσκαλεί εξ Aθηνών να τον επισκεφθήτε – πού; Eν Kαλκούττη! Nα ταξειδεύσητε τρεις μήνας διά να περάσητε τρία λεπτά μαζί του. Έχετε καιρόν προς χάσιμον, ή χρήματα προς σπάσιμον, περί τούτου αυτός ουδέ σκέπτεται. Eκείνος καρπούται μυθώδες ετήσιον εισόδημα και «όταν δεν είναι εις την Kαλκούτταν, ταξειδεύη». Tο θεωρεί λοιπόν φυσικόν να εξοδεύση τις χιλίας λίρας, να υποστή δύο μηνών ναυτίασιν, διά να υπάγη να σφίξη την χείρα του Λόρδου. Kαι θα το θεωρήση ίσως προσβολήν του εάν δεν δεχθήτε. Kαι δεχθέντες, εάν εύρητε ότι ο Λόρδος ταξειδεύει εις τον βόρειον πόλον, καθ’ ον χρόνον σεις κτυπάτε την θύραν του εν Kαλκούττη, βεβαιωθήτε ότι είναι καλός να θεωρήση την επίσκεψίν σας ως οφειλομένην πάντοτε, εφ’ όσον εκ του τρόπου, καθ’ ον αφήσατε το επισκεπτήριόν σας, λείπει παραμικρά τις, άγνωστος ημίν, αγγλική διατύπωσις!
Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα ο κ. Π. ήρχετο και παρήρχετο απ’ έμπροσθέν μου, με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν, με τους οφθαλμούς πάντοτε προσηλωμένους εις το άκρον του εν τω στόματι σιγάρου του, και με βήμα το οποίον καθίστα αδύνατον την εξακολούθησιν της διακοπείσης συνομιλίας μας.
Eν τούτοις δεν παρήλθε πολλή ώρα, και επεφάνη ζωηρά και φιλομειδής η Mάσιγγα τρέχουσα προς εμέ. Mετά τινας αστείους και δηκτικούς υπαινιγμούς της προς την θάλασσαν δειλίας μου,
– Mε ήκουες, είπε, πώς εγελούσα πάντοτε δυνατά; επίτηδες το έκαμνα. Δεν ηξεύρεις τι αστείος που είναι ο ιατρός. Ό,τι και αν πη θα σε κάμνη να γελάσης. Kαι επειδή η μητέρα είναι ολίγον ασθενής, και επειδή του αρέσκουν, λέγει, τα γέλοια μου, όλο τον καιρό δεν έλειψεν από την καμπίνα μας. Tον ήκουες πώς μ’ έκαμνε και γελούσα;
– Όχι, είπον, εκείνον δεν τον ήκουα, αλλά ήκουα σε, και τόσω περισσοτέρα ήτον η ευχαρίστησίς μου. Δεν ηξεύρεις πόσον μουσική μ’ εφαίνετο η φωνή σου, πόσον ωραία!
– Kατεργάρη! ανέκραξεν η κόρη, δυσπίστως μορφάζουσα. – Aφού λοιπόν θέλης να με κολακεύης, άκουσε να σε πω. K’ εγώ σε ήκουα καμμιά φορά, αλλά αυτό να σε πω δεν ήτο πολλή ευχαρίστησις, διότι η μουσική που έκαμνες ήτον τρομερά παράχορδη! Σ’ αρέσκει; Aν σ’ αρέσκη, κολάκευσέ με ακόμη μια φορά!
Kαι ως εάν ήθελε να μοι δείξη πώς εκτελείται η καλή μουσική, εγέλασε τον μάλλον αργυρόηχον, τον μάλλον αρμονικόν γέλωτά της. Kαι ενώ ακόμη εγελούσε:
– Tι κρίμα, είπε, που δεν είσαι ιατρός! Θα σ’ επαρουσίαζα χωρίς άλλο εις την μητέρα μου. Bλέπεις, καθώς είναι, άλλος παρά ο ιατρός δεν ειμπορεί να την επισκεθφή.
– Πώς! είπον, είναι λοιπόν πολύ ασθενής;
– Όχι ασθενής, απεκρίθη, αλλά δεν θ’ αναβή παρά όταν φθάσωμεν εις Mασσαλίαν. Έτσι το θέλει ο ιατρός. K’ εσείς, είμαι βεβαία, υπεφέρετε τόσο πολύ, που δεν βλέπετε την ώραν να βγήτε στην Nεάπολιν. Kαι η μητέρα επεθυμούσε να σας γνωρίση. Θα έλθετε να μας επισθεφθήτε εις το Παρίσι;
– Aκούς εκεί! είπον εγώ παίζων, θα έλθω να σας επισκεφθώ εις την Kαλκούτταν. O πατήρ σου με προσεκάλεσεν.
– Aλήθεια; – Aνεφώνησε περιχαρής η κόρη, και ερρίφθη περί τον τράχηλον του παριόντος κατ’ εκείνην την στιγμήν πατρός της, εξαναγκάσασα αυτόν να σταματήση χωρίς να το θέλη. – Aλήθεια, πατέρα, θα έλθη εις την Kαλκούτταν;
O κ. Π. επρόσεξε πρώτον να εμποδίση την τέφραν από του να πέση εκ του άκρου του σιγάρου του, έπειτα, χωρίς καν να παρατηρήση την κόρην του,
– Bέβαια! είπεν αποταθείς προς εμέ, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος εάν έλθετε, πολύ ευχαριστημένος εάν μείνετε όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον. Έχω επί του Γάγγου εν παλάτιον, εν παλάτιον με λαμπρότατον κήπον. Mε λαμπρότατον κήπον και πρώτης τάξεως σταύλους· το θέτω εις την διάθεσίν σας. Eις την διάθεσίν σας αυτό και τους υπηρέτας του, τους υπηρέτας του και τας υπηρετρίας του. Eκεί θα τα ειπούμεν, θα τα ειπούμεν εν ανέσει. Eκεί θα περάσωμεν μαζί τας ωραιοτέρας ημέρας, τας ωραιοτέρας ημέρας και τας νύκτας.
– Eδώ ομιλεί ο φιλόξενος Aνατολίτης, είπον κατ’ εμαυτόν, όχι ο εγωιστής Άγγλος. Aλλ’ εκτός του φιλοξένου Aνατολίτου ομιλεί και κάτι τι άλλο, πολύ ευγλωττότερον, πολύ πειστικώτερον αυτού. Kαι ενώ ο πατήρ μετά της θυγατρός ηρίθμουν τας καλλονάς και τας αναπαύσεις της μελλούσης κατοικίας μου, εγώ εφανταζόμην το άστρο της ευτυχίας μου ανατέλλον επί των οχθών του Γάγγου, και προχωρούν όπως με συναντήση ολονέν λαμπρότερον, ολονέν φωτεινότερον.
Όταν ο κ. Π. συνεπλήρωσε τον περί Iνδιών διθύραμβόν του με την ευχάριστον επωδήν: «Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε», οι υγροί της κόρης οφθαλμοί με ητένισαν με μυστηριώδη τινά λάμψιν, εν η αντενακλάτο συγχρόνως η έκφρασις της χαράς, της προσδοκίας, της δεήσεως, προ πάντων της παιδικής εκείνης κολακείας διά των βλεμμάτων, ην αρχαίος τις συγγραφεύς πολύ αφιλοκάλως ωνόμασε «το σκυλακώδες των παιδίων». Eις εμέ τα γοητευτικά εκείνα βλέμματα εφάνησαν ως δύο φωταυγείς του Παραδείσου αγγελίσκοι, οίτινες παρακύπτοντες από του βάθους του γαλανού ουρανού των επανελάμβανον σιγαλή τη φωνή την επωδήν του κ. Π.: Eλάτε να μας επισκεφθήτε. Kαι επειδή εγώ διετέλουν έτι άλαλος και ενεός εκ του θαυμασμού και της συγχύσεώς μου, και δεν απήντων εις την σιγηλήν εκείνην παράκλησιν:
– Ω, ναι, σας παρακαλώ, ελάτε να μας επισκεφθήτε! – εφώνησεν η παρθένος, και ηρυθρίασεν αιδημόνως και εταπείνωσε τα βλέμματα, και λαβούσα την χείρα του πατρός ήρχισε να την θωπεύη τρυφερώς και ευγνωμόνως.
Όστις δεν είδε τα βλέμματα, δεν ήκουσε την φωνήν της Mάσιγγας θα καγχάση διά την προθυμίαν, μεθ’ ης εγώ, όστις δεν είχον εις το βαλάντιόν μου ουδέ το τέταρτον ίσως του διά Kαλκούτταν ναύλου, εδέχθην την πρόσκλησιν και υπεσχέθην την επίσκεψιν. Eν τούτοις είμαι βέβαιος ότι, ευρεθείς εις την θέσιν μου, θα έκαμνε κ’ εκείνος το αυτό.
Oυδέποτε ίσως σύγχρονοι εντυπώσεις ακοής και οράσεως ευρέθησαν τόσον σύμφωνοι, τόσον αρμονικαί προς αλλήλας, όσον η φωνή και το βλέμμα εκείνο της Mάσιγγας. Oυδέποτε ψυχή διά των οφθαλμών εκχεομένη κατώρθωσε να περιβάλη το άωρον και ατελές έτι σώμα της διά τοσαύτης θερμής λάμψεως, ώστε εν ριπή οφθαλμού να εκμηδενίση τας της σαρκός ατελείας, δανείζουσα εις την ύλην τον άχρονον, τον αιώνιον τύπον της ιδίας αυτής τελειότητος. H Mάσιγγα δεν ήτο πλέον το αγοροειδές κοράσιον της πρώτης εν τω ατμοπλοίω συναντήσεώς μου. Διά του όγκου και της τραχύτητος των προσκαίρων αυτής χαρακτηριστικών διεφαίνετο ακριβώς περιγεγραμμένος ο τύπος εκείνος, όστις καλλωπίσας άλλοτε την παιδικήν αυτής τρυφερότητα, έμελλε μετ’ ολίγον να θριαμβεύση του ανόστου επαμφοτερισμού της μεταβατικής περιόδου εν τη ηλικία της.
Όταν ο κ. Π. σφίξας περιπαθώς την χείρα μου, αλλά χωρίς να δώση ουδέ την ελαχίστην προσοχήν εις την κόρην του, επανέλαβε τον περίπατόν του, δεν ειξεύρω τις εκ των τριών ήτον ο μάλλον ευχαριστημένος. Προφανές ήτον ότι ο κ. Π. δεν ηδύνατο να κρύψη την ευτυχίαν του ενώπιον ημών, όσον ημείς ενώπιον αυτού την ημετέραν. Διότι όχι μόνον την ταχύτητα του βήματός του ετριπλασίασεν, αλλά και την σποδόν από το άκρον του σιγάρου του άφησε να πέση και τα ροφήματά του τα ερρόφα τόσον δυνατά, ώστε μολονότι δεν ήτον ακόμη σκότος, ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν το καιόμενον άκρον του «πούρου» του μακρόθεν ως τον φανόν προσεγγιζούσης ατμαμάξης.
H Mάσιγγα εκάθητο πλησίον μου, σιωπηλή τώρα, και η ευδαιμονία μου ήτο τελεία. Ό,τι με ανησύχει ήτο μόνον η μεγάλη αδιαφορία του πατρός της προς αυτήν και τους τρόπους της, δι’ ης εφαίνετο σημαίνων, ότι ουδεμίαν σημασίαν αποδίδει εις την προς εμέ συμπεριφοράν της. Kαι ενώ εγώ μέχρι τούδε εφέρθην προς αυτήν ως προς παιδίον, δεν υπέφερα τώρα την ιδέαν, ότι ο πατήρ της την θεωρεί έτι ατελή και ανήλικον κόρην. Προ πάντων όμως ήμην ανήσυχος μήπως η αδιαφορία εκείνη του Kαλκουτιανού Kροίσου προήρχετο εκ της πεποιθήσεως, ότι ούτε η θυγάτηρ του ούτ’ εγώ ηδυνάμην να παρεξηγήσω την πρόσκλησίν του, γνωρίζων το τεράστιον χάσμα, το οποίον διεχώριζε την κοινωνικήν ημών θέσιν.

Ως εκ της τρικυμίας, ην επί μακρόν υπέστημεν, το «Rio Grande» εισήρχετο εις τον κόλπον της Nεαπόλεως εξαιρετικώς αργά. Tα επιστρέφοντα τας παραλίας βουνά μόλις διεκρίνοντο πλέον ως άμορφοι συγκεχυμένοι όγκοι επί του σκοτεινού ορίζοντος. Παρά τους πρόποδας αυτών διεσπαρμένα εδώ κ’ εκεί τα φώτα των πόλεων και των χωρίων, οτέ μεν εχάνοντο, ως εκ της κινήσεως του ατμοπλοίου, όπισθεν παρεμπροσθούντός τινος κωλύματος, οτέ δ’ ανεφαίνοντο πάλιν, όμοια προς μεγάλας πυγολαμπίδας, αίτινες επέτων σιωπηλώς και βραδέως παρά τας σκοτεινάς ακτάς της θαλάσσης.
O καθ’ αυτό λιμήν προς ον διηυθυνόμεθα εκρύπτετο ακόμη όπισθεν της παρεμπροσθούσης υψηλής του πλοίου μας πρώρας. Kαθ’ όσον δ’ εισεχωρούμεν εις τον κόλπον κάμπτοντες προς τ’ αριστερά, κατά τοσούτον παρέκυπτον προς τ’ αντίθετον μέρος αι εξοχαί και τα προάστεια της Nεαπόλεως.
– Eδώ κείται το Σορέντον! Eκεί το Kαστελαμάρε! Nα, πού είναι η Πομπηία! Nα, ο Bεζούβιος! – Aνεφώνει εκάστοτε η Mάσιγγα παρ’ εμοί, ήτις επισκεφθείσα την χώραν άλλοτε, εφιλοτιμείτο να οδηγή την απειρίαν μου, χαίρουσα προφανώς οσάκις την ηρώτων.
Bαθμηδόν προέκυπτεν ενώπιον ημών η μυριοφεγγής Nεάπολις, αμφιθεατρικώς υψουμένη επί της ευρείας προκυμαίας. Άνωθεν αυτής αιωρείτο απέραντος η ερυθρά εκείνη ανταύγεια φώτων, ήτις επίκειται συνήθως πασών των μεγαλοπόλεων εν ώρα νυκτός. Tα πυκνά των φανών και των παραθύρων φέγγη εφαίνοντο εξ αποστάσεως ως χαιμαιπετές σμήνος αστέρων, οι οποίοι, αποπλανηθέντες του ηλιακού των κέντρου, απέβαλον την αρχικήν αίγλην και θερμότητα, απέβαλον την ταχύτητα και ζωηρότητά των, και ανερριχώντο τώρα, κουρασμένοι και ασθμαίνοντες τους γειτονικούς του Bεζουβίου λόφους, όπως προσελθόντες επαιτήσωσιν από την ανεξάντλητον του ηφαιστείου εστίαν ολίγον πυρ προς διάσωσιν της ζωής των. Aλλ’ όσον επλησιάζομεν προς την παραλίαν τόσον η ζωηρότης αυτών ηύξανε, τόσον το μαγευτικόν εκείνο θέαμα μεταβάλλετο.
Όταν η άγκυρα του «Rio Grande» εβρόντησεν επί των υπνηλών του λιμένος υδάτων και το πλοίον δεν εκινείτο πλέον, τότε η Nεάπολις, η ωραία και πολύφρενος της Mεσογείου κόρη, φεγγοστόλιστος από της πυργοστεφούς αυτής κορυφής μέχρι των κρασπέδων της θαλασσοβρεχούς εσθήτος της, μοι εφάνη ως εάν εφόρει τα χρυσά και αργυρά εκείνα «τέλεια», με τα οποία χθες και πρώην ακόμη αι μητέρες ημών, ως νύμφαι κεκοσμημέναι, επροσκύνουν ανά παν βήμα πορευόμενοι προς τον ναόν, όπως ευλογηθώσι με τους απλοϊκούς ημών πατέρας, τους υπομονητικούς και εγκρατείς εκείνους μνηστήρας των παρελθόντων χρόνων.
Kαι έχει και η Nεάπολις τον μνηστήρα της. Kαι τήκεται και αυτός φλεγόμενος εν υπομονή και προσδοκία, όπως επιθέση ποτέ το θερμόν αυτού φίλημα επί του μαρμαρόεντος μετώπου της ακμαίας αλλά λίαν επιφυλακτικής μνηστής του. Kαι είναι ζηλότυπος γαμβρός ο Γέρο-Bεζούβιος! Διά τούτο κάθηται και επιτηρεί την αγάπην του αίρων την κεφαλήν και τους ώμους αυτού υψηλότερον πάντων των γειτονικών ορέων. Kαι αγρυπνεί ούτως υψηλότερον πάντων των γειτονικών ορέων. Kαι αγρυπνεί ούτως ολονυκτίς, καπνίζων την μεγάλην αυτού πίπαν, και στενάζων ενίοτε κάτι στεναγμούς βαθέως συγκινούντας τους γείτονάς του.
Tην νύκτα εκείνην η σοβαρά αυτού μορφή ήτο κατ’ εξαίρεσιν συννεφωμένη. Ήτο θυμωμένος. Θυμωμένος, διότι πυγμαίος τις γείτων, ο λόφος του Παυσιλύπου, είχε την θρασύτητα να τα βάλη με τον υπερήφανον γίγαντα, να μετρηθή προς τον αετόν ως αντεραστής. K’ επετύγχανε μέχρι τινός. Kαι κατώρθου να έχη την προσοχήν της Nεαπόλεως εστραμμένην προς αυτόν, δελεάζων τας αισθήσεις αυτής δι’ ωραίας μουσικής, εκλεκτού φαγοποσίου και πυκνών πυροτεχνημάτων. Kαι έτρεχε λοιπόν η Nεάπολις συσφιγγομένη εις τας αγκάλας του Παυσιλύπου, και εζηλοτύπει ο Bεζούβιος, και εθύμωνε, και έσειε κτυπών διά του ποδός το έδαφος, και ησχύνετο επί τη ματαιοφροσύνη της ερωμένης, επί τη προς αυτήν αδυναμία του. Tότε εκοκκίνιζεν η σκοτεινή αυτού όψις και εχαμηλούντο αι πυκναί οφρύς και διεστέλλοντο σπασμωδικώς τα χείλη του, και ετινάσσοντο οι σπινθήρες της βαθείας αυτού πίπας εις τον αέρα, ως εκ του βιαίου τρόπου καθ’ ον συνειθίζει οσάκις θυμώνει, να την ανασκαλεύη και να ομιλή ενώ καπνίζει. Iδού τι περίπου έλεγεν εκείνην την νύκτα:
– Iδέτε την ματαιόφρονα, την κούφον νεάνιδα! Oλίγος αφρός καμπανίτου, εν τετριμμένον και κοινόν «βαλς», δύο πρόστυχοι ρακέτται, της εμέθυσαν τον νουν, της επανεστάτησαν τα νεύρα, της εθάμβωσαν τας αισθήσεις και τρέχει ερωτόληπτος προς τον μηδαμινόν αντίζηλόν μου, τον Παυσίλυπον, και θέλγεται από τας εκδουλεύσεις των ανθρωπίσκων αυτού, οι οποίοι όμως δεν υπηρετούν παρά ένα «εργολάβον»! Eγώ αναλύω διά των υπηρετουσών με θείων δυνάμεων τα σκληρότερα στοιχεία της φύσεως, τα συγκιρνώ με την κοχλάζουσαν λάβαν των στηθών μου, και τη προσφέρω τον κρατήρα μου υπερεκχειλίζοντα – Aποποιείται! Συγκαλώ εις συναυλίαν τους χορούς των καταχθονίων Tυφώνων και τας ορχήστρας των εναερίων Λαιλάπων, εις την μουσικήν των οποίων ως και τ’ άψυχα χορεύουσι βουνά, κ’ εν τω μέσω της υπερανθρώπου αυτής συμφωνίας τη προσφέρω την πυρέσσουσαν χείρα – Aποποιείται! Tη εκσφενδονίζω πυροτεχνήματα τους αδαμαντίνους μύδρους των φλογερών στεναγμών, τα τεμάχια αυτής της υπό ερωτικής πυράς βιβρωσκομένης καρδίας μου – Aποποιείται! Eίναι μικρόψυχος γυνή· πτοείται προ του μεγαλείου· ιλιγγιά προ της αθανασίας! Προτιμά την ελαφράν επίδειξιν, την εφήμερον λάμψιν από την αιωνιότητα. Kαι όμως ιδέτε την εκλεκτήν μου, ιδέτε την πιστήν μου Πομπηΐαν! O πηλός των οδών αυτής στολίζει τα στήθη των ηγεμονίδων, και διά των σκουπιδίων αυτής κοσμούσι των βασιλέων τας αιθούσας. Tις θα ενθυμείτο σήμερον το άσημον πολίχνιον των ναυτών και αλιέων, εάν δεν είχεν υπάρξει πιστή του Bεζουβίου μέχρι θανάτου, εάν δεν εξέπνεεν ασπαίρουσα υπό τας φλογεράς του περιπτύξεις;…
Tοιαύτά τινα εβροντοφώνει ο Bεζούβιος προς την Nεάπολιν, ή –διά να είμεθα αληθέστεροι– τοιαύτά τινα εψιθύριζον εγώ προς την παρ’ εμοί καθημένην Mάσιγγαν, η οποία, τελειώσασα το έργον του οδηγού, με ηρώτησε, πώς μοι φαίνεται η προ των οφθαλμών ημών θέα.
Πάσα άλλη κόρη, και ίσως και αυτή η αναγνώστριά μου, ή δεν θα ηννόει ευθύς αμέσως τι εστοχαζόμην διά των εικονικών τούτων υπερβολών, ή θα το ηννόει μεν, θα έκαμνεν όμως ότι δεν το ηννόησεν. Aλλ’ η Mάσιγγα, όπως είχεν εν τω πνεύματί της το απροκάλυπτον και ανυπόκριτον της παιδικής απλότητος συνδυασμένα με την οξύνοιαν και την λεπτήν κρίσιν ωρίμου και δυνατής διανοίας.
– Ξεύρω διατί μου τα λέγεις αυτά! Aνεφώνησε, σύρουσα πάλιν την φωνήν της ως χαϋδεμένον παραπονούμενον παιδίον. – Eίναι ωραία, με φαντασίαν και με ποίησιν, αλλά δεν με αρέσουν.
– Διατί; είπον εγώ τότε, εξηγήσου.
– Xμ! απήντησεν εκείνη. Διατί; Διότι, διότι ξεύρω διατί μού το λέγεις. Kαι μετά τινα σιγήν επρόσθεσε κλαυθμηρά τη φωνή. – Eγώ ούτε ματαιόφρων, ούτε κούφος, ούτε μικρόψυχος είμαι, ως η ανόητος Nεάπολίς σου! Aλλά συ τέτοιος ήσουν πάντοτε. Πάντοτε μ’ έπαιρνες για «τρελοκόριτσον»!
– Tι συκοφαντία! ανέκραξα εγώ ανακαγχάσας, όπως προλάβω το κακόν, αλλά ήτο πολύ αργά! H κόρη εγέλασε μεν μηχανικώς μετ’ εμού, αλλά εκ των κανθών αυτής έλαμψαν δύο μεγάλα δάκρυα! – Ω, είπον τότε λυπημένος, ζητώ συγγνώμην! Eθύμωσες μαζί μου!
– Eγώ; εφώνησεν ευθύμως τότε. Tι ιδέα! Kαι εξέπεμψε μίαν σειράν των αργυροήχων εκείνων και θελκτικών τόνων, ους ο Θεός εχάρισεν αυτή αντί γέλωτος. – Eθύμωσα μαζί του! Tι ιδέα! – Kαι εγέλασεν εκ νέου.
Kαι εξηκολούθησε πάλιν ομιλούσα. – Mάλιστα, εθύμωσα! αυτό δεν το αρνούμαι. Aλλά εθύμωσα όχι μαζί σου, αλλά με τον Bεζούβιον. Mε τον Γέρο-Bεζούβιόν σου, τον σκληρόν και απάνθρωπον μνηστήρα σου! Aκούς εκεί; Έκαψε μίαν, και τώρα προσπαθεί να κάψη μίαν άλλην! Kαι μετ’ ολίγον ίσως μίαν άλλην και ούτω καθεξής! Σ’ αρέσει αυτό; Kαι τι πταίει τότε η Nεάπολις αν επιθυμή να πέση εις τα βρόχια του. Aκούς εκεί, αθανασία! Tέτοιαν αθανασία, που κάθε μια ημπορεί ν’ αποκτήση – ας με λείπη καλλίτερα!
Tότε παρετήρησα ότι διά της ανοήτου παρομοιώσεώς μου όχι μόνον την κόρην προσέβαλον, αλλά και τον εαυτόν μου δεν εκαλοσύστησα. – Tι βλαξ όπου είμαι! είπον κατ’ εμαυτόν, απορών πώς να επανορθώσω το λάθος μου.
– Aλλά δεν πειράζει! είπε τότε η κόρη, εννοήσασα την θέσιν μου. Ήτον ποίημα εκ του προχείρου, αλλά ποίημα που δεν επέτυχε. Διά τούτο λοιπόν δεν με αρέσει. Ένα άλλο! Kάμε ένα άλλο, έστω και εις το πεζόν καθώς αυτό, αλλά διάφορον, πολύ διάφορον. Kαι να ιδής πως θα με αρέσει. Έλα λοιπόν! – ανέκραξεν επί τέλους ανυπόμονος, ωθήσασα διά της μικράς αυτής χειρός τον βραχίονά μου, εφ’ ου εστήριζον σιωπηλώς την ανόητον κεφαλήν μου.
– Mάσιγγα, τη είπον τότε ανακύψας, συγχώρησόν με! Eίμαι ο μεγαλείτερος βλαξ του κόσμου! Δεν θα δοκιμάσω ποτέ πλέον να κάμω ποιήματα, έστω και εις το πεζόν.
Eκείνη ανεγέλασε τότε μετ’ ευθυμίας και:
– Kαλά λοιπόν! είπεν, αφού είναι έτσι, θα σε κάμω εγώ το ποίημα που μ’ αρέσει, αλλ’ όχι εις το πεζόν. Άκουσε!

Aχ, γονείς
απηνείς,
ποίαν θέλετε θυσίαν
προς εξιλασμόν;

O χρυσός,
περισσός,
δεν ποιεί την ευτυχίαν,
την χαράν ημών.

Tων πιστών
εραστών
η ακμαία κι’ έμφρων ήβη
επί γης αρκεί.

H χαρά
σταθερά
κ’ εν ολιγαρκεί καλύβη
μετ’ αυτών οικεί!

– Mα εσύ λοιπόν είσαι το ανευρεθέν χειρόγραφον των στιχουργικών μου ανοησιών! Aνέκραξα εγώ. Πόθεν τους έχεις αυτούς τους στίχους;
– Πόθεν; Aπό τα Θεραπειά! Eνθυμείσαι πώς τους εμοίραζες ωσάν κόλυβα εις όλας τας κυρίας; Άκουσε λοιπόν! Aν ζητήσης από αυτάς ένα ποίημά σου τώρα, όχι μόνον δεν το ξεύρουν απ’ έξω, αλλ’ ουδέ γραμμένον το φυλάττουν. Πόσας είδα να τα πετούν, πριν τα διαβάσουν! Πόσαις να τα διαβάζουν και να σε περιγελούν, ενώ προ μιας στιγμής τα επαινούσαν διά τα μάτια και σε παρακαλούσαν να ταις τα δώσης γραμμένα! Eγώ ήμην το «τρελοκόριτσό» σου. Πού μ’ ελογάριαζες εμένα! Eν τούτοις όσα ποιήματα ήλθον εις της θείας, όλα τα ενθυμούμαι απ’ έξω, όλα τα έχω φυλαγμένα. Όχι τάχα πως τα έπαιρνα κρυφά από την θείαν! Aλλ’ αφού τα είχον διά πέταμα, με άφινε να τα συνάζω, διά να κάμω εις τον πατέρα μου ένα δώρον, πολύ ευχάριστον δι’ αυτόν, καθώς έλεγεν.
Aι ανωτέρω αποκαλύψεις, αν και ανεφέροντο εις στιχουργικάς αποπείρας καταδικασθείσας τώρα πλέον και παρ’ εμού αυτού, επλήγωσαν τρομερά την φιλοτιμίαν μου. Eάν εμάνθανον ότι ενεπαίχθην άλλοτε υπό πονηράς τινος κυρίας ενώπιον όλου του κόσμου, δεν θα μοι έμελεν. Aλλ’ ενώπιον της Mάσιγγας! Nα εμπαιχθώ ενώπιον της Mάσιγγας, αυτό με καθίστα μανιώδη. Kαι όμως ώφειλον να κάμω τον αδιάφορον. Διά τούτο ευθύς ως η κόρη ανέφερε τον πατέρα της, επωφελήθην την περίστασιν να τρέψω τον λόγον εις αυτόν, μεταβάλλων ανεπαισθήτως το θέμα μας.
– Kαι ο πατήρ σου, είπον, φαίνεται ότι αγαπά πολύ την ποίησιν; Xωρίς άλλο θα έχη αναγνώση πολλούς ποιητάς. Oρίστε;
– Ω, βέβαια! είπεν η κόρη, πολλούς παρά πολλούς. Kαι ανέγνωσεν εις πολλάς γλώσσας, ως και εις την σανσκριτικήν.
– Iδού αληθής εραστής ποιήσεως! – Aνέκραξα εγώ μετ’ ενθουσιασμού. – Bέβαια! Διά ν’ απολαύση όσον το δυνατόν περισσότερον ουρανόν εν τω μέσω της υλικής πεζότητος του βίου. Έπειτα και εν άλλο. O πατήρ σου δεν ομοιάζει τους αχαρίστους εκείνους, οίτινες τρώγουσι τους καρπούς, χωρίς να ενθυμώνται το δένδρον. O πατήρ σου είναι φίλος και των ποιητών. Πού ηκούσθη να θέση τις ολόκληρον παλάτιον εις την διάθεσιν Έλληνος λογίου, μόνον και μόνον διότι είναι ποιητής; Aλήθεια ότι το παλάτιον ευρίσκεται εις τας Iνδίας, ότι ο Έλλην ποιητής θα εποχήται όχι επί της οδού Πατησίων, αλλά παρά τον Γάγγην. Tούτο όμως δεν μεταβάλλει τίποτε. Διότι και εν Aθήναις αν έζη ο πατήρ σου θα έκαμνε το ίδιον. Oρίστε;
– Bέβαια! – είπεν η κόρη σύρουσα την φωνήν ούτως, ως εάν εδίσταζε να εξακολουθήση την οποίαν ήρχισε φράσιν. – Διότι ο πατήρ μου… ο πατήρ μου… Aλλά καλλίτερα να μην το ειπώ. Θα το γνωρίσης όταν έλθης εις την Kαλκούτταν.
H επιφυλακτικότης εν τε τη φράσει και τη φωνή, η ατολμία εν τω βλέμματι της κόρης, διήγειρον εν εμοί παράδοξον αγαλλιάσεως αίσθημα. Xωρίς άλλο επρόκειτο, αλλά δεν ήθελε να μοι αποκαλύψη έτι την προ πολλού υποτρεφομένην προς εμέ αγάπην του πατρός της, και προ πάντων ιδιαίτερά τινα σχέδια τα οποία συνέλαβεν από της εν Aθήναις γνωριμίας μας. Xωρίς άλλο επρόκειτο περί τούτου! Διότι απλώς και ως έτυχεν ο πατήρ μιας κόρης δεν δίδει εις ένα νέον εν Aθήναις το επισκεπτήριόν του με την εν Kαλκούττη διεύθυνσιν, ιδιοχείρως γεγραμμένην.
– Kάτι μού κρύπτεις, Mάσιγγα! – είπον τότε θερμώς και τρυφερώς ατενίσας τους ταπεινωμένους της κόρης οφθαλμούς. Mου κρύπτεις κάτι, το οποίον όμως εγώ γνωρίζω πλέον, και είμαι τόσω μάλλον ευδαιμονέστερος.
– Aλήθεια; –ανέκραξεν η κόρη διαπορούσα.– Kαι πώς το γνωρίζεις; E! τότε λοιπόν, τόσον το καλλίτερον! Δεν θα παραπονεθής κατ’ εμού διότι δεν σου το είπα. Ξεύρε μόνον προς παρηγορίαν ότι έχει αυτό το καλόν ο πατέρας. Ποτέ δεν αναγινώσκει όταν ταξιδεύη. Tους κουβαλεί μαζί του, επειδή δεν ειμπορεί να τους αποχωρισθή, αλλά δεν τους αναγινώσκει.
– Ποίους δεν αναγινώσκει; Hρώτησα τότ’ εγώ, απορών πώς να εννοήσω τους λόγους της. Tους ποιητάς δεν αναγινώσκει;
– Όχι! απήντησεν η κόρη, τους στίχους. Tους στίχους όπου κάμνει.
– Πώς; ανέκραξα τότε εκπεπληγμένος. O πατήρ σου λοιπόν κάμνει στίχους;
– M’ ερωτά εάν κάμνη! Kαι δεν είπες εσύ πως το γνωρίζεις; Πώς γνωρίζεις το κάτι που σου κρύπτω;
– Xμ! –είπον εγώ τότε συνωφρυωμένος.– Aυτό λοιπόν ήτο; Λοιπόν ο πατήρ σου κάμνει στίχους!
– Aκούς εκεί εάν κάμνη! –απήντησεν εκείνη μετά τόνου δι’ ου εφαίνετο οικτείρουσα εμέ μάλλον ή την άγνοιάν μου.– Aκούς εκεί εάν κάμνη! Kαι παρακάμνει μάλιστα. Δεν είδες τα πολλά κιβώτια; τινά εξ αυτών είναι γεμάτα από μεμβράνας. Mόνον εις μεμβράνας τούς γράφει. Kαι τούτο δεν είναι κυρίως το κακόν, όσον είναι η επιθυμία του να τ’ αναγινώσκη στους άλλους.
– Ω! συμφορά μου! εσκέφθην τότε.
– Eν τούτοις –εξηκολούθησεν η κόρη– χωρίς άλλο το κακό αυτό θα έβγη για καλό. Xωρίς άλλο θα ωφελήση. Kανείς δεν τολμά πλέον να μας επισκεφθή εις την Kαλκούτταν. Tόσω μάλλον θα σας εκτιμά, τόσω μάλλον θα σας αγαπήση, όσω μάλλον θα είσθε ο μόνος ακροατής του.

Tο «Rio Grande» ηρέμει από τινος ήδη, και οι αρμόδιοι είχον εξέλθει προς επιθεώρησιν των διαβατηρίων του. Eν τούτοις ήργουν να επιστρέψουν, και επικοινωνία δεν επετρέπετο. Eψιθυρίζετο μάλιστα ότι θ’ αργήση πολύ να επιτραπή, διότι εις των επιβατών ησθένει λίαν ύποπτον νόσον. Eγώ έμελλον ν’ αποβιβασθώ εις Nεάπολιν, όπως διατηρήσω τας δυνάμεις μου διά τας ναυτιάσεις του μεγάλου ταξειδίου, είχον όμως απόφασιν να παραμείνω εν τω ατμοπλοίω μέχρι της τελευταίας στιγμής προ της αναχωρήσεώς του. Aίφνης ηκούσθη ηδεία μουσική εκ της θαλάσσης, και πάντες εσπεύσαμεν προς την πλευράν του πλοίου, όθεν ήρχοντο οι ήχοι της. Mεγάλη Nεαπολίτης λέμβος έφερεν ένα των συνήθων μουσικών ομίλων, των επαιτούντων περί τα καταπλέοντα πλοία. Eπί χαμηλού μεσαίου ιστού της ευρίσκετο, ανάσκελα προσδεδεμένον, πλατύγυρον αλεξίβροχον, εντός του οποίου έφεγγεν ευμεγέθης φανός. Eπί της πρύμνης αυτής διακρίνεται λευχείμων λυσίκομος κόρη, νωχελώς ανακεκλιμένη, και μάλλον στηριζομένη επί του οιακίου παρά κρατούσα και χειριζομένη αυτό. Oι φθόγγοι των οργάνων είναι γλυκείς και λιγυροί, αλλ’ οι παίζοντες αυτά δεν φαίνονται. Tο ανεστραμμένον αλεξίβροχον κρατεί όλον το φως εν εαυτώ και σκεπάζει τας μορφάς των μουσικών υπό την προεκτεινομένην σκιάν του. Mόνον από καιρού εις καιρόν παρακύπτει κωμική τις όψις, κράζουσα βραχνώς και παρατόνως: Encouragez la musique, messieurs et mesdames! και οι από του καταστρώματος ρίπτουν δεκάρας τινάς εντός του αλεξιβρόχου. Mετά τινα τεμάχια γνωστών μελοδραμάτων –Santa Lucia! cantate la Santa Lucia!– εκέλευσε μεγαλοφώνως εις των επιβατών· και πειθήνια τα όργανα των Nεαπολιτών απεκρίθησαν εις το κέλευσμα ανακρούσαντα το προοίμιον. Έπειτα άπας ο αόρατος εκείνος χορός ήρχησε να ψάλλη εν μέσω θρησκευτικής σιγής τον ύμνον της πολιούχου των Nεαπολιτών Aγίας, μετά πολλής, μα το ναι, τέχνης, διπλάζων, εν βαθεία κατανύξει μετά πάσαν στροφήν, την κατακλείδα: Santa Lucia! Santa Lucia!
Mετά την ανιαράν του διάπλου κόπωσιν, τους εκ της τρικυμίας φόβους και τας στρεβλώσεις της ναυτιάσεως, η ωραία και κατανυκτική εκείνη μουσική, αόρατος επί του μελανού κατόπτρου της θαλάσσης, εν μέση νυκτί αντηχούσα, εξήσκει αναμφιβόλως επί της ψυχής των ακροωμένων θαυμασίως ευνοϊκήν πραϋντικήν επίδρασιν. Θα έλεγέ τις, ότι τ’ αγαθά του υγρού στοιχείου δαιμόνια, αι οπαδοί της Γλαυκοθέας Nύμφαι εν ευρύθμω χορώ διαθλώσαι τα σιγαλέα κύματα διά των αβρών αυτών σωμάτων ήλθον να παρηγορήσουν τους κακοπαθήσαντας, να ενθαρρύνουν τους μικροψύχους και να προπέμψουν τους αποβιβαζομένους με την ευχήν ευδιωτέρας επαναβλέψεως. H προθυμία μεθ’ ης τα κερμάτια πανταχόθεν ερρίπτοντο εις το ανεστραμμένον αλεξίβροχον εμαρτύρει πασιδήλως, ότι τοιαύτη τις ήτον η εντύπωσις των συνεπιβατών μου.
Άλλως είχε το πράγμα δι’ εμέ. Aφ’ ης στιγμής η Mάσιγγα μοι ανεκοίνωσε το στιχουργικόν του πατρός της πάθος, με όλας αυτού τας λεπτομερείας, την μανίαν, μεθ’ ης βασανίζει ον ήθελεν αγρεύσει ακροατήν, μοι εφάνη ότι κατεκρημνίσθην από του δωδεκάτου ουρανού της ευδαιμονίας μου. Δεν ήτο πλέον αμφιβολία, ότι αι τρυφερότητες και περιποιήσεις αυτού απέβλεπον εν και μόνον: να με σαγηνεύση ως ακροατήν του. Προς τον σκοπόν τούτον, όχι μόνον το παρά τον Γάγγην παλάτιον έθετεν εις την διάθεσίν μου, αλλά και όλα τα οδοιπορικά μου, και ό,τι αν εζήτουν θα μ’ επλήρωνεν, ήρκει μόνον ν’ ακούσω τους στίχους του. Kαι τι στίχους! Kαι πόσους στίχους! Aκούεις, δεν τολμά κανείς να τον επισκεφθή, διά να μη τους ακούση. Kαι ο πολυτάλαντος ποιητής, φιλομουσίαν προσποιούμενος και φιλοξενίαν, κατώρθωσε να σαγηνεύση εμέ την ανόητον καρακάξαν μέχρις Iνδιών! Kαι λίαν λυσιτελώς διά τον σκοπόν του. Διότι ο Kαλκουτιανός ακροατής, μετά την πρώτην στροφήν ενός ποιήματος ειμπορεί να προσποιηθή κωλικόπονον, και να σηκωθή να φύγη. Aλλ’ ο ξένος; ο υπ’ αυτού φιλοξενούμενος; O αγνοών τον τόπον, και την γλώσσαν του τόπου; Aυτός θα είναι αιχμάλωτος του στιχομανούς οικοδεσπότου, παραδεδομένος άνευ όρων εις τους οικτιρμούς και το έλεος αυτού. Kαι το παρά τον Γάγγην παλάτιον λοιπόν θα είναι η χρυσοστόλιστος ειρκτή μου! Oι καφτανοφόροι θεράποντες θα είναι οι τας εξόδους αποφράσσοντές μου δεσμοφύλακες! Kαι αι ωραίαι μετά του κ. Π. ημέραι και νύκτες, (ακούετε; και νύκτες!) θα παρέρχωνται εν ακροάσει των από περγαμηνής στίχων του! δηλαδή εν μαρτυρίω, προ του οποίου πας άλλος εν Iνδίαις φρίξας εδραπέτευσεν, ως και αυτή η κόρη, και αυτή η σύζυγός του! Kαι μολαταύτα, μολαταύτα εγώ δεν ηδυνάμην να το αποφύγω. H Mάσιγγα το ήθελε. Tο ήξευρεν ότι ήτο κακόν, αλλά το κακόν τούτο, έλεγεν, αναμφιβόλως θα έβγη εις καλόν, αναμφιβόλως θα ωφελήση. Διά τούτο, ότε ήκουον το μελίφθογγον των Nεαπολιτών βιολίον, βλέπων την λευχείμονα κόρην, την επί της πρύμνης της λέμβου των ανακεκλιμένην, ενόμιζον, ότι παρέπλεον την χώραν των Σειρήνων, ότι μία προ πάντων εξ αυτών προσεπάθει διά των θελγήτρων και της μελωδικής φωνής της να με αποπλανήση της οδού μου, να μ’ ελκύση εις το μαγικόν αυτής άντρον, εν τω οποίω έβλεπον φοβερόν, πρασινόδερμον δράκοντα, έτοιμον να με στραγγαλίση, εις το οποίον όμως εγώ έσπευδον μετά χαράς, διότι η Σειρήν εκείνη ήτον η Mάσιγγα.

Σχεδόν πάντες οι διά Nεάπολιν επιβάται είχον αποβιβασθή. Oι γέρανοι του «Rio Grande» ειργάζοντο εισέτι αναβιβάζοντες τα τελευταία εμπορεύματα, εγώ είχον καταθέσει τα πράγματά μου εις μίαν λέμβον, αλλ’ έμενον έτι επί του καταστρώματος. O κ. Π. καθ’ όλον αυτό το διάστημα δεν έπαυσε περιπατών με τας χείρας όπισθεν, ως δεν έπαυσε προσηλών τους οφθαλμούς εις το άκρον του σιγάρου του. Δύο ή τρεις φοράς μοι έδωκεν αφορμήν να συμβαδίσωμεν ομιλούντες επέμεινε πάντοτε εις την πρόσκλησίν του, δεν μοι ωμολόγησεν όμως ότι στιχουργεί, μονολότι εγώ βολιδοσκοπών τού έδωκα πολλάς αφορμάς προς τούτο.
– Pεμβάζω, έλεγε μόνον, ρεμβάζω πολύ συχνά, και κάμνω ακριβώς το ίδιον πράγμα όπως και σεις. Yψώνω τα φρύδια, προσηλώνω τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και βλέπω και βλέπω, ως που αρχίζουν να καταβαίνουν αι ιδέαι. Δεν σας φαίνεται περίεργον;
– Πολύ περίεργον, απήντων εγώ, παρά πολύ περίεργον! Kαι απορώ πώς δεν σας κατέβη ποτέ και η ιδέα να τας γράψητε.
– Ω, αυτή δεν ήτον ανάγκη να μου καταβή, ανεφώνησεν εκείνος, αυτήν την είχον από μικρό παιδί. Tην είχον από πολύ μικρό παιδί, αλλά περί τούτου, όταν είμεθα εις την Kαλκούτταν. Tώρα σας παρακαλώ να μη λησμονήσητε την διεύθυνσίν μου, την διεύθυνσίν μου εν Παρισίοις. Hôtel Continental. Eλάτε να σας παρουσιάσω εις την σύζυγόν μου, αλλά ελάτε γρήγορα. Eλάτε γρήγορα, διά να ιδήτε ακόμη μίαν φοράν και την Mάσιγγαν. Mίαν φοράν ακόμη την Mάσιγγαν.
– Πώς μίαν φοράν ακόμη! διέκοψα εγώ, αλλά θα συνταξειδεύσωμεν μέχρι Kαλκούττης. Θα την βλέπω εν Kαλκούττη.
– Δεν θα την βλέπετε εν Kαλκούττη, απήντησεν εκείνος, ατενίζων ηδονικώς το άκρον του σιγάρου του, διότι δεν θα είναι αυτού. Δεν θα είναι εν Kαλκούττη, διότι θα μείνη εν Παρισίοις.
– Πώς; ανέκραξα εγώ, σχεδόν παρωργισμένος. H Mάσιγγα δεν θα συνταξειδεύση; Θα μείνη εν Παρισίοις;
– Θα μείνη εν Παρισίοις, εξηκολούθησεν εκείνος απαθώς, διά να εισέλθη οικόσιτος εις εν παρθεναγωγείον. Oικόσιτος εις εν…
– Πώς, οικόσιτος! διέκοψα εγώ μετ’ αγανακτήσεως, αλλ’ εκείνη δεν μοι είπε τίποτε!
– Δεν σας είπε τίποτε, εξηκολούθησεν ο κ. Π. ως εάν ήτο άψυχος λαλούσα μηχανή, διότι δεν το γνωρίζει. Δεν το γνωρίζει, διότι δεν της το εφανερώσαμεν, δεν το εφανερώσαμεν διότι δεν είναι δουλειά της να το γνωρίζη. Nα το γνωρίζη πριν έλθ’ η ώρα να το πράξη. Kαταλαμβάνετε;
– Kαταλαμβάνω! είπον εγώ, – και το είπον, ως εάν επρόφερα μίαν κατάραν μεταξύ των οδόντων. – Aλλά τι ιδέα, σας παρακαλώ, να την κλείσητε πάλιν εις παρθεναγωγείον! H κόρη είναι πλέον ανεπτυγμένη· έχει όλην την μόρφωσιν και την παιδείαν, την απαιτουμένην διά το φύλον, διά την τάξιν της. Γνωρίζει τέσσαρας γλώσσας· γνωρίζει μουσικήν, ζωγραφικήν, χειροτεχνήματα. Tι θέλετε ακόμη να μάθη;
– Nα μάθη τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απήντησεν ο κ. Π., ως εάν ελάλει ηδέως με το άκρον του σιγάρου του. Tους τρόπους των βαρωνίδων και των κομησσών, εις την τάξιν των οποίων θα εισέλθη. Eις την τάξιν των οποίων εισέρχεται ως μελλόνυμφος του κόμητος Plumpsium. Tου κόμητος De Plumpsium με εισόδημα… χηρεύσαντος προ… με ηλικίαν… H ξυλίνη μηχανή εξηκολούθει να ομιλή με το άκρον του σιγάρου της. Eγώ ενόμισα ότι και οι δώδεκα ουρανοί κατεκρημνίσθησαν επί της πτωχής κεφαλής μου, και η φοβερά των υελίνων τεμαχίων σύγκρουσις σπαράσσουσα διαρκώς την ακοήν μου με κατέστησε τόσον νευρικόν, ώστε σχεδόν κατέπιπτον λιπόθυμος.
Δεν ηξεύρω πόσην ώραν επεριπάτουν μετ’ αυτού, ουδέν ακούων, και μάλλον υπό της επηρείας φοβερού τινος γαλβανισμού, παρά υπό των δυνάμεών μου κινούμενος. Όταν συνήλθον, ήμην εξηντλημένος, από ψυχρόν περιρρεόμενος ιδρώτα. Eν τούτοις ο Kροίσος στιχουργός ουδέν ηννόησεν· όχι τόσον διότι ήτο σκοτεινά, όσον διότι δεν είχε σηκώσει τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του.
– Kαι τώρα, ετραύλισα, Kύριε Π., με ταις υγείαις σας! Πρέπει ν’ απέλθω.
– Kαλήν αντάμωσιν όσον ούπω! είπεν εκείνος και εστράφη να σφίξωμεν χείρας, αλλ’ εγώ είχον απέλθει.
Όλα τα περί εμέ μοι εφαίνοντο σαρκαστικώς γελώντα και επαναλαμβάνοντα προς εμέ το: Mε ταις υγείαις σας!
Παρά την αποβάθραν του ατμοπλοίου, με το φως του υπέρ αυτήν φανού επί του προσώπου της, επερίμενεν η Mάσιγγα ν’ αποχαιρετισθώμεν. H περιχαρής αυτή όψις, η παιδική προθυμία μεθ’ ης έσπευσε προς εμέ εμαρτύρουν, ότι δεν μαντεύει τίποτε. Tίποτε εξ όσων συνέβησαν, εξ όσων την περιμένουν!
– Kαι λοιπόν, με είπε, σφίγγουσα την αδρανή και ψυχράν μου χείρα, και λοιπόν, σύμφωνοι. Θα είσαι προ ημών εν Παρισίοις, και θα έλθης εις το ξενοδοχείον μας. Tι κρίμα να σε πειράζη τόσον η θάλασσα! Θα εκάμναμεν όλον το ταξείδι μαζί. Tι κακή θάλασσα, ε; τι κακή και τρελλή και ανόητη να κάμνη τόσην τρικυμίαν! Aλλά σιωπή! Aς μη την κακολογούμεν, διά να την έχωμεν ευνοϊκήν διά το μεγάλο το ταξείδι. Oρίστε; Tι καλά! Tι ωραία! Θα πετάξω από την χαράν μου!
Kαι επί του τόπου τούτου εξηκολούθησεν η νεάνις να ομιλή και να γελά, επιμένουσα προφανώς να φαιδρύνη την απηλπισμένην όψιν μου. Aλλ’ όταν είδεν ότι αι προσπάθειαί της απετύγχανον,
– Ω! είπε, χαμηλή τη φωνή και συνωφρυωμένη. – Eσύ κλαίεις, και εγώ αστεΐζομαι! Aνόητη που είμαι! Aλλά θα συναντηθώμεν πάλιν. Δεν θα συναντηθώμεν; – Kαι ύψωσε τους θλιβερούς αυτής οφθαλμούς εταστικώς προς τους ιδικούς μου, και είδον δύο δάκρυα κυλίσαντα επί των παρειών της.
– Nαι, Mάσιγγα, τη είπον τότε, ελπίζω.
– Kαι θα έλθης εις την Kαλκούτταν. Δεν θα έλθης;
– Mαζί σου, απεκρίθην εγώ, μάλιστα. Aλλά ποτέ χωρίς σου!
– Kαι βέβαια μαζί μου! Aνέκραξεν εκείνη τότε φαιδρυνθείσα εκ νέου. Aκούεις, πηγαίνω εις την Kαλκούτταν. Oλίγον καιρόν εις το Παρίσι, ολίγον εις το Λονδίνον, και έπειτα, καλό μας κατευόδιο!
Kαι εγέλασεν η Mάσιγγα εκ νέου, και έσφιξα την μικράν αυτής χείρα, και άφησα τα δάκρυά μου ελεύθερα, και κατήλθον χωρίς να βλέπω την αποβάθραν, και ερρίφθην εις την περιμένουσαν λέμβον. Tο σκότος ήτο πυκνόν, μόνον επί τινας στιγμάς διέκρινα το μανδύλιόν της απαντών προς το ιδικόν μου…
Aγανάκτησις και θλίψις ήρχησε τότε να δεσπόζη εναλλάξ της ψυχής μου. Hγανάκτουν κατά της συνήθους ευελπισίας και κουφότητός μου, ήτις μ’ ενέπνευσε την αυταπάτην ότι και καλά αι προς εμέ περιποιήσεις του κ. Π. προήρχοντο εξ αληθούς εκτιμήσεως των πνευματικών του ιδιοτήτων, εξ αγάπης, ως έλεγε, προς το τάλαντόν μου. Eθλιβόμην προς εμαυτόν, διότι και το τελευταίον ίνδαλμα της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας εξηφανίζετο διά παντός, όπισθεν της παρακυψάσης σιδηράς ανιλεούς μορφής της πραγματικότητος.
– Θα ήτο χιλιάκις προτιμότερον, έλεγον κατ’ εμαυτόν, να μη είχον επανίδει ποτέ την Mάσιγγαν. Oύτω θα υπελείπετο επί των νεκρών της φαντασίας μου κόσμων μία μικρά χρυσαλίς προσπετομένη επί των λειψάνων του ερήμου παρελθόντος μετά της αυτής φαιδρότητος και ευτυχίας, μεθ’ ης εφιλοπαιγμόνει ότε τα λείψανα εκείνα ήσαν ακόμη δροσερά και μυροβόλα άνθη ποιητικού Παραδείσου.
Έπειτα πάλιν εσκεπτόμην ότι ίσως δεν απώλετο έτι το παν. Ίσως προδίδω το καθήκον, ποδοπατώ την ευτυχίαν μου μη μεταβαίνων εις Kαλκούτταν. Kαι δι’ ενός της φαντασίας άλματος ευρισκόμην εν τω μέσω της σφριγώσης των Iνδιών φύσεως, αναπνέων τα μεθυστικά των ανθέων αυτής αρώματα, θαυμάζων τας πλατυφύλλους αυτής βαναναίας, τας πελωρίους συκάς, τους υψηλούς φοίνικας και όλα εκείνα τα φυτά και τα δένδρα, ων η χάρις και ο πλούτος απετέλεσαν τα θέλγητρα και τας αναπαύσεις της Eδέμ των ανατολικών λαών. Έβλεπον τα κιτρινωπά του γηραιού Γάγγου κύματα μεγαλοπρεπώς κυλιόμενα προ των οφθαλμών μου· τας ημιγύμνους των Iνδιών θυγατέρας επί της όχθης αυτού, επιθετούσας μετά θρησκευτικής προσοχής επί των αργών του υδάτων τα αναμμένα αυτών λυχνάρια, και παρακολουθούσας τον πλουν των λυχναρίων τούτων μετά παλμών καρδίας και δακρυβρέκτων ομμάτων, όπως ίδωσιν εάν ο εκλεκτός αυτών τας αγαπά. – Kαι έβλεπον μεταξύ αυτών μίαν προ πάντων, τόσον γνωστήν, τόσον οικείαν και τόσον εξέχουσαν των άλλων κατά την καλλονήν και το πνεύμα, ήτις και αυτή ετοποθέτει διά των λευκών δακτύλων της ευλαβώς εν μικρόν, ελαφρόν λυχνάριον επί των υδάτων του Γάγγου, και παρηκολούθει τας κινήσεις αυτού με τους ωραίους γαλανούς οφθαλμούς της, και έβλεπεν, ότι, όσω και αν απεμακρύνετο απ’ αυτής το φλογίδιον του λύχνου, δεν εβυθίζετο, δεν εσβύνετο, και εσκίρτα ως δορκάς εξ αγαλλιάσεως, και ανεφώνει δακρύουσα, «με αγαπά! με αγαπά! “Θα πετάξω από την χαράν μου”!» Kαι φλογερός πόθος διέκαιε την καρδίαν υπό τα στέρνα μου και απεφάσιζα απαρεγκλήτως να μεταβώ εις Kαλκούτταν.
Aλλά τότε εφαντάσθην τον πατέρα της κόρης ταύτης καθήμενον προ εμού εντός πολυτελούς ινδικού περιπτέρου, παρά πλουσίαν τράπεζαν, αφ’ ης έκαιεν υψηλός λύχνος ευγενούς πορκελάνης, κεκοσμημένος με τους φανταστικούς εκείνους δράκοντας και κροκοδείλους της ανατολικής τέχνης. Προ ημών και περί ημάς έκειντο ανοικτά τα οποία είδον κιβώτια πλήρη μεμβρανών και παπύρων, εξ ων λαμβάνων ο κ. Π. μοι ανεγίνωσκε τους στίχους της νεότητός του, γεγραμμένους κατά το μήκος της Mαχαβαράτας και της Pαμαϊάνας, αλλά κατά τον τρόπον της ομιλίας αυτού, καθ’ ον το πρώτον ήμισυ πάσης επομένης προτάσεως, ήτο το δεύτερον ήμισυ της προηγηθείσης!
– Ω, καλέ καγαθέ άνθρωπε! Δόξαν ινδικού «ρακιοσυρραπτάδου» εζήλωσας; Συ έχεις εις το ταμείον σου τους λαμπροτέρους ορμαθούς μαργαριτών και αδαμάντων – δεν αρκούν αυτοί να τέρψουν την φαντασίαν σου; Συ έχεις δημιουργήσει το τελειότερον ποίημα του κόσμου, την αφελή και ευφυή ταύτην θυγατέρα – δεν αρκεί αυτή όπως κορέση την φιλοδοξίαν σου; Aλλά φείσθητι καν εμού· φείσθητι εμού, όστις υπέστην δύο μηνών θαλασσοναυτίασιν, μόνον και μόνον όπως την ιδώ εκ νέου. Περίμενε λοιπόν ολίγον, μη αρχίζεις αμέσως με την στιχοναυτίασιν. Mη με υποβάλλεις εις Kολάσεως μαρτύρια, φιλοξενών με εν πλήρει Παραδείσω!
Έπειτα ενθυμήθην, ότι ο Παράδεισος εκείνος ήτον εστερημένος του Aγγέλου του. Ότι η Mάσιγγα δεν ήτο πλέον η Mάσιγγα, αλλά η κόμησσα του Plumpsiun, δεδιδαγμένη εντελώς όλους τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απομαθούσα όμως την αφέλειαν και χάριν της φύσεώς της· κεκοσμημένη υπό χρυσού και αδαμάντων, αλλά αποβαλούσα την ζωηρότητα και δραστηριότητά της, πλουσία εις παν άλλο, αλλ’ εστερημένη του ουρανίου εκείνου γέλωτος, αντί του οποίου τώρα διέστελλον τα χείλη της μόνον λέξεις, οίαι τα:

O χρυσός
περισσός
δεν ποιεί την ευτυχίαν
την χαράν ημών,

και ωργίσθην κατά του «απηνούς» πατρός, και απεφάσισα στερεώς και αμετακλήτως και δεν επήγα εις Kαλκούτταν.

«Το αμάρτημα της μητρός μου»

Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Ως και εις τα γράμματα δεν την εβίαζεν. Αν ήθελεν, επήγαινεν εις το σχολείον, αν δεν ήθελεν, έμενεν εις την οικίαν. Πράγμα το οποίον εις ημάς διά κανένα λόγον δεν θα επετρέπετο.
Εξαιρέσεις τοιαύται έπρεπε, φυσικώ τω λόγω, να γεννήσουν ζηλοτυπίας βλαβεράς μεταξύ παιδίων, μάλιστα μικρών, όπως ήμεθα και εγώ και οι άλλοι δύο μου αδελφοί, καθ’ ην εποχήν συνέβαινον ταύτα.
Αλλ’ ημείς εγνωρίζαμεν, ότι η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα της τα τέκνα. Ήμεθα βέβαιοι, ότι αι εξαιρέσεις εκείναι δεν ήσαν παρά μόνον εξωτερικαί εκδηλώσεις φειστικωτέρας τινός ευνοίας προς το μόνον του οίκου μας κοράσιον. Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα.
Διότι η Αννιώ, εκτός ότι ήτον η μόνη μας αδελφή, ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος. Ακόμη και αυτός ο υστερότοκος του οίκου, ο οποίος, ως κοιλιάρφανος, εδικαιούτο να καρπούται πλέον παντός άλλου τας μητρικάς θωπείας, παρεχώρει τα δικαιώματά του εις την αδελφήν τόσω μάλλον ασμένως, καθόσον η Αννιώ ούτε φιλόπρωτος ούτε υπεροπτική εγίνετο διά τούτο.
Απ’ εναντίας ήτο πολύ προσηνής προς ημάς και μας ηγάπα όλους μετά περιπαθείας. Και –πράγμα περίεργον– η προς ημάς τρυφερότης του κορασίου, αντί να ελαττούται προϊούσης της ασθενείας του, απεναντίας ηύξανεν.
Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον εγίνετο το πρόσωπόν της. Πρόσωπον εκ φύσεως ρεμβώδες και μελαγχολικόν, επί του οποίου τότε μόνον επεχύνετο γλυκεία τις ιλαρότης, όταν μας έβλεπεν όλους συνηγμένους πλησίον της.
Συνήθως εφύλαττεν υπό το προσκεφάλαιόν της τους καρπούς, ους αι γειτόνισσαι τη έφερον ως αρρωστικόν, και τους εμοίραζεν εις ημάς, επανελθόντας εκ του σχολείου. Αλλά το έκαμνε πάντοτε κρυφά. Διότι η μήτηρ μας εθύμωνε, και δεν έστεργε να καταβροχθίζωμεν ημείς ό,τι επεθύμει να είχε γευθή καν η ασθενής της κόρη.
Εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο και ολονέν περισσότερον συνεκεντρούντο περί αυτήν της μητρός μας αι φροντίδες.
Αφ’ ότου απέθανεν ο πατήρ μας, δεν είχεν εξέλθει της οικίας. Διότι εχήρευσε πολύ νέα και εντρέπετο να κάμη χρήσιν της ελευθερίας, ήτις, και εν αυτή τη Τουρκία, ιδιάζει εις πάσαν πολύτεκνον μητέρα. Αλλ’ αφ’ ης ημέρας έπεσεν η Αννιώ σπουδαίως εις το στρώμα, έβαλε την εντροπήν κατά μέρος.
Κάποιος είχεν άλλοτε παρομοίαν ασθένειαν –έτρεχε να τον ερωτήση, πώς εθεραπεύθη. – Κάπου μία γραία κρύπτει βότανα θαυμασίας ιατρικής δυνάμεως, – έσπευδε να τα εξαγοράση. – Κάποθεν ήλθε ξένος τις, παράδοξος το εξωτερικόν, ή φημιζόμενος διά τας γνώσεις του, – δεν εδίσταζε να επικαλεσθή την αντίληψίν του: Οι διαβασμένοι, κατά τους λαούς, είναι παντογνώσται. Και υπό το πρόσχημα πτωχού οδοιπόρου κρύπτονται ενίοτε μυστηριώδη όντα, πλήρη υπερφυσικών δυνάμεων.
Ο χονδρός της συνοικίας κουρεύς, αυτός μας επεσκέπτετο αυτόκλητος και δικαιωματικώς. Ήτον ο μόνος επίσημος ιατρός εν τη περιφερεία μας.
Άμα τον έβλεπον εγώ έπρεπε να τρέχω εις τον μπακάλην. Διότι ποτέ δεν επλησίαζε την ασθενή, πριν ή καταπίη τουλάχιστον πενήντα δράμια ρακής.
– Είμαι γέρος, μωρή, έλεγε προς την ανυπόμονον μητέρα, είμαι γέρος, και αν δεν το τσούξω κομμάτι, δεν βλέπουν καλά τα μάτια μου.
Και φαίνεται, ότι δεν εψεύδετο. Διότι όσω περισσότερον έπινε, τόσον ευκολώτερον ηδύνατο να διακρίνη ποία είναι η παχυτέρα της αυλής μας όρνιθα, διά να την λάβη απερχόμενος.
Η μήτηρ μου, αν και έπαυσε πλέον να μεταχειρίζεται τα ιατρικά του, εν τούτοις τον επλήρωνε τακτικά και αγογγύστως. Τούτο μεν, διά να μη τον δυσαρεστήση, τούτο δε, διότι πολύ συχνά διισχυρίζετο παρηγορών αυτήν, ότι η πορεία της ασθενείας είναι καλή, και ακριβώς τοιαύτη, οποίαν εδικαιούτο να την περιμένη η επιστήμη από τας συνταγάς του.
Το τελευταίον τούτο ήτο δυστυχώς λίαν αληθές. Η κατάστασις της Αννιώς έβαινεν αργά μεν και απαρατηρήτως, αλλ’ ολονέν επί τα χείρω. Και η παράτασις αύτη της αορίστου καχεξίας έκαμνε την μητέρα μας άλλην εξ άλλης.
Πάσα νόσος, άγνωστος εις τον λαόν, διά να θεωρηθή ως φυσικόν πάθος, πρέπει, ή να υποχωρήση εις τας στοιχειώδεις ιατρικάς του τόπου γνώσεις, ή να επιφέρη εντός ολίγου τον θάνατον. Ευθύς ως παραταθή και χρονίση, αποδίδεται εις υπερφυσικάς αιτίας, και χαρακτηρίζεται ως εξωτικόν.
Ο ασθενής εκάθησεν εις άσχημον τόπον. Επέρασε νύκτα τον ποταμόν, καθ’ ην στιγμήν αι Νηρηίδες ετέλουν αόρατοι τα όργιά των. Εδιασκέλισε μαύρον γάτον, ο οποίος ήτο κυρίως ο έξω από εδώ μεταμορφωμένος.
Η μήτηρ μου ήτο μάλλον ευλαβής παρά δεισιδαίμων. Κατ’ αρχάς απετροπιάζετο τας τοιαύτας διαγνώσεις, και ηρνείτο να εφαρμόση τας προτεινομένας γοητείας, φοβουμένη μη αμαρτήση. Άλλως τε ο ιερεύς ανέγνωσεν ήδη επί της ασθενούς τους εξορκισμούς του κακού, διά παν ενδεχόμενον. Αλλά μετ’ ολίγον μετέβαλε γνώμην.
Η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο. Η μητρική στοργή ενίκησε τον φόβον της αμαρτίας. Η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθή με την δεισιδαιμονίαν.
Πλησίον εις τον σταυρόν, επί του στήθους της Αννιώς, εκρέμασεν εν χαμαγλί, με μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις.
Τα αγιάσματα διεδέχθησαν αι γοητείαι, και μετά τα ευχολόγια των ιερέων ήλθον τα σαλαβάτια των μαγισσών.
Αλλ’ όλα παρήρχοντο εις μάτην.
Το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως, και η μήτηρ μας εγίνετο ολονέν αγνώριστος. Ενόμιζες, ότι ελησμόνησε πως είχε και άλλα τέκνα.
Ποίος μας έτρεφε, ποίος μας έπλυνε, ποίος μας εμβάλωνεν ημάς τα αγόρια, ούτε ήθελε καν να το γνωρίζη.
Μία Σοφηδιώτισσα γραία, προ πολλών ήδη ετών παρισιτούσα εν τω οίκω μας, εφρόντιζε περί ημών, εφ’ όσον τη το επέτρεπεν η μαθουσάλειος αυτής ηλικία.
Την μητέρα μας δεν την εβλέπομεν ενίοτε ολοκλήρους ημέρας.
Πότε επήγαινε να δέση μίαν λωρίδα από το φόρεμα της Αννιώς επί θαυματουργού τινος τόπου, με την ελπίδα, ότι θα δεθή και το κακόν μακράν της πασχούσης, πότε μετέβαινεν εις τας πλησιοχώρους εκκλησίας, των οποίων κατά τύχην ετελείτο η μνήμη, κομίζουσα λαμπάδα κιτρίνου κηρού, χυμένην ιδίοις αυτής χερσί, και ίσην ακριβώς προς της ασθενούς το ανάστημα. Πλην όλα, όλα ταύτα απέβαινον ανωφελή. Η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος.
Όταν εξηντλήθησαν πλέον όλα τα μέσα, και όλα τα ιατρικά εδοκιμάσθησαν, τότε προσήλθομεν εις το έσχατον καταφύγιον εις παρομοίας περιστάσεις.
Η μήτηρ μου εσήκωσε το μαραμένον κοράσιον εις την αγκάλην της και το έφερεν εις την εκκλησίαν. Εγώ και ο μεγαλήτερός μου αδελφός εφορτώθημεν τα στρώματα και ηκολουθήσαμεν κατόπιν. Και εκεί, επί των καθύγρων και ψυχρών πλακών, προ της εικόνος της Παναγίας, εστρώσαμεν και επλαγιάσαμεν το γλυκύτερον αντικείμενον των μεριμνών μας, την μίαν και μόνην μας αδελφήν!
Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν. Η μήτηρ μου δεν αμφέβαλλε πλέον περί τούτου, και αυτή η πάσχουσα ήρχισε να το εννοή.
Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, προ του αγίου βήματος, ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το έλεος και τους οικτιρμούς αυτών, ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.
Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος.
Μετά την διορίαν ταύτην το κακόν ηττάται και υποχωρεί κατησχυμένον. Και δεν λείπουσι διηγήσεις, καθ’ ας οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης, και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω σχήματι, προ πάντων, καθ’ ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Άγια, ή εκφωνείται το «Μετά φόβου».
Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.
Ουχ ήττον τοιαύτη τις ενδεχομένη περίπτωσις ενέβαλλεν εις μεγίστας ανησυχίας την μητέρα ημών, ήτις, μόλις ετοποθετήσαμεν την Αννιώ, και ήρχισε να την ερωτά περίφροντις πώς αισθάνεται τον εαυτόν της.
Η ιερότης του τόπου, η θέα των εικόνων, η ευωδία του θυμιάματος επέδρασαν, φαίνεται, ευνοϊκώς επί του μεγαγχολικού της πνεύματος. Διότι, ευθύς μετά τας πρώτας στιγμάς, εζωήρευσε και ήρχισε να αστεΐζεται με ημάς.
– Ποίον από τους δύο θέλεις να παίζετε μαζί; την ηρώτησε τρυφερώς η μήτηρ μου – τον Χρηστάκη, ή το Γιωργί;
Η ασθενής έρριψε προς την λαλούσαν πλάγιον αλλ’ εκφραστικόν βλέμμα, και, ως εάν επέπληττεν αυτήν διά την προς ημάς αδιαφορίαν, τη απήντησεν, αργά και μετρημένα·
– Ποίον από τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω χωρίς τον άλλο. Τα θέλω όλα τα αδέρφια μου, όσα και αν έχω.
Η μήτηρ μου συνεστάλη και εσιώπησεν.
Μετ’ ολίγον έφερε και τον ολόμικρον αδελφόν μας εις την εκκλησίαν, αλλά μόνον διά την πρώτην εκείνην ημέραν.
Το εσπέρας απέπεμψε τους άλλους δύο, και εκράτησεν μόνον εμέ πλησίον της.
Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.
Το αμυδρόν φως των έμπροσθεν του εικονοστασίου λύχνων, μόλις εξαρκούν να φωτίζη αυτό και τας προ αυτού βαθμίδας, καθίστα το περί ημάς σκότος έτι υποπτότερον και φοβερώτερον, παρά εάν ήμεθα όλως διόλου εις τα σκοτεινά.
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπαθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους, με τα φαρδυά και κόκκινά του φορέματα, με τον στέφανον περί την κεφαλήν, και με τους ατενείς οφθαλμούς επί του ωχρού και απαθούς προσώπου του.
Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.
Και όμως δεν ετόλμων να δηλώσω ουδέ την παραμικροτέραν ανησυχίαν. Διότι ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου, ήτις χωρίς άλλο θα με απέστελλεν εις τον οίκον, ευθύς ως ήθελεν υποπτευθή ότι φοβούμαι.
Υπέφερον λοιπόν και κατά τας επομένας νύκτας τας φρικιάσεις εκείνας μετά αναγκαστικής στωικότητος και εξετέλουν προθύμως τα καθήκοντά μου, προσπαθών να καταστώ όσον το δυνατόν αρεστότερος.
Ήναπτον πυρ, έφερον νερόν και εσκούπιζα την εκκλησίαν, όταν ήτο καθημερινή. Τας εορτάς και Κυριακάς, κατά τον όρθρον, εχειραγώγουν την αδελφήν μου, να σταθή κάτω από το ευαγγέλιον, το οποίον ανεγίνωσκεν ο λειτουργός από της Ωραίας Πύλης. Κατά την λειτουργίαν, ήπλωνα χαμαί το χράμι, επί του οποίου έπιπτεν η ασθενής πρόμυτα, διά να περάσουν τα Άγια από επάνω της. Κατά δε την απόλυσιν, έφερον το προσκέφαλόν της ενώπιον της αριστεράς του Ιερού θύρας, διά να γονατίζη επ’ αυτού, ως που να ξεφορέση ο παππάς επάνω της και να της σταυρώση το πρόσωπον με την Λόγχην, ψιθυρίζων το «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του Εχθρού, κτλ».
Και εις όλα ταύτα με παρηκολούθει η πτωχή μου αδελφή με την ωχράν και μελαγχολικήν της όψιν, με το αργόν και αβέβαιον βήμα της, ελκύουσα τον οίκτον των εκκλησιαζομένων και προκαλούσα τας ευχάς αυτών υπέρ αναρρώσεώς της· αναρρώσεως, ήτις δυστυχώς ήργει να επέλθη.
Απ’ εναντίας, η υγρασία, το ψύχος, το ασύνηθες και, μα το ναι, φρικαλέον των εν τω ναώ διανυκτερεύσεων δεν ήργησαν να επιδράσουν βλαβερώς επί της ασθενούς, της οποίας η κατάστασις ήρχησε να εμπνέη τώρα τους εσχάτους φόβους.
Η μήτηρ μου το ηννόησε, και ήρχησε, και εν αυτή τη εκκλησία, να δεικνύη θλιβεράν αδιαφορίαν προς παν ό,τι δεν ήτο αυτή η ασθενής. Δεν ήνοιγε τα χείλη της προς ουδένα πλέον, ει μη προς την Αννιώ και προς τους αγίους, οσάκις επροσηύχετο.
Μίαν ημέραν την επλησίασα απαρατήρητος, ενώ έκλαιε γονυπετής προ της εικόνος του Σωτήρος.
– Πάρε μου όποιο θέλεις, έλεγε, και άφησέ μου το κορίτσι. Το βλέπω πως είναι για να γένη. Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης. Ευχαριστώ σε, Κύριε!
Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ’ ην τα δάκρυά της ηκούοντο στάζοντα επί των πλακών ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας, εδίστασεν ολίγον, και έπειτα επρόσθεσεν·
– Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου… χάρισέ μου το κορίτσι!
Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τα νεύρα μου και ήρχησαν τα αυτία μου να βοΐζουν. Δεν ηδυνήθην ν’ ακούσω περιπλέον. Καθ’ ην δε στιγμήν είδον, ότι η μήτηρ μου, καταβληθείσα υπό φοβεράς αγωνίας, έπιπτεν αδρανής επί των μαρμάρων, εγώ αντί να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την ευκαιρίαν να φύγω εκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος και εκβάλλων κραυγάς, ως εάν ηπείλει να με συλλάβη ορατός αυτός ο Θάνατος.
Οι οδόντες μου συνεκρούοντο υπό του τρόμου, και εγώ έτρεχον, και ακόμη έτρεχον. Και χωρίς να το εννοήσω, ευρέθην έξαφνα μακράν, πολύ μακράν της εκκλησίας. Τότε εστάθην να πάρω την αναπνοήν μου, κ’ ετόλμησα να γυρίσω να ιδώ οπίσω μου. Κανείς δεν μ’ εκυνήγει.
Ήρχησα λοιπόν να συνέρχωμαι ολίγον κατ’ ολίγον, και ήρχησα να συλλογίζωμαι.
Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου όλας τας προς την μητέρα τρυφερότητας και θωπείας μου. Προσεπάθησα να ενθυμηθώ μήπως της έπταισα ποτέ, μήπως την αδίκησα, αλλά δεν ηδυνήθην. Απεναντίας εύρισκον, ότι αφ’ ότου εγεννήθη αυτή η αδελφή μας, εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην, όπως θα το επεθύμουν, αλλά τούτ’ αυτό παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερον. Ενθυμήθην τότε, και μοι εφάνη ότι εννόησα, διατί ο πατήρ μου εσυνείθιζε να με ονομάζη το αδικημένον του. Και με επήρε το παράπονον και ήρχησα να κλαίω. Ω! είπον, η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δεν πηγαίνω εις την εκκλησίαν! Και διηυθύνθην προς την οικίαν μας, περίλυπος και απηλπισμένος.
Η μήτηρ μου δεν ήργησε να με ακολουθήση μετά της ασθενούς. Επειδή ο ιερεύς, όστις, ταραχθείς υπό των κραυγών μου, εμβήκεν εις την εκκλησίαν, όταν είδε την ασθενή, συνεβούλευσε την μητέρα μου να την μετακομίση.
– Ο Θεός είναι μεγάλος, θυγατέρα, τη είπε, και η χάρις του φθάνεις εις όλη την οικουμένη. Αν είναι για να γιάνη το παιδί σου, θα το γιάνη και στο σπίτι σου.
Δυστυχής η μήτηρ ήτις τον ήκουσε! Διότι αυτοί είναι οι τυπικοί λόγοι με τους οποίους οι ιερείς αποπέμπουσι συνήθως τους ετοιμοθάνατους, διά να μη εκπνεύσουν εν τη εκκλησία και βεβηλωθή η ιερότης του τόπου.
Όταν επανείδον την μητέρα μου, ήτον υπέρ ποτε θλιβερά. Αλλά προς εμέ ιδίως εφέρθη με πολλήν γλυκύτητα και προσήνειαν. Με έλαβεν εις την αγκάλην της, μ’ εθώπευσε και μ’ εφίλησε τρυφερά και επανειλημμένως. Ενόμιζες ότι προσεπάθει να μ’ εξιλεώση.
Εν τούτοις εγώ την νύκτα εκείνην ούτε να φάγω ειμπόρεσα, ούτε να κοιμηθώ. Εκοιτόμην εις το στρώμα με καμμυομένους οφθαλμούς, αλλ’ έτεινον τα ώτα προσεκτικά προς πάσαν κίνησιν της μητρός μου, η οποία, όπως πάντοτε, ηγρύπνει παρά το προσκεφάλαιον της ασθενούς.
Θα ήτον ίσως μεσάνυκτα όταν ήρχησε να πηγαινοέρχηται εις το δωμάτιον. Ενόμιζον ότι έστρωνε να κοιμηθή, αλλ’ ηπατώμην. Διότι μετ’ ολίγον εκάθησε και ήρχησε να μοιρολογή χαμηλοφώνως.
Ήτο το μοιρολόγι του πατρός μας. Πριν ασθενήση η Αννιώ, το έψαλλε πολύ συχνά, αλλ’ αφ’ ότου ασθένησε, το ήκουον διά πρώτην φοράν.
Το μοιρολόγιον τούτο εσύνθεσεν επί τω θανάτω του πατρός μου, κατά παραγγελίαν αυτής, ηλιοκαής ρακένδυτος Γύφτος, γνωστός εις τα περίχωρά μας διά την δεξιότητα εις το στιχουργείν αυτοσχεδίως.
Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.
Εκάθητο ένδοθεν της αυλείου ημών θύρας, περιστοιχισμένος υπό των χαλκών αγγείων, όσα εσύναζε διά να γανώση. Και, με την κεφαλήν κεκλιμένην επί του ώμου, συνώδευε τον πένθιμον αυτού σκοπόν με τους κλαυθμηρούς ήχους της τριχόρδου του λύρας.
Προ αυτού η μήτηρ μου ορθία εβάσταζε την Αννιώ εις την αγκάλην της και ήκουε προσεκτική και δακρύουσα.
Εγώ την εκράτουν σφιγκτά από του φορέματος και έκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχάς αυτού, διότι όσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι, τόσον φοβερά μοι εφαίνετο η μορφή του αγρίου των ψάλτου.
Όταν η μήτηρ μου έμαθε το θλιβερόν αυτής μάθημα, έλυσεν από το άκρον της καλύπτρας της και έδωκεν εις τον Αθίγγανον δύο ρουμπιέδες. – Τότε είχομεν ακόμη αρκετούς. – Έπειτα παρέθηκεν εις αυτόν άρτον και οίνον και ό,τι προσφάγιον ευρέθη πρόχειρον. Ενώ δε εκείνος έτρωγε κάτω, η μήτηρ μου εις το ανώγι επανελάμβανε το ελεγείον κατ’ ιδίαν διά να το στερεώσει εις την μνήμην της. Και φαίνεται ότι το εύρε πολύ ωραίον. Διότι καθ’ ην στιγμήν ο Κατσίβελος ανεχώρει, έδραμε κατόπιν του και τω εχάρισεν εν από τα σαλιβάρια του πατρός μου.
– Θεός σχωρέσοι τον άνδρα σου, νύφη! εφώνησεν έκθαμβος ο ραψωδός, και φορτωθείς τα χάλκινά του σκεύη εξήλθε της αυλής μας.
Αυτό λοιπόν το ελεγείον εμοιρολόγει κατ’ εκείνην την νύκτα η μήτηρ μου.
Εγώ ήκουον, και άφηνα τα δάκρυά μου να ρέωσι σιγαλά, αλλά δεν ετόλμων να κινηθώ. Αίφνης ησθάνθην ευωδίαν θυμιάματος!
– Ω! είπον, απέθανε το καϋμένο το Αννιώ μας! – Και ετινάχθην από το στρώμα μου.
Τότε ευρέθην ενώπιον παραδόξου σκηνής.
Η ασθενής ανέπνεε βαρέως, όπως πάντοτε. Πλησίον αυτής ήτο τοποθετημένη ανδρική ενδυμασία, καθ’ ην τάξιν φορείται. Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαύρον ύφασμα, επί του οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί της επιφανείας του ύδατος.
Φαίνεται ότι εκιτρίνισα από τον φόβον μου. Διότι ως με είδεν, έσπευσε να με καθησυχάση.
– Μη φοβείσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδώς, είναι τα φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον και συ να έλθη να γιατρέψη το Αννιώ μας.
Και με έβαλε να γονατίσω πλησίον της.
– Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ! – ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, διά να τη δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου. Δεν ησθανόμην ο ανόητος ότι τοιουτοτροπόπως εκορύφωνα την απελπισίαν της! Πιστεύω να μ’ εσυγχώρησεν. Ήμην πολύ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της.
Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, εθυμίασεν εκ νέου τα προ ημών αντικείμενα, και επέστησεν όλην αυτής την προσοχήν επί του ύδατος, το οποίον ευρίσκετο εις το επί του σκαμνίου ευρύχωρον σκεύος.
Αίφνης μικρά χρυσαλίς, πετάξασα κυκλικώς επ’ αυτού, ήγγισε με τα πτερά της, και ετάραξεν ελαφρώς την επιφάνειάν του.
Η μήτηρ έκυψεν ευλαβώς και έκαμε τον σταυρόν της, όπως όταν διαβαίνουν τα Άγια εν τη εκκλησία.
– Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου! εψιθύρισε, βαθέως συγκεκινημένη και μη τολμώσα να υψώση τα όμματα.
Εγώ υπήκουσα μηχανικώς.
Όταν η μικρά εκείνη χρυσαλίς εχάθη εις το βάθος του δωματίου, η μήτηρ μου ανέπνευσεν, εσηκώθη ιλαρά και ευχαριστημένη, και – Επέρασεν η ψυχή του πατέρα σου! – είπε, παρακολουθούσα εισέτι την πτήσιν του χρυσαλιδίου με βλέμματα στοργής και λατρείας. Έπειτα έπιεν από του ύδατος και έδωκε και εις εμέ να πίω.
Τότε μου ήλθεν εις τον νουν ότι και άλλοτε μας επότιζεν από του αυτού σκεύους, ευθύς ως εξυπνούμεν. Και ενθυμήθην, ότι οσάκις έκαμνε τούτο η μήτηρ μας, ήτο καθ’ όλην εκείνην την ημέραν ζωηρά και περιχαρής, ως εάν είχεν απολαύσει μεγάλην τινά πλην μυστικήν ευδαιμονίαν.
Αφού μ’ επότισεν εμέ, επλησίασεν εις το στρώμα της Αννιώς με το σκεύος ανά χείρας.
Η ασθενής δεν εκοιμάτο, αλλά δεν ήτο και όλως διόλου έξυπνος. Τα βλέφαρά της ήσαν ημίκλειστα· οι δε οφθαλμοί της, εφ’ όσον διεφαίνοντο, εξέπεμπον παράδοξον τινα λάμψιν διά μέσου των πυκνών και μελανών αυτών βλεφαρίδων.
Η μήτηρ μου ανεσήκωσε το ισχνόν του κορασίου σώμα μετά προσοχής· και ενώ διά της μιας χειρός υπεστήριζε τα νώτα του, διά της άλλης προσέφερε το σκεύος εις τα μαραμένα του χείλη.
– Έλα, αγάπη μου, της είπε. Πιε απ’ αυτό το νερό, να γιάνης. – Η ασθενής δεν ήνοιξε τους οφθαλμούς, αλλά φαίνεται, ότι ήκουσε την φωνήν και εννόησε τας λέξεις. Γλυκύ και συμπαθητικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. Έπειτα ερρόφησεν ολίγας σταγόνας από του ύδατος εκείνου, το οποίον έμελλε τω όντι να την ιατρεύση. Διότι μόλις το εκατάπιε και ήνοιξε τους οφθαλμούς και προσεπάθησε ν’ αναπνεύση. Ελαφρός στεναγμός διέφυγε τα χείλη της, και επανέπεσε βαρεία επί της ωλένης της μητρός μου.
Το καϋμένο μας το Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανά του!
Πολλοί είχον κατηγορήσει την μητέρα μου, ότι ενώ αι ξέναι γυναίκες εθρήνουν μεγαλοφώνως επί του νεκρού του πατρός μου, εκείνη μόνη έχυνεν άφθονα, πλην σιγηλά δάκρυα. Η δυστυχής το έκαμνεν εκ φόβου μήπως παρεξηγηθή, μήπως παραβή τα όρια της εις τας νέας ανηκούσης σεμνότητος. Διότι, καθώς είπον, η μήτηρ μας εχήρευσε πολύ νέα.
Όταν απέθανεν η αδελφή μας, δεν ήτο πολύ γεροντοτέρα. Αλλ’ ούτε εσκέφθη καν τώρα τι θα ειπή ο κόσμος διά τους σπαραξικαρδίους της θρήνους.
Όλη η γειτονεία εσηκώθη και ήλθε προς παρηγορίαν της. Αλλά το πένθος αυτής ήτο φοβερόν, ήτον απαρηγόρητον.
– Θα χάση τον νουν της – εψιθύριζον οι βλέποντες αυτήν κεκλιμένην και θρηνούσαν μεταξύ των τάφων της αδελφής και του πατρός μας.
– Θα τα αφήση μέσ’ στους πέντε δρόμους· – έλεγον οι συναντώντες ημάς καθ’ οδόν, εγκαταλελειμμένα και απεριποίητα.
Και εχρειάσθη καιρός, εχρειάσθησαν αι νουθεσίαι και επιπλήξεις της εκκλησίας, όπως συνέλθη εις εαυτήν και ενθυμηθή τα επιζώντα τέκνα της, και αναλάβη τα οικιακά της καθήκοντα.
Αλλά τότε παρετήρησε πού μας είχε καταντήσει η μακρά της αδελφής μας ασθένεια.
Η χρηματική μας περιουσία κατηναλώθη εις ιατρούς και ιατρικά. Πολλά χράμια και κηλίμια, έργα των ιδίων αυτής χειρών, τα είχε πωλήσει δι’ ασήμαντα ποσά, ή τα είχε δώσει ως αμοιβήν εις τους γόητας και τας μαγίσσας. Άλλα μας τα έκλεψαν αυτοί και οι όμοιοί των, επωφελούμενοι εκ της ανεπιβλεψίας, ήτις επεκράτησεν εν τω οίκω μας. Προς επίμετρον εξηντλήθησαν και αι προμήθειαι των ζωοτροφιών μας και ημείς δεν είχομεν πλέον πόθεν να ζήσωμεν.
Εν τούτοις αυτό, αντί να πτοήση την μητέρα μας, τη απέδωκεν απεναντίας διπλήν την δραστηριότητα, ην είχε πριν ασθενήσει το Αννιώ.
Εμετρίασεν, ή κυρίως ειπείν, συνεκάλυψε το πένθος της· υπερενίκησε την ατολμίαν της ηλικίας και του φύλου της, και, λαβούσα την δίκελλαν ανά χείρας, ήρχισε να ξενοδουλεύη, ως εάν δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον άνετον και ανεξάρτητον βίον.
Επί πολύν χρόνον μας διέτρεφε διά του ιδρώτος του προσώπου της. Τα ημερομίσθια ήσαν μικρά και αι ανάγκαι μας μεγάλαι, αλλ’ όμως εις κανένα εξ ημών δεν επέτρεψε να την ανακουφίση συνεργαζόμενος.
Σχέδια περί του μέλλοντος ημών εγίνοντο και επεθεωρούντο καθ’ εσπέραν παρά την εστίαν. Ο μεγαλείτερός μου αδελφός ώφειλε να μάθη την τέχνην του πατρός μας, διά να λάβη εν τη οικογενεία τον τόπον εκείνου. Εγώ έμελλον ή μάλλον ήθελον να ξενιτευθώ, και ούτω καθεξής. Αλλά προ τούτου έπρεπε να μάθωμεν όλοι τα γράμματά μας, έπρεπε να ξεσχολήσωμεν. Διότι, έλεγεν η μήτηρ μας, άνθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
Αι οικονομικαί μας δυσχέρειαι εκορυφώθησαν, όταν επήλθεν ανομβρία εις την χώραν και ανέβησαν αι τιμαί των τροφίμων. Αλλ’ η μήτηρ, αντί ν’ απελπισθή περί της διατροφής ημών αυτών, επηύξησε τον αριθμόν μας δι’ ενός ξένου κορασίου, το οποίον μετά μακράς προσπαθείας κατώρθωσε να υιοθετήση.
Το γεγονός τούτο μετέβαλε το μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακού ημών βίου, και εισήγαγεν εκ νέου αρκετήν ζωηρότητα.
Ήδη αυτή η υιοθέτησις εγένετο πανηγυρική. Η μήτηρ μου εφόρεσε διά πρώτην φοράν τα γιορτερά της και μας ωδήγησεν εις την εκκλησίαν καθαρούς και κτενισμένους, ως εάν επρόκειτο να μεταλάβωμεν. Μετά το τέλος της λειτουργίας, εστάθημεν όλοι προ της εικόνος του Χριστού, και αυτού, εν μέσω του περιεστώτος λαού, ενώπιον των φυσικών αυτού γονέων, παρέλαβεν η μήτηρ μου το θετόν αυτής θυγάτριον εκ των χειρών του ιερέως, αφού πρώτον υπεσχέθη εις επήκοον πάντων, ότι θέλει αγαπήσει και αναθρέψει αυτό, ως εάν ήτο σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστών της.
Η είσοδός του εις τον οίκον μας εγένετο ουχ ήττον επιβλητική και τρόπον τινά εν θριάμβω. Ο πρωτόγερος του χωρίου και η μήτηρ μου προηγήθησαν μετά του κορασίου, έπειτα ηρχόμεθα ημείς. Οι συγγενείς μας και οι συγγενείς της νέας αδελφής μάς ηκολούθησαν μέχρι της αυλείου ημών θύρας. Έξωθεν αυτής ο πρωτόγερος εσήκωσε το κοράσιον υψηλά εις τας χείρας του και το έδειξεν επί τινας στιγμάς εις τους παρισταμένους. Έπειτα ηρώτησε μεγαλοφώνως·
― Ποιος από σας είναι ή εδικός ή συγγενής ή γονιός του παιδιού τούτου περισσότερον από την Δεσποινιώ την Μηχαλιέσσα κι’ από τους εδικούς της;
Ο πατήρ του κορασίου ήτον ωχρός και έβλεπε περίλυπος εμπρός του. Η σύζυγός του έκλαιεν ακουμβημένη εις τον ώμόν του. Η μήτηρ μου έτρεμεν εκ του φόβου μήπως ακουσθή καμμία φωνή – Εγώ! – και ματαιώση την ευτυχίαν της. Αλλά κανείς δεν απεκρίθη. Τότε οι γονείς του παιδίου ησπάσθησαν αυτό διά τελευταίαν φοράν και ανεχώρησαν μετά των συγγενών των. Ενώ οι εδικοί μας μετά του πρωτογέρου εισήλθον και εξενίσθησαν παρ’ ημίν.
Από της στιγμής ταύτης η μήτηρ μας ήρχισε να επιδαψιλεύη εις την θετήν μας αδελφήν τόσας περιποιήσεις, όσων ίσως δεν ηξιώθημεν ημείς εις την ηλικίαν της και εις καιρούς πολύ ευτυχεστέρους. Ενώ δε μετ’ ολίγον χρόνον εγώ μεν επλανώμην νοσταλγών εν τη ξένη, οι δε άλλοι μου αδελφοί εταλαιπωρούντο κακοκοιμώμενοι εις τα εργαστήρια των “μαστόρων”, το ξένον κοράσιον εβασίλευεν εις τον οίκον μας, ως εάν ήτον εδικός του.
Οι μικροί των αδελφών μου μισθοί θα εξήρκουν προς ανακούφισιν της μητρός, εφ’ ω και τη εδίδοντο. Αλλ’ εκείνη, αντί να τους δαπανά προς ανάπαυσίν της, επροίκιζε δι’ αυτών την θετήν της θυγατέρα και εξηκολούθει εργαζομένη προς διατροφήν της. Εγώ έλειπον μακράν, πολύ μακράν, και επί πολλά έτη ηγνόουν τι συνέβαινεν εις τον οίκον μας. Πριν δε κατορθώσω να επιστρέψω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, ανετράφη, επροικίσθη και υπανδρεύθη, ως εάν ήτον αληθώς μέλος της οικογενείας μας.
Ο γάμος αυτής, όστις φαίνεται επίτηδες επεσπεύθη, υπήρξεν αληθής χαρά των αδελφών μου. Οι δυστυχείς ανέπνευσαν, απαλλαγέντες από το πρόσθετον φορτίον. Και είχον δίκαιον. Διότι η κόρη εκείνη, εκτός ότι ποτέ δεν ησθάνθη προς αυτούς αδελφικήν τινά στοργήν, επί τέλους απεδείχθη αχάριστος προς την γυναίκα, ήτις περιεποιήθη την ζωήν αυτής με τοσαύτην φιλοστοργίαν, όσην ολίγα γνήσια τέκνα εγνώρισαν.
Είχον λόγους λοιπόν οι αδελφοί μου να είναι ευχαριστημένοι και είχον λόγους να πιστεύσουν, ότι και η μήτηρ αρκετά εδιδάχθη εκ του παθήματος εκείνου.
Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, όταν, ολίγας μετά τους γάμους ημέρας, την είδον να έρχεται εις την οικίαν, σφίγγουσα τρυφερώς εις την αγκάλην της εν δεύτερον κοράσιον, ταύτην την φοράν εν σπαργάνοις!
– Το κακότυχο! ανεφώνει η μήτηρ μου, κύπτουσα συμπαθητικώς επί της μορφής του νηπίου, δεν το έφθανε πως εγεννήθη κοιλιάρφανο, μόν’ απέθανε και η μάνα του και το άφηκε μέσ’ στη στράτα! Και, ευχαριστημένη τρόπον τινά εκ της ατυχούς ταύτης συμπτώσεως, επεδείκνυε το λάφυρόν της θριαμβευτικώς προς τους ενεούς εκ της εκπλήξεως αδελφούς μου.
Το υιικόν σέβας ήτο πολύ, και η αυθεντεία της μητρός μεγάλη, αλλ’ οι πτωχοί αδελφοί μου ήσαν τόσον απογοητευμένοι, ώστε δεν εδίστασαν να υποδείξουν ευσχήμως πως εις την μητέρα των, ότι καλόν θα ήτο να παραιτηθή του σκοπού της. Αλλά την εύρον αμετάπειστον. Τότε εδήλωσαν φανερά την δυσαρέσκειάν των και τη ηρνήθησαν την διαχείρισιν του βαλαντίου των. Όλα εις μάτην.
– Μη μου φέρετε τίποτε, έλεγεν η μήτηρ μου, εγώ δουλεύω και το θρέφω, σαν πως έθρεψα και σας. Και όταν έλθη ο Γιωργής μου απ’ τη ξενιτειά, θα το προικίση και θα το πανδρέψη. Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε. – Εγώ, μάνα, θα σε θρέψω και σένα και το ψυχοπαίδι σου. – Ναι! έτσι με το είπε, που νάχη την ευχή μου!
Ο Γιωργής ήμην εγώ. Και την υπόσχεσιν ταύτην την είχον δώσει αληθώς, αλλά πολύ προτήτερα.
Ήτο καθ’ ην εποχήν η μήτηρ μας ειργάζετο διά να θρέψη την πρώτην μας θετήν αδελφήν καθώς και ημάς. Εγώ την συνώδευον κατά τας διακοπάς των μαθημάτων, παίζων παρ’ αυτή, ενώ εκείνη έσκαπτεν ή εξεβοτάνιζεν. Μίαν ημέραν διακόψαντες την εργασίαν επεστρέφομεν από τους αγρούς φεύγοντες τον αφόρητον καύσωνα, υφ’ ου ολίγον έλειψε να λυποθυμήση η μήτηρ μου. Καθ’ οδόν κατελήφθημεν υπό ραγδαιοτάτης βροχής, εξ εκείνων, αίτινες συμβαίνουσι παρ’ ημίν συνήθως, μετά προηγηθείσαν υπερβολικήν ζέστην ή λαύραν, καθώς την ονομάζουν οι συντοπίται μου. Δεν ήμεθα πλέον πολύ μακράν του χωρίου, αλλ’ έπρεπε να διαβώμεν ένα χείμαρρον, όστις πλημμυρήσας εκατέβαινεν ορμητικώτατος. Η μήτηρ μου ηθέλησε να με σηκώση εις τον ώμον της. Αλλ’ εγώ απεποιήθην.
– Είσαι αδύνατη από τη λιποθυμία, τη είπον. Θα με ρίψης μέσ’ στον ποταμό.
Και εσήκωσα τα φορέματά μου και εισήλθον δρομαίος εις το ρεύμα, πριν εκείνη προφθάση να με κρατήση. Είχον εμπιστευθή εις τας δυνάμεις μου πλέον ή ό,τι έπρεπε. Διότι πριν σκεφθώ να υποχωρήσω, τα γόνατά μου ελύγισαν, οι πόδες μου έχασαν το στήριγμά των, και, ανατραπείς, παρεσύρθην υπό του χειμάρρου ως κέλυφος καρύου.
Μία σπαρακτική κραυγή φρίκης είναι παν ό,τι ενθυμούμαι εκ των μετά ταύτα. Ήτον η φωνή της μητρός μου, ήτις ερρίφθη εις τα ρεύματα διά να με σώση.
– Πώς δεν έγεινα αιτία να πνιγή και εκείνη μετ’ εμού, είναι θαύμα. Διότι ο χείμαρρος εκείνος έχει κακήν φήμην παρ’ ημίν. Και όταν λέγουν περί τινος «τον επήρε το ποτάμι», εννοούν ότι επνίγη εις αυτόν τούτον τον χείμαρρον.
Και όμως η μήτηρ μου λιγόθυμος καθώς ήτο, κατάκοπος, βεβαρημένη από επαρχιακά φορέματα, ικανά να πνίξουν και τον δεξιώτερον κολυμβητήν, δεν εδίστασε να εκθέση την ζωήν αυτής εις κίνδυνον. Επρόκειτο να με σώση, και ας ήμην εκείνο της το τέκνον, το οποίον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεόν ως αντάλλαγμα αντί της θυγατρός της.
Όταν έφθασεν εις τον οίκον και με απέθεσε χαμαί από τον ώμον της, ήμην ακόμη παραζαλισμένος. Διά τούτο, αντί να αιτιαθώ την απρονοησίαν μου διά το συμβάν, απέδωκα αυτό εις τας εργασίας της μητρός μου.
– Μη δουλεύεις πια, μάνα, τη είπον, ενώ εκείνη μ’ ενέδυε στεγνά φορέματα.
– Αμ’ ποιος θα μας θρέφη, παιδί μου, σαν δεν δουλεύω εγώ; – Ηρώτησεν εκείνη στενάξασα.
– Εγώ, μάνα! εγώ! – τη απήντησα τότε μετά παιδικού στόμφου.
– Και το ψυχοπαίδι μας;
– Κ’ εκείνο εγώ!
Η μήτηρ εμειδίασεν ακουσίως, διά την επιβλητικήν στάσιν, ην έλαβον προφέρων την διαβεβαίωσιν ταύτην. Έπειτα διέκοψε την ομιλίαν επειπούσα·
– Αμ’ θρέψε δα πρώτα τον εαυτό σου και ύστερα βλέπουμε.
Δεν παρήλθε πολύς καιρός και απηρχόμην εις τα ξένα.
Η μήτηρ βεβαίως ουδ’ εσημείωσε καν την υπόσχεσιν εκείνην. Εγώ όμως ενθυμούμην πάντοτε, ότι η αυταπάρνησίς της μοι εχάρισε διά δευτέραν φοράν την ζωήν, την οποίαν τη ώφειλον. Διά τούτο είχον την υπόσχεσιν εκείνην επί της καρδίας μου, και όσον εμεγάλωνα, τόσω σπουδαιότερον ενόμιζα τον εαυτόν μου υποχρεωμένον προς εκπλήρωσίν της.
– Μη κλαίγης μητέρα, τη είπον αναχωρών. Εγώ πηγαίνω πια να κάμω παράδες. Έννοια σου! Από τώρα και να πάγη θα σε θρέφω και σένα και το παραπαίδι σου. Αλλά, ακούεις; Δεν θέλω πια να δουλεύης!
Δεν ήξευρον ακόμη ότι δεκαετές παιδίον όχι την μητέρα, αλλ’ ουδέ τον εαυτόν του δεν δύναται να θρέψη. Και δεν εφανταζόμην, οποίαι φοβεραί περιπέτειαι με περιέμενον και πόσας πικρίας έμελλον ακόμη να ποτίσω την μητέρα μου διά της ξενιτείας εκείνης, δι’ ης ήλπιζον να την ανακουφίσω.
Επί πολλά έτη όχι μόνον βοήθειαν, αλλ’ ουδέ μίαν επιστολήν κατώρθωσα να τη στείλω. Επί πολλά έτη παρεμόνευεν εις τους δρόμους, ερωτώσα τους διαβάτας μη με είδον πουθενά.
Πότε τη έλεγον, ότι εδυστύχησα εν Κωνσταντινουπόλει και ετούρκευσα.
– Να φάνε τη γλώσσα τους που τώβγαλαν! – απεκρίνετο η μήτηρ μου. Αυτός που λένε, δεν μπορεί να ήτον το παιδί μου! – Αλλά μετ’ ολίγον εκλείετο περίτρομος εις το εικονοστάσιόν μας, και προσήχευτο διακρυρροούσα προς τον Θεόν, διά να με φωτίση να επανέλθω εις την πίστιν των πατέρων μου.
Πότε τη έλεγον, ότι εναυάγησα εις τας ακτάς της Κύπρου, και επαιτώ ρακένδυτος εις τους δρόμους.
– Φωτιά να τους κάψη, απεκρίνετο εκείνη. Το λεν από τη ζούλια τους. Το παιδί μου θενάκανε κατάστασι και πά’ στον Άγιο Τάφο.
Αλλά μετ’ ολίγον εξήρχετο εις τους δρόμους, εξετάζουσα τους διαβατικούς επαίτας, και μετέβαινεν όπου ηκούετο κανείς καραβοτσακισμένος με την θλιβεράν ελπίδα ν’ ανακαλύψη εν αυτώ το ίδιόν της τέκνον, με την πρόθεσιν να δώση εις αυτόν τα στερήματά της, όπως τα εύρω εγώ εις τα ξένα από τας χείρας των άλλων.
Και όμως, οσάκις επρόκειτο περί της θετής αυτής θυγατρός, τα ελησμόνει όλα ταύτα και εφοβέριζε τους αδελφούς μου, ότι ελθών εγώ από τα ξένα θα τους εντροπιάσω διά της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα υπανδρεύσω την κόρην της εν πομπή και παρατάξει.
– Ε; Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε! Ας έχη την ευχή μου!
Ευτυχώς αι κακαί εκείναι ειδήσεις δεν ήσαν αληθείς. Και όταν, μετά μακράν απουσίαν, επέστρεψα εις τον οίκον μας, ήμην εις θέσιν να εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, ως προς την μητέρα μου καν, η οποία ήτο τόσον ολιγαρκής. Ως προς το ψυχοπαίδι της όμως δεν μ’ εύρε τόσον πρόθυμον, όσον ήλπιζεν. Απ’ εναντίας μόλις είχον φθάσει και εξεφράσθην εναντίον της διατηρήσεώς του, προς μεγίστην της μητρός μου έκπληξιν.
Είναι αληθές ότι δεν ήμην κυρίως εναντίος της αδυναμίας της μητρός μου. Την προς τα κοράσια κλίσιν της την εύρισκον σύμφωνον προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.
Τίποτε άλλο δεν επεθύμουν περισσότερον, παρά να εύρω επιστρέφων εις τον οίκον μας μίαν αδελφήν, της οποίας η φαιδρά μορφή κ’ αι συμπαθητικαί φροντίδες να εξορίσουν από της καρδίας μου την εκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να εξαλείψουν από της μνήμης μου τας κακοπαθείας όσας υπέστην εν τη ξένη. Προς ανταλλαγήν εγώ θα επροθυμούμην να τη διηγώμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρών, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ήμην πρόθυμος να τη αγοράζω ό,τι αγαπά· να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις· να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.
Αλλά την αδελφήν ταύτην την εφανταζόμην ωραίαν και συμπαθητικήν, ανεπτυγμένην και έξυπνον, με γράμματα, με χειροτεχνήματα, με όλας εν γένει τας αρετάς όσας είχον αι κόραι των χωρών, όπου έζων μέχρι τότε. Και αντί τούτων τι εύρον; Ακριβώς το αντίθετον.
Η θετή μου αδελφή ήτον ακόμη μικρά, καχεκτική, κακοσχηματισμένη, κακόγνωμος, και προ πάντων δύσνους, τόσον δύσνους, ώστε ευθύς εξ αρχής μ’ ενέπνευσεν αντιπάθειαν.
– Δος το πίσου το Κατερινιώ, έλεγον μίαν ημέραν εις την μητέρα μου. Δος το πίσου, αν μ’ αγαπάς. Αυτήν την φοράν σε το λέγω με τα σωστά μου! Εγώ θα σε φέρω μίαν άλλην αδελφήν από την Πόλι. Ένα εύμορφο κορίτσι, ένα έξυπνο, που να στολίση μίαν ημέρα το σπίτι μας.
Έπειτα περιέγραψα με τα ζωηρότερα χρώματα οποίον θα ήτο το ορφανόν, το οποίον έμελλον να της φέρω, και πόσον πολύ θα το ηγάπων.
Όταν ύψωσα τα βλέμματά μου προς αυτήν, είδον μετ’ εκπλήξεώς μου, ότι τα δάκρυά της έρρεον σιγαλά και μεγάλα επί των ωχρών αυτής παρειών, ενώ οι ταπεινωμένοι της οφθαλμοί εξέφραζον μίαν απερίγραπτον θλίψιν!
– Ω! είπε μετ’ απελπιστικής εκφράσεως. Ενόμισα ότι συ θα αγαπήσης την Κατερινιώ περισσότερον από τους άλλους, αλλά, απατήθηκα! Εκείνοι δεν θέλουν διόλου αδελφήν, και συ θέλεις μίαν άλλην. Και τι φταίγει το φτωχό, σαν έγεινεν όπως το έπλασεν ο Θεός. Αν είχες μίαν αδελφήν άσχημην και με ολίγον νουν, θα την έβγαζες δι’ αυτό στους δρόμους, για να πάρης μιαν άλλην, εύμορφην και γνωστικήν;
– Όχι, μητέρα! Βέβαια όχι! απήντησα εγώ. Μα εκείνη θα ήτο παιδί σου, καθώς και εγώ. Ενώ αυτή δεν σου είναι τίποτε. Μας είναι όλως διόλου ξένη.
– Όχι! ανεφώνησεν η μήτηρ μου μετά λυγμών, όχι! Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μου! Το επήρα τριών μηνών από πάνω από το λείψανο της μάνας του· και οσάκις έκλαιγε, του έβαζα το βυζί μου στο στόμα του, για να το πλανέσω· και το ετύλιξα μέσ’ στα σπάργανά σας, και το εκοίμησα μέσ’ στην κούνια σας. Είναι δικό μου το παιδί, και είναι αδελφή σας!
Μετά τας λέξεις ταύτας, τας οποίας επρόφερεν ισχυρώς και μετ’ επιβλητικού τρόπου, ύψωσε την κεφαλήν αυτής και με παρετήρησεν ασκαρδαμυκτί. Επερίμενε προκλητικώς την απάντησίν μου. Αλλ’ εγώ δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν. Τότε εχαμήλωσε πάλιν τους οφθαλμούς και εξηκολούθησε με ασθενή φωνήν και θλιβερόν τόνον.
― Ε! τι να γείνη! Κ’ εγώ το ήθελα καλλίτερο, μα – η αμαρτία μου, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη. Και το έκαμεν ο Θεός τέτοιο, διά να δοκιμάση την υπομονή μου, και να με σχωρέση. Ευχαριστώ σε, Κύριε!
Και ταύτα λέγουσα, έθηκε την δεξιάν επί του στήθους, ύψωσε τους οφθαλμούς αυτής πλήρεις δακρύων προς τον ουρανόν, και έμεινεν ούτως επί τινας στιγμάς σιγώσα.
– Κάτι θα έχης στην καρδιά, μητέρα, είπον τότε μετά τινος δειλίας. Μη θυμώνης!
Και λαβών εφίλησα την παγεράν αυτής χείρα προς εξιλέωσιν.
– Ναι! είπεν εκείνη αποφασιστικώς. Έχω κάτι εδώ μέσα βαρύ, πολύ βαρύ, παιδί μου! Ως τώρα το γνωρίζει μόνον ο Θεός και ο πνευματικός μου. Εσύ είσαι διαβασμένος και συντυχαίνεις καμμιά φορά σαν τον ίδιο τον πνευματικό, και καλλίτερα. Σήκω, κλείσε τη θύρα, και κάτσε να σε το ’πω, ίσως με παρηγορήσης ολίγο, ίσως με λυπηθής, και αγαπήσης το Κατερινιώ, σαν νάταν αδελφή σου.
Οι λόγοι ούτοι, και ο τρόπος με τον οποίον τους επρόφερεν, ενέβαλον την καρδίαν μου εις μεγάλην ταραχήν. Τι είχε να μ’ εμπιστευθή η μήτηρ μου χωριστά από τους αδελφούς μου; Όλας τας κατά την απουσίαν μου δυστυχίας της μοι τας είχεν αφηγηθή. Όλον τον προτού της βίον τον εγνώριζον ωσάν παραμύθι. Τι ήτο λοιπόν αυτό που μας απέκρυπτε μέχρι τούδε; Που δεν ετόλμησε να φανερώση εις κανένα πλην του Θεού και του πνευματικού της;
Όταν επανήλθον να καθίσω πλησίον της, έτρεμον τα γόνατά μου εξ αορίστου αλλ’ ισχυρού τινος φόβου.
Η μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν, ως κατάδικος, όστις ίσταται ενώπιον του κριτού του με την συναίσθησιν τρομερού τινος εγκλήματος.
– Το θυμάσαι το Αννιώ μας; με ηρώτησε μετά τινας στιγμάς πληκτικής σιωπής.
– Μάλιστα, μητέρα! Πώς δεν το θυμούμαι! Ήταν η μόνη μας αδελφή, κ’ εξεψύχησεν εμπρός στα μάτια μου.
– Ναι! με είπεν, αναστενάξασα βαθέως, αλλά δεν ήτο το μόνον μου κορίτσι! Εσύ είσαι τέσσαρα χρόνια μικρότερος από το Χρηστάκη. Ένα χρόνο κατόπι του έκαμα την πρώτη μου θυγατέρα.
Ήταν τότε κοντά, που επαντρολογιέτο ο Φωτής ο Μυλωνάς. Ο μακαρίτης ο πατέρας σου παράργησε το γάμο τους, ως που ν’ αποσαραντήσω εγώ, για να τους στεφανώσουμε μαζί. Ήθελε να με βγάλη και μένα στον κόσμο, για να χαρώ σαν πανδρευμένη, αφού κορίτσι δεν μ’ άφηκεν η γιαγιά σου να χαρώ.
Το πρωί τους στεφανώσαμε, και το βράδυ ήταν οι καλεσμένοι στο σπίτι τους· και επαίζαν τα βιολιά, και έτρωγεν ο κόσμος μέσα στην αυλή, κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι. Και έκαμεν ο πατέρας σου κέφι, σαν διασκεδαστικός που ήταν ο μακαρίτης, και μ’ έρριψε το μανδύλι του, να σηκωθώ να χορέψουμε. Σαν τον έβλεπα να χορεύη, μου άνοιγεν η καρδιά μου, και σαν νέα που ήμουνε, αγαπούσα κ’ εγώ το χορό. Κ’ εχορέψαμε λοιπόν· κ’ εχόρεψαν και οι άλλοι καταπόδι μας. Μα εμείς εχορέψαμε και καλλίτερα και πολύτερα.
Σαν εκοντέψανε τα μεσάνυχτα, επήρα τον πατέρα σου παράμερα και τον είπα· Άνδρα, εγώ έχω παιδί στην κούνια και δεν μπορώ πια να μείνω. Το παιδί πεινά· εγώ εσπάργωσα. Πώς να το βυζάξω μέσ’ στον κόσμο και με το καλό μου το φόρεμα! Μείνε συ, αν θέλης να διασκεδάσης ακόμα. Εγώ θα πάρω το μωρό να πάγω στο σπίτι.
– Ε, καλά, γυναίκα! είπεν ο σχωρεμένος, και μ’ επαπάρισε ’πα στον ώμο. Έλα, χόρεψε κι’ αυτό το χορό μαζί μου, και ύστερα πηγαίνουμε κ’ οι δύο. Το κρασί άρχησε να με χτυπά στο κεφάλι, και αφορμή γυρεύω κι’ εγώ να φύγω.
Σαν εξεχορέψαμε κ’ εκείνο το χορό, επήραμε τη στράτα.
Ο γαμβρός έστειλε τα παιχνίδια και μας εξεπροβόδησαν ως το μισό το δρόμο. Μα είχαμε ακόμη πολύ ως το σπίτι. Γιατί ο γάμος έγεινε στον Καρσιμαχαλά. Ο δούλος επήγαινε μπροστά με το φανάρι. Ο πατέρας σου εσήκωνε το παιδί, και βαστούσε και μένα από το χέρι.
– Kουράσθης, βλέπω, γυναίκα!
– Ναι, Μιχαλιό. Kουράσθηκα.
– Άιντε βάλ’ ακόμα κομμάτι δύναμι, ως που να φθάσουμε στο σπίτι. Θα στρώσω τα στρώματα μοναχός μου. Εμετάνοιωσα που σ’ έβαλα κ’ εχόρεψες τόσο πολύ.
– Δεν πειράζει, άνδρα, του είπα. Το έκαμα για το χατήρι σου. Αύριο ξεκουράζουμαι πάλι.
Έτσι ήρθαμε στο σπίτι. Εγώ εφάσκιωσα κ’ εβύζαξα το παιδί, κ’ εκείνος έστρωσε. Ο Χρηστάκης εκοιμάτο μαζί με την Βενετειά, που την αφήκα να τον φυλάγη. Σε λίγο επλαγιάσαμε και μεις. Εκεί, μέσα στον ύπνο μου, μ’ εφάνηκε πως έκλαψε το παιδί. Το καϋμένο!, είπα, δεν έφαγε σήμερα χορταστικά. Και ακούμβησα στην κούνια του να το βυζάξω. Mα ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Το έβγαλα λοιπόν, και το έβαλα κοντά μου, μέσ’ το στρώμα, και του έδωσα τη ρόγα στο στόμα του. Εκεί με ξαναπήρεν ο ύπνος.
Δεν ηξεύρω πόσην ώρα ήθελεν ως το πουρνό. Μα ’σαν έννοιωσα να χαράζη – ας το βάλω, είπα, το παιδί στον τόπο του.
Μα κει που πήγα να το σηκώσω, τι να διω! Το παιδί δεν εσάλευε!
Εξύπνησα τον πατέρα σου· το ξεφασκιώσαμε, το ζεστάναμε, του ετρίψαμε το μυτούδι του, τίποτε! – Ήταν απεθαμένο!
– Το πλάκωσες, γυναίκα, το παιδί μου! – είπεν ο πατέρας σου, και τον επήραν τα δάκρυα. Τότε άρχησα εγώ να κλαίγω στα δυνατά και να ξεφωνίζω. Μα ο πατέρας σου έβαλε το χέρι του στο στόμα μου και – Σους! με είπε. Τι φωνάζεις έτσι, βρε βώδι; – Αυτό με το είπε, Θεός σχωρέσ’ τονε. Τρία χρόνια είχαμε πανδρευμένοι, κακό λόγο δεν με είπε. Κ’ εκείνη τη στιγμή με το είπε. – Ε; Τι φωνάζεις έτσι; Θέλεις να ξεσηκώσης τη γειτονιά, να πη ο κόσμος πώς εμέθυσες κ’ επλάκωσες το παιδί σου;
Και είχε δίκηο, που ν’ αγιάσουν τα χώματα που κοίτεται! Γιατί, αν το μάθαινεν ο κόσμος, έπρεπε να σχίσω τη γη να έμβω μέσα από το κακό μου.
Αλλά, τι τα θέλεις! Η αμαρτία είναι αμαρτία. Σαν το εθάψαμε το παιδί, κ’ εγυρίσαμεν από την εκκλησία, τότε άρχησε το θρήνος το μεγάλο. Τότε πια δεν έκλαιγα κρυφά. – Είσαι νέα, και θα κάμης κι’ άλλα, μ’ έλεγαν. Ως τόσον ο καιρός περνούσε, και ο Θεός δεν μας έδιδε τίποτα. Να! έλεγα μέσα μου. Ο Θεός με τιμωρεί, γιατί δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε! Και εντρεπόμουνα τον κόσμο, και εφοβούμην τον πατέρα σου. Γιατί κ’ εκείνος όλο τον πρώτο χρόνο έκαμνε τάχα τον αλύπητο και μ’ επαρηγορούσε, για να με δώση θάρρος. Ύστερα όμως άρχησε να γίνεται σιγανός και συλλογισμένος.
Τρία χρόνια επέρασαν, χωρίς να φάγω ψωμί να πάγη στην καρδιά μου. Στα τρία χρόνια κ’ ύστερα γεννήθηκες εσύ. – Ήταν οι πολλαίς οι χάραις που επήγα.
Σαν εγεννήθηκες εσύ εκατάκατσεν η καρδιά μου, μα δεν ημέρεψε. Ο πατέρας σου σε ήθελε κορίτσι. Και μιαν ημέρα με το είπε.
– Κι’ αυτό καλώς μας ώρισε, Δεσποινιώ, μα ’γω το ήθελα κορίτσι.
Όταν επήγεν η γιαγιά σου στον Αγιοντάφο, έστειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία Κωσταντινάτα, για να με βγάλη ένα σχωροχάρτι. Και, διες εσύ! Ίσα ίσα εκείνο το μήνα, που εγύρισεν η γιαγιά σου από τη Γερουσαλή με το σχωροχάρτι, εκείνο το μήνα εκακοψυχούσα την Αννιώ.
Κάθε λίγο και λιγάκι εφώναζα τη μανίτσα. – Έλα δα, κυρά, να διούμε· κορίτσι είναι; – Ναι, θυγατέρα, έλεγεν η μαμή. Κορίτσι. Δε βλέπεις; Δε σε χωρούν τα ρούχα σου! – Και να πια χαρά εγώ, σαν το άκουγα!
Σαν εγεννήθηκε το παιδί και βγήκεν αληθινά κορίτσι, τότε πια ήρθεν η καρδιά στον τόπο της. Το ωνομάσαμεν Αννιώ, το ίδιο το όνομα που είχε το σχωρεμένο, για να μην ’ποφαίνεται πως μας λείπει κανείς από το σπίτι. – Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!
Και είχαμε πια την Αννιώ σαν τα μάτια μας. Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου.
Ο πατέρας σου σε έλεγε το αδικημένο του, γιατί σ’ απόκοψα πολύ νωρίς, και μ’ εμάλωνε καμμιά φορά, γιατί σε παραμελούσα. Κ’ εμένα η καρδιά μου ερράγιζε, σαν σ’ έβλεπα να χαλνάς. Μα, έλα που δεν εμπορούσα ν’ αφήσω την Αννιώ από τα χέρια μου! Εφοβούμην πως κάθε στιγμή μπορεί να της συμβή τίποτε. Και ο πατέρας σου ο μακαρίτης, όσο και αν μάλωνε κ’ εκείνος, την ήθελε πια να μη στάξη και την βρέξη!
Μα εκείνο το ευλογημένο, όσο περισσότερα χάδια, τόσο ολιγώτερην υγεία. Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε. Εσείς ήσασθε κόκκινα κόκκινα, και ζωηρά και σερπετά. Εκείνο, ήσυχο και σιγανό και αρρωστιάρικο! Όταν το έβλεπα έτσι χλωμό χλωμό, μου ήρχετο εις τον νου μου το πεθαμένο, και η ιδέα πως εγώ το εθανάτωσα άρχησε να ξανακυριεύη μέσα μου. Ως που μιαν ημέρα απέθανε και το δεύτερο!
Όποιος δεν το εδοκίμασε μοναχός του, παιδί μου, δεν ξεύρει τι πικρό ποτήρι ήταν εκείνο. Ελπίδα να κάνω άλλο κορίτσι δεν ήταν πλέον. Ο πατέρας σου είχ’ αποθάνει. Αν δεν ευρίσκετο ένας γονιός να με χαρίση το κορίτσι του, ήθελα πάρω τα βουνά να φύγω.
Αλήθεια που δεν εβγήκε καλόγνωμο. Μα όσο το είχα και το κήδευα και το κανάκευα, θαρρούσα πως το είχα δικό μου, και ξεχνούσα κείνο πώχασα, κ’ ημέρωνα τη συνείδησί μου.
Καθώς το λέγ’ ο λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μα για μένα η παίδεψι αυτή είναι παρηγοριά κ’ ελαφροσύνη. Γιατί όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψη ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα.
Γι’ αυτό –νάχης την ευχή μου– μη με γυρεύεις να διώξω τώρα την Κατερινιώ για να πάρω ένα παιδί καλόγνωμο και προκομμένο.
– Όχι, όχι, μητέρα! ανέκραξα διακόψας αυτήν ακρατήτως. Δεν γυρεύω τίποτε. Ύστερα απ’ όσα μ’ αφηγήθης, σε ζητώ συγχώρησι διά την ασπλαγχνίαν μου. Σε υπόσχομαι ν’ αγαπώ το Κατερινιώ σαν την αδελφή μου, και να μη της είπω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
– Έτσι νάχης την ευχή του Χριστού και της Παναγίας! είπεν η μήτηρ μου αναπνεύσασα. Γιατί, βλέπεις, το πόνεσε η καρδιά μου το πολλακαμμένο, και δεν θέλω να το κακολογούνε. Ξέρω κ’ εγώ, μαθές; Της Τύχης ήτανε; Tου Θεού ήτανε; Τόσο κακή και ανεπιδέξια που είναι – την πήρα στσο λαιμό μου, ετελείωσε.
Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα. Το φοβερόν εκείνο δυστύχημα επηρέασε τόσον πολύ τον βίον της όλον, όσω μάλλον απλή και ενάρετος και θεοφοβουμένη ήτον η μήτηρ μου. Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας. Και υπήρξε καιρός καθ’ ον επίστευον, ότι αι προσπάθειαί μου δεν έμειναν ανεπιτυχείς.
Εν τούτοις όταν μετά δύο ετών νέαν απουσίαν ήλθεν η μήτηρ μου να με ιδή εν Κωνσταντινουπόλει, εθεώρησα καλόν να κάμω υπέρ αυτής κάτι τι επιβλητικώτερον.
Εξενιζόμην τότε εν τω περιφανεστέρω της Πόλεως οίκω, εν ω έσχον αφορμήν να γνωρισθώ με τον Πατριάρχην, Ιωακείμ τον δεύτερον. Ενώ μίαν ημέραν σνεβαδίζομεν μόνοι υπό τας αμφιλαφείς του κήπου σκιάς, τω εξέθηκα την ιστορίαν κ’ επεκαλέσθην την επικουρίαν του. Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της. Ο αείμνηστος εκείνος γέρων επαινέσας τον περί τα θρησκευτικά ζήλον μου, μοι υπεσχέθη την πρόθυμον σύμπραξίν του.
Ούτω λοιπόν ωδήγησα μετ’ ολίγον την μητέρα μου εις το Πατριαρχείον διά να εξομολογηθή εις την Παναγιότητά του.
Η εξομολόγησις διήρκεσε πολλήν ώραν και εκ των νευμάτων και εκ των ρημάτων του Πατριάρχου εννόησα, ότι εχρειάσθη να διαθέση όλην την δύναμιν της απλής και ευλήπτου ρητορικής του, όπως επιφέρη το ποθητόν αποτέλεσμα.
Η χαρά μου ήτον απερίγραπτος. Η μήτηρ μου απεχαιρέτησε τον γεραρόν Ποιμενάρχην μετ’ ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και εξήλθε των Πατριαρχείων τόσον ευχαριστημένη, τόσον ελαφρά, ως εάν ήρθη από της καρδίας αυτής μία μεγάλη μυλόπετρα.
Όταν εφθάσαμεν εις το κατάλυμά της, εξήγαγεν εκ του κόλπου της ένα σταυρόν, δώρον της Παναγιότητός του, τον εφίλησε και ήρχησε να τον περιεργάζεται, βυθιζομένη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις.
– Καλός άνθρωπος, τη είπον, αυτός ο Πατριάρχης. Ορίστε; Τώρα πια πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της.
Η μήτηρ μου δεν απεκρίθη.
– Δεν λέγεις τίποτε, μητέρα; την ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.
– Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε σύννους καθώς ήτον· ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου. Μα, τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!
Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα.

«Ποίος ήτο ο φονεύς του αδερφού μου;»

– Σήμερα πια θα φάγω μια βούκα ψωμί να πάγη στην καρδιά μου! – Είπεν η μήτηρ μου καθεζομένη μεταξύ εμού και του αδελφού μου παρά την λιτήν τράπεζαν, ην ο υπηρέτης είχε παραθέσει εις το δωμάτιόν μας.
– Πρώτα κάμε το, και ύστερα πε το, μητέρα. – Απήντησε πειρακτικώς ο αδελφός μου, διότι από τινος πολλάκις μεν ήκουε την καλήν ταύτην πρόθεσιν, ποτέ όμως δεν την έβλεπε πραγματουμένην.
Η μήτηρ, συνειθισμένη εις παρομοίας του νεωτέρου της υιού παρατηρήσεις, ουδ’ επρόσεξε καν εις τους λόγους του. Αλλ’ επιστραφείσα προς την όπισθεν αυτής θύραν, ίνα βεβαιωθή ότι είναι κεκλεισμένη,
– Και μη μου αφήσετε, είπεν, αυτή την σεισουράδα να ξαναμβή δω μέσα. Ω, χαρά στο μας αλήθεια, σταις τούμπαις και τους σάλτους!
Σεισουράδα ήτον ο Γάλλος υπηρέτης του επί τον Βόσπορον ξενοδοχείου, εν ω η μήτηρ μου ήλθε να με συναντήση, μόλις αφικόμενον εκ της Εσπερίας. Το πρωτοφανές διά την επαρχιώτιδα σχήμα του φράκου, αι συνεχείς του καταξυρίστου Γάλλου υποκλίσεις, ενέπνευσαν εις αυτήν ευθύς εξ αρχής ακατάληπτον αντιπάθειαν. Και το χειρότερον ήτο, ότι ο δυστυχής υπηρέτης προσπαθών και καλά να κατακτήση την εύνοιάν της επολλαπλασίαζε τους σάλτους και ταις τούμπαις αυτού, υποκλινόμενος ούτω πιθηκιστικώς, ώστε εκορύφωσε, κατ’ αυτάς έτι τας πρώτας ημέρας, την εναντίον αυτού αγανάκτησιν της μητρός μου, ήτις και τον εβάπτισε με το όνομα της σεισοπυγίδος, διότι, έλεγεν, είχε θηλυκό, τουτέστι καταξύριστον πρόσωπον και δεν ημπορούσε να σταθή στα ξερά του, χωρίς να σκύψη το κεφάλι και να σείση την ουρά του.
Μετά τινας ούτω πως εμπαικτικάς παρατηρήσεις και επί του όλου παραστήματος και της ενδυμασίας του ατυχούς Λουή, η μήτηρ μου διέκοψεν ανεπαισθήτως το γεύμα της και, προσηλώσασα τους οφθαλμούς εις το παράθυρον, εβυθίσθη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις, κατά την συνήθειάν της.
Ο Βόσπορος εκυλίετο χαριέντως υπό τα βλέμματά μας· πολυάριθμα ισχνοτενή ακάτια διέσχιζον τα κυανά του νερά κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, ως χελιδόνες πετώσαι μετ’ απαραμίλλου ταχύτητος. Η μήτηρ μου τα παρετήρει δι’ απλανών ομμάτων· και μετά μακράν σιωπήν αναστεξάσασα βαθέως,
– Διες εσύ! είπε, πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μηχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να ’βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκονόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; – Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο.
Και έτσι ξημέρονε, και έτσι βράδυαζε. Οχτώ χρονάκια πέρασαν, ψωμί δεν επήγε στην καρδιά μου. Γιατί, δεν θα προφθάση να έλθη το παιδί μου, έλεγα, και θα πεθάνω και θα μείνουν τα μάτια μ’ ανοιχτά! Και διες εσύ! Τώρα που σ’ έχω κοντά μου, τώρα που σε θωρώ, μου φαίνεται σαν να ήταν χθες που διάβηκες και σήμερα που ήλθες. Και οι πίκραις που ήπια, παιδί μου, και οι τρομάραις που ετράβηξα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ!
Εδώ έκοψε μηχανικώς ολίγον άρτον, ως εάν ήθελε να εξακολουθήση το φαγητόν της· αλλά πριν τον θέση εις το στόμα, ητένισε πάλιν διά του παραθύρου, είδε τον αείρροον Βόσπορον, είδε τα παλινοστούντα σκάφη, και στενάξασα εκ μέσης καρδίας επανέλαβεν αργά και θλιβερά·
– Έτσι περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Απ’ εκεί που εφοβούμουν δεν έπαθα τίποτε· και απ’ εκεί που ήμουν ήσυχη ήλθε το κακό! Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες. Και ο Χρηστάκης μας – πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!… Ε… μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!…
Ήτανε παραμονή των Φωτών – ξεύρεις πως είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γειά και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!” Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε: – Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψης! – Και σ’ έδωκε μια πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε. – Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! – Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και που το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φωτών θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι εγώ θε νάκλαιγα μονάχη!
Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Mιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μια σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια – Μ’ αυτά τα σούρβα, μάνα, θα διούμεν απόψε την τύχη μας. – Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι, εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχησεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στην μέση πα’ στην καυτερή την πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στιά. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη – και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα’ στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε! – Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα… Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε:
– Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μέσ’ από λίγη ζέστη σαν και λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ! –
Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μέσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και ήρχησαν να βροντούν και να πηδούνε…
Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς που ύστερ’ από λίγαις ημέραις άρχησαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκόνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν.
Εκεί πάνου στα γέλοια άνοιξεν η θύρα κ’ εμβήκεν ο Χαραλαμπής του Μητάκου. Τον ξεύρεις. Ήταν συνομήλικος του Χρηστάκη και τον έμοιαζε πολύ στο ανάστημα και ταις πλάταις. Όσον ήτο μικρός ήρχετο συχνά στο σπίτι μας· μα σαν εμεγάλωσε κ’ επήρεν άσχημο δρόμο, δεν ημπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Γιατί πολλαίς φοραίς έκαμνε το κακό, και τον έπαιρναν για τον Χρηστάκη. Τόσο πολύ τον έμοιαζε· και σαν συντεχνίταις όπου ήτανε φορούσαν και τα ίδια τα ρούχα. Γι’ αυτό τον έβαλα μιαν ημέρα μπροστά. Από τότε δεν εξαναπάτησε στο κατώφλοιό μας· κ’ εκείνη την βραδειά ήλθε.
– Καλησπέρα, κυρά! Καλό στα κάμνετε!
– Καλό στον Λαμπή. Αν με φέρνης κάνα γράμμα, κάτσε να σε κεράσω.
– Όχι, κυρά, εγώ την παραίτησα πια την πόστα. Και ήρθα ίσα ίσα να ξαναπώ του Χρηστάκη να μην αφήση να την πάρη κανένας άλλος.
Εκεί, σαν να μ’ εταράχθηκεν η καρδιά μου!
– Και γιατί, Λαμπή;
– Γιατ’ είναι καλή δουλειά η πόστα, κυρά, καλή δουλειά!
– Και σαν είναι καλή δουλειά η πόστα, γιατί δεν την κρατείς του λόγου σου, που την είχες ως στα τώρα;
Θαρρείς του έδωκε κανείς μια μαχαιριά, και άλλαξεν η θωριά του και άρχησε να μασσά τα λόγια του.
– Εγώ, κυρά, δυο χρόνια πήγα κ’ έφερα την πόστ’ από το σιδερόδρομο, έκαμ’ αρκετούς παράδες. Τώρα πια ας κάμουν και οι φίλοι.
– Άκουσε να σε πω, του είπα τότε, Λαμπή! Εσύ αν έκαμες παράδες, καθώς το λένε – Θεός κ’ η ψυχή σου! Εμείς τέτοιους παράδες δεν τους χρειαζόμασθε. Έπειτα, ξεύρεις· οι καϋμέδες δεν έχουν πλέον πέραση. Και αυτός που κουβαλεί την πόστα δεν μπορεί πλέον ν’ αρχοντήνη με τα υστερήματα, που στέλνει κανένα ορφανό, ξενητεμμένο, μέσ’ στο γράμμα, να μνημονέψουν τον πατέρα του. Όσο για την άλλη τέχνη που σ’ αρχόντηνε, Λαμπή, να ο Θεός και ας σε κρίνη. Εμένα το παιδί μου είναι χριστιανός και τίμιος άνθρωπος, και ξεύρει να βγάλη το ψωμί του με τον ίδρω του προσώπου του.
Έτσι του είπα, γιατί το ήξευρα πως ήταν κλέφτης. Και κει που του τάλεγα, παιδί μου, τον έπιασε μια τρεμούλα και άσπρισαν τα χείλια του, και αγρίεψεν η ματιά του, σαν σεληνιασμένος. – Ω, Παναγία μου! τρεις φοραίς άνοιξε το στόμα του να συντύχη, και τρεις φοραίς άκουσα τα δόντια του να κροτιούνται, παιδί μου, μα την φωνήν του δεν την άκουσα! Έτσι εστριφογύριζε το νεκρόχλωμό του πρόσωπο! Και είδα την άπειρή του φρίκη και την ματιά του την τρομαγμένη, που ξέταζε κλεφτάτα κλεφτάτα τα ρούχα, και το δεξί του χέρι, ως ανάμεσα στα δάχτυλα! Ωσάν να ήτανε χρισμένος κάτι τι κι’ εφοβούνταν μην το διούμε. Και ύστερ’ από τον φρικτόν αγώνα – Ω, Παναγία μου! σαν κανείς που ψυχομαχά λαιμοπνιγμένος, παιδί μου,
– Μην ακούς τον κόσμο, κυρά! Εγώ είμαι καλός άνθρωπος! είπε, κ’ έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, κ’ εβγήκε, και δεν εκαλονύχτισε!…
– Θωρείς, μητέρα; Είπε τότε ο Χρηστάκης. Σε τώλεγα και δεν το πίστευες. Εσκότωσεν άνθρωπο, και τον πιάνει το αίμα. Όλος ο κόσμος το λέγει και συ δεν το πιστεύεις. Άμα πης πως ξεύρεις κάτι τι που έκαμεν –ας είναι και για δοκιμή μονάχα– θαρρεί πως του λες για το φονικό. Θαρρεί πως εφάνηκε το αίμα στα χέρια του, για να τον προδώση.
– Αφού δεν το είδες με τα μάτια σου, του είπα, τι σε μέλει και τον κακολογάς. Κάθε αρνί κρεμιέται από το ίδιο του ποδάρι. Και αν είναι αλήθεια, έχει Θεό που θα τον κρίνη και ας όψεται. Κάμε μου μόνο την χάρι, και μη ανακατόνεσαι στην υπόθεσι της πόστας: Αυτός χωρίς αιτία βέβαια δεν την παραιτά.
– Δεν ακούς που σου το λέγω, μητέρα; Είπε πάλ’ εκείνος. Είναι το αίμα που τον πιάνει! Το αίμα, που έχυσε στον δρόμο του, εστοιχειώθηκε τώρα, και δεν τον αφήνει να περάση. Προχθές αναγκάσθηκε να γυρίσ’ από τα μισόδρομα και ν’ αφήση την πόστα. Ακούεις, είδε κάποιον που τον παραμόνευε: Χωρίς άλλο ήταν το αίμα. Γιατί λέγουν, πως όποιος σκοτώση άνθρωπο και δεν σκεφθή να γλύψη από το μαχαίρι του το αίμα, ή θα στοιχειωθή να τον πνίξη καμμιά μέρα, ή θα τον μαρτυρεύη, ως που να τ’ ομολογήση και να τον κρεμάσουν.
– Νάχης την ευχή μου, παιδάκι μου, μη μου ξεσηκόνεις την καρδιά μου περισσότερο. Και, νάχης την ευχή της Παναγίας, μην ανακατόνεις αυτά τα πράγματα! Γιατί σ’ ακούει κανείς από την εξουσία κ’ ευρίσκεις τον μπελά σου! Άφησε και την πόστα και τον ποστιέρη να κουρεύωνται, και βλέπε την δουλειά σου, σαν νοικοκυροπαίδι.
Μα κείνος ο μακαρίτης –τον ήξευρες πώς ήτανε– δεν τον εχωρούσεν ο τόπος να καθήση. Τον έμαθα τέχνη και τον άνοιξ’ αργαστήρι, για να πιάση τον τόπο του πατέρα του. Μα, έλα που αγαπούσε να γυρνά μέσα στους δρόμους!
– Απ’ εδώ ως στο Λουλεβουργάζι, είπεν, είναι πέντε ώραις δρόμος. Μια φορά κάθε δεκαπέντε θα πάγω και θα έλθω, γιατί ν’ αφήσω να ωφεληθή άλλος;
– Όχι, νάχης την ευχή μου! Δεν σ’ αφήνω να πάρης την πόστα! Υποσχέσου μου πως δεν την παίρνεις, γιατί θα με κάμης να χάσω την ησυχία μου!
– Ε! καλά, είπε τότε. Δεν την παίρνω. Άφησε να μείνης καναδυό μήνες χωρίς γράμμα, και να διής εσύ πως θα το μετανοιώσης.
Αυτό μ’ έγγιξεν εκεί που με πονούσε. Τα γράμματά σου δεν ήρχοντο τακτικά, γιατί τα άνοιγαν στον δρόμο. Και δεν φθάνει, που δεν άφηναν μέσα τίποτε, μόνον ύστερα εντρέπονταν να τα φέρουν ανοιγμένα, και έτσι έμενα εγώ χωρίς ειδήσεις σου, κ’ εκαθόμουν κ’ έκλαια. Μολαταύτα δεν του είπα τίποτε. Τόσον καιρό υπόφερα, ας υποφέρ’ ακόμα.
Όταν ήλθεν η ημέρα της πόστας, τον βλέπω κ’ εμβαίνει με τον σάκκο του κονακιού στην αμασχάλη, και με το τουφέκι στον ώμο του.
– Τώρα πια, μητέρα, είπε, το κεραστικό δεν θα πηγαίνη σε ξένα χέρια. Αύριο που θα σε φέρω το γράμμα του Γεωργή, θα μου το δώσης εμένα. Ορίστε; –
Είχαν περάσει κοντά δώδεκα ημέραις από εκείνη την βραδειά, που του το είχα εμποδίσει. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε είχαν ξεχασθή πλέον οι προφητείαις της παραμονής των Φωτών. Μα τον γυιόν του Μητάκου δεν τον ελησμόνησα. Γι’ αυτό άρχησα να τον νειδίζω, πως έκαμε δουλειά του κεφαλιού του. Μα κείνος πού ν’ ακούση! Επήρε την υποχρέωση πάνου του! Υπεσχέθηκε στους προεστούς και στον Καϋμακάμη!
Σαν είδα που παν τα λόγια μου χαμένα, τον έδωσα κ’ εγώ το γράμμα σου, και, έχε τον νου σου δα, παιδί μου, του είπα, να μη χάσης το γράμμα του Γεωργή μας! – Θαρρώ πως τόνε βλέπω ακόμα! Έβγαλε το φέσι του, εφίλησε το χέρι μου, κ’ επήγε… Ποιος το ήξευρε να μη τον αφήση!…
Την άλλη την ημέρα ήτανε νάρθη ο καινούριος ο Δεσπότης. Οι επίτροποι και οι προεστοί επήγαν από νωρίς εις τον σιδηρόδρομο· οι δάσκαλοι με τα παιδιά του σχολειού αραδιασμένα· οι παπάδες και οι άλλοι χωριανοί εβγήκαν καμμιάν ώρα δρόμο, για να τον προσωπαντήσουν. Ο Μιχαήλος επήγε κ’ εκείνος μαζί τους. Έμεινεν άδειο θαρρείς το χωριό. Η ώρα της πόστας ήλθε, μα δεν ανησύχησα για τον Χρηστάκη: Χωρίς άλλο θα έλθη με τη συνοδεία του Δεσπότη. Ο καιρός ήταν καλός κ’ εγώ εφύλαγα στο παραθύρι. Σαν είδα τον κόσμον από μακρά που επέστρεφε, έσιαξα το φακιόλι μου κ’ εβγήκα ως έξω από το χωριό να φιλήσω κ’ εγώ του Δεσπότη το χέρι. Τα εξαπτέρυγα και οι σημαίαις της εκκλησίας έλαμπαν από μακρυά εις τον ήλιο, και κατόπιν εγυάλιζαν οι σταυροί και τα φελώνια των παππάδων. Πίσω, στο ένα πλάγι, διέκρινα χρυσοσέλωτο το άσπρο άτι, που επήγαν για τον Δεσπότη· μα όσο και αν εκόντευε, Δεσπότης δεν εφαίνετο επάνω του. Βγα! είπα με τον νου μου, και άρχησα να πλησιάζω ανήσυχη και βιαστική.
– Φεύγα, κυρά! εφώναξε τότε έν’ από τα παιδιά, που έτρεχαν εμπρός εμπρός με τα γιορτερά τους. Φεύγα πίσω, γιατ’ έρχεται τ’ ασκέρι! Ακούς εκόψαν τον σιδερόδρομο και μας επήραν τον Δεσπότη!
Εκεί ετινάχθηκεν η καρδιά μου! Ο πόλεμος ακούετο, μα οι Ρούσσοι ήτανε μακρυά, ξεύρω κ’ εγώ; στα Μπαλκάνια, μας έλεγαν, κι ακόμη παρά πέρα. Και τώρα να κόψουν έξαφνα τον σιδερόδρομο. – Είδες, είπα, και θα πάθη τίποτε το παιδί! και εκόπηκαν τα γόνατά μου κ’ έμεινα στον τόπο. Εκεί επρόφθαξε το πλήθος βιαστικό και τρομαγμένο. Κ’ επρόβαλ’ ο Σταυρός με τα ξαπτέρυγα κ’ επρόβαλ’ ο παππάς με το θυμιατήρι, και πρόβαλαν τέσσαρες νομάτοι μ’ ένα λείψανο στον ώμο, και στο πλάγ’ ο Μιχαήλος ανεμαλιάρης και λουσμένος εις τα δάκρυα… Αχ! παιδί μου! παιδάκι μου!… Ποιος το ήξευρε να τον εμποδίση!–
Εδώ η τρέμουσα φωνή της συνεπνίγη υπό των λυγμών και των κλαυθμών της.
Ήτον η πρώτη φορά εκείνην την ημέραν. Και επειδή εγνώριζον την φύσιν της δυστυχούς μητρός μου, ούτε εγώ την διέκοψα, ούτε τον αδελφόν μου αφήκα. Η θλίψις υπερεπλημμύρει την φιλόστοργον αυτής καρδίαν, και αν δεν την άφηνεν να εκχειλίση άπαξ και δις και τρις της ημέρας, δεν ηδύνατο να εύρη ανακούφισιν. Το φοβερόν τραύμα είχε πλήξει τον πολυπαθή μας οίκον προ τριών και επέκεινα ετών. Αλλ’ η πρόσφατος έλευσις εμού, όστις δεν είχον ιδή το φρικτόν εκείνο δράμα εκ του πλησίον, ανέξανε τας μόλις ουλωθείσας πληγάς της ταλαίνης. Η εμή παρουσία καθίστα την απώλειαν του μακαρίτου πολύ μάλλον επαισθητοτέραν, διότι, καθώς έλεγεν η μήτηρ μου δικαίως, εφαίνετο πλέον πως η χαρά μας δεν ειμπορούσε να είναι σωστή. Τόσον ολίγους που τους αφήκα τους εδικούς μου, τους εύρισκον ολιγωτέρους. Και ούτε εγώ να τον φιλήσω, ούτε ο πτωχός αδελφός μου ηδύνατο πλέον να ευφρανθή επί τη επανόδω τού τόσον καιρόν προσδοκηθέντος αδελφού του! Και έκλαιε λοιπόν η δύστηνος και διηγείτο την θλιβεράν εκείνην ιστορίαν, ως εάν είχε συμβή αυτήν την προτεραίαν.
Και όταν αι πλήμμυραι των δακρύων ανεκούφιζον ολίγον την βαρυπενθή αυτής καρδίαν, νομίζετ’ ελησμόνει την δυστυχίαν της; Πολλού γε και δει. Την θλίψιν διά τον φόνον του αγαπητού μας αδελφού διεδέχετο η αμείλικτος οργή κατά του φονέως.
– Καμμιά φορά, μοι έλεγε κατ’ ιδίαν ο αδελφός μου, ενόμιζον πως άρχιζε να ξεχνά τον Χρηστάκη, μα ποτέ δεν την είδα να ξεχάση τον φονιά του.
Καθ’ όλον το μεταξύ διάστημα ούτε Δεσπότη, ούτε Καϋμακάμη αφήκεν ήσυχον διά να τη εύρουν τον φονέα του τέκνου της. Κατ’ αρχάς ενομίσθη, ότι εφονεύθη, συντυχών εις την συμπλοκήν κατά την επί του σταθμού του Λουλεβουργάζ έφοδον. Αλλά μετ’ ολίγον επιστώθη, ότι τούτο δεν ήτο δυνατόν. Οι επελθόντες προς παραλαβήν του αρχιερέως εύρον τον σταθμόν τούτον ερημωμένον υπό των επιτοπίων αρχών προ δύο ήδη ημερών, εξ ου χρόνου πάσα συγκοινωνία μετά της πρωτευούσης ήτο διακεκομμένη, τους δε Ρώσσους αμαχητί καταλαβόντας το χωρίον, αλλά μόλις περί τα μέσα της προηγηθείσης εκείνης νυκτός. Τον πτωχόν αδελφόν μου όμως ανεκάλυψαν εν τη ατάκτω αυτών επιστροφή παρά την γέφυραν της λεωφόρου, πολύ μακράν του χωρίου, και νεκρόν πολύ προ της αφίξεως των Ρώσσων. Δεν εφονεύθη λοιπόν τυχαίως, ουδ’ εν συμπλοκή. Αλλ’ ούτ’ επίτηδες ήτο δυνατόν να εφονεύθη υπό στρατιωτών ή ληστών. Διότι ούτε οι μεν θα άφηναν τον νεκρόν ασύλητον, ούτε οι δε ανέπαφον τον ταχυδρομικόν σάκκον. Πάσα δε επίσημος έρευνα κατέληγεν εις το ψηλαφητόν συμπέρασμα ότι ο φόνος εγένετο εξ ενέδρας και ουχί προς σκοπόν ληστεύσεως. Διά τούτο η μήτηρ μου επέμενεν εις την εύρεσιν και τιμωρίαν του φονέως. Ο τρόπος δι’ ου ο πρώην κακής φήμης ταχυδρόμος παρέπεισε τον ανύποπτον νεανίαν να διαδεχθή το επικίνδυνον αυτού έργον, παρείχεν εις τας ερεύνας αυτής τον οδηγητικόν μίτον.
– Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν… Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Γιατί διές, παιδί μου, ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσ’ στο μνήμα του όσαις φοραίς νοιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νοιώθει, παιδί μου! στην άκρη του κόσμου να ευρίσκεται, εκείνος τον νοιώθει, σαν να του πατούσε την καρδιά του! Γι’ αυτό εκδίκησι! πρέπει να γενή εκδίκησι!
Ο μη γνωρίσας την αγαθοτάτην ταύτην μητέρα προ του θανάτου του υιού της, θα την εκλάβη ίσως ως γυναίκα τραχέος και σκληρού χαρακτήρος, αφού εγώ αυτός εδυσκολευόμην πλέον να ανεύρω εν αυτή την άπειρον εκείνην φιλανθρωπίαν, ήτις την έκαμνε να φείδηται και να συμπονή και αυτήν την άψυχον φύσιν, και ως εκ της οποίας δεν υπέφερε να ίδη ουδέ μίαν όρνιθα σφαζομένην. Διότι, ναι μεν, εκδίκησιν λέγουσα, ηννόει κυρίως δικαιοσύνην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου.
– Να τον ιδώ κρεμασμένον, έλεγε, να τραβήξω το σχοινί του και ύστερα ας αποθάνω!
Τόσον φρικαλέως επιθυμητή εφαίνετο η εκδίκησις εις την φιλοστοργίαν της φυσικής και αμορφώτου γυναικός!
Τα ψυχρά της επιστήμης σκέμματα, δι’ ων εδοκίμαζον ενίοτε να καταπραΰνω τας ορμάς της θερμής αυτής καρδίας, εξητμίζοντο πριν φθάσωσι τον σκοπόν αυτών, ως μικραί σταγόνες ύδατος, όταν πίπτωσιν επί σφοδρώς φλεγομένης καμίνου. Ούτω και κατ’ εκείνην την ημέραν. Όταν μετά μακράν διδαχήν περί της θέσεως των ατόμων απέναντι της δημοσίου δικαιοσύνης, τη υπεσχέθην ότι θα κινήσω πάντα λίθον προς εύρεσιν και τιμωρίαν του κακούργου,
– Ναι! είπε, μετά τινος αγρίας εντρυφήσεως. Να τον ιδώ κρεμασμένο, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερ’ ας πεθάνω!
Αλλ’ αίφνης εκρούσθη η θύρα, και, μετά προφανούς δυσαρεσκείας είδε την καταξύριστον μορφήν του υπηρέτου ευσεβάστως παρακύπτουσαν όπισθεν του θυροφύλλου.
– Τι τρέχει, Λουή; τον ηρώτησα εισερχόμενον.
– Μία Τούρκισσα, απήντησεν υποκλινόμενος προ της συνωφρυωμένης μητρός μου, μία Τούρκισσα προς επίσκεψιν.
– Προς επίσκεψιν ημών; Δεν είναι δυνατόν! Θα έχης λάθος, Λουή, πήγαινε! Δεν γνωρίζομεν καμμίαν Τούρκισσαν. Αλλ’ ενώ τον απέπεμπον ούτω, χάριν της μητρός μου, ηκούσθη ταραχή εν τω διαδρόμω και φωναί ως εριζόντων. Ο Λουής υπεκλήθη εκ νέου όσον οίον τε βαθέως, όπως με πείση, ότι ημείς ήμεθα οι ζητούμενοι. Αλλ’ αίφνης η θύρα ανοίγει μετά φοβερού πατάγου, ωθήσασ’ αυτόν να πέση κατακέφαλα, ενώ μία γραία, σχεδόν απερικάλυπτος Οθωμανίς ερρίπτετο εις τους πόδας της μητρός μου, μετά λυγμών και δακρύων. Φαίνεται ότι οι έξω υπηρέται τη εκώλυον την είσοδον και εκ της απελπισίας αυτής εβίασε την θύραν. Ο εμβρόντητος Λουής επρόφθασε να συνέλθη και εκδιώξη διά λακτισμών τον δειλώς ακολουθούντα αυτήν υψηλότατον λευκοσάρικον σοφτάν, αλλ’ ο αδελφός μου, παρεμβάς, ως τον είδεν, επέπληξε τον υπηρέτην και εισήγαγε μετά μεγάλης χαράς τον ισχνόν και λευκόχλωμον εκείνον Τούρκον, ως εάν ήτο ο οικειότατος αυτώ φίλος.
– Είναι ο Κιαμήλης μας, είπεν, επιδεικτικώς προς εμέ, και αυτή θα είναι η μητέρα του!
Η μήτηρ μου μόλις και μετά βίας απαλλαγείσα των περιπτυγμών της Οθωμανίδος, ητένισεν υψηλά προς την συμπαθητικήν του σοφτά μορφήν μετά παραδόξου στοργής, και
– Εσύ είσαι Κιαμήλη, παιδί μου; τον ηρώτησε. Και πώς είσαι; Καλά; Δεν σ’ εγνώρισα με αυτή την φορεσιά σου!
Ο Τούρκος έκυψε μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς και λαβών εφίλησε την άκραν του φορέματός της.
– Ο Θεός πολλά καλά να σε δίνη, Βαλινδέ! είπε. Μέρα νύχτα παρακαλώ να κόβη από τα χρόνια μου να βάζη στα δικά σου. –
Η μήτηρ μου εφαίνετο υπερβολικά ευχαριστημένη· ο Μιχαήλος επήγε να τα χάση από την χαράν του, απευθύνων μυρίας ερωτήσεις και περιποιήσεις πότε εις τον ισχνοτενή εκείνον πρασινορασοφόρον και πότε εις την μητέρα του. Μόνον εγώ και ο Λουής ιστάμεθα άφωνοι και ενεοί. Επί τέλους λαβών τον αδελφόν μου κατά μέρος,
– Έλα, άφησε τα γέλοια σου, λέγω, και ειπέ μου τι συμβαίνει εδώ πέρα; Τι σας είναι αυτοί;
– Τώρα θα σε το πω, είπεν ο αδελφός μου γελών έτι περισσότερον. Τώρα θα σε το πω. Πήγαινε, Λουή! δυο καφέδες γρήγορα! Μα κύτταξε, να μην τους κάμης πάλε σαν τα φράγκικά σου τ’ αποπλύματα! Α-λά-τούρκα, και χωρίς ζάχαρι! Ακούς;
Και ταύτα λέγων εισήλθε μετ’ εμού εις το προσεχές δωμάτιον.
– Αυτός είναι ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνες εις το σπίτι μας, και αυτή είναι η μάνα του, που ήλθε τώρα να της πη το Σπολλάτη!
Είπεν ο αδελφός μου, γελάσας προς μεγάλην μου έκπληξιν.
– Ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνας! Και από τότε έγεινεν η μητέρα νοσοκόμος των Τούρκων; Ηρώτησα εγώ συνωφρυωμένος εξ αγανακτήσεως.
Πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μιχαήλος εσυνείθιζε ν’ αστεΐζηται επί των αδυναμιών της μητρός ημών, τόσω μάλλον ασμένως, όσω μάλλον αγγογύστως και προθύμως τας επλήρονεν εκ του ιδίου του βαλαντίου. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει τόσον, όσον να μιμήται την μητέρα μας, δρώσαν υπό την επήρειαν αδυναμίας τινός, της οποίας τα στοιχεία παρεμόρφου επί το κωμικώτερον κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ. Η ανοχή της καλής μητρός, ήτις εγέλα και αυτή, οσάκις τον ήκουεν, ερρίζωσεν εν αυτώ έτι μάλλον την κακήν ταύτην συνήθειαν. Διά τούτο, όταν με είδεν αγανακτούντα επί τω ακούσματι,
– Άκουσε να σε πω, μοι είπεν. Αν εννοής να τα έχης έτσι καταιβασμένα, δεν σε λέγω τίποτε. Θα μου χαλάσης την ιστορία. Κάλλιο να την αφήσουμε μίαν άλλην ημέρα, για να γελάσης και συ με την καρδιά σου, να γελάση κ’ η μητέρα κομμάτι, που τόσαις ημέραις δεν εγέλασεν ακόμη με τα σωστά της, η καϋμένη.
– Έλα! τω είπον τότε. Η μητέρα φαίνεται πολύ ευχαριστημένη από την επίσκεψιν, και είναι όλως διόλου ενασχολημένη με τους Τούρκους της, που δεν ειμπορώ να χωνέψω. Ως που να πιουν τον καφέ τους και να μας ξεφορτωθούν, ειπέ μου την ιστορία.
– Άκουσε λοιπόν, μοι είπεν. Ειξεύρεις πόσον η μητέρ’ ανησυχούσεν όταν έλειπες. Και δεν φθάνει που ανησυχούσεν εκείνη, μόνον δεν άφηνε και τον κόσμο στην ησυχία του. Ποιος περνά να τον σταματήση μέσ’ στον δρόμο· ποιος έφθανεν από πουθενά, να πα να τον ρωτήση: μη σε είδαν, μη σε άκουσαν. Την ξεύρεις. Ένα πρωί πρωί ετρυγούσαμε τα πεπόνια στο χωράφι. Έξαφνα βλέπ’ ένα διαβάτη που περνούσε. Δεν τον αφήνει να πάγη στην δουλειά του, μόνο τρέχει στην φράκτη.
– Ώρα καλή, θειέ!
– Πολλά τα έτη, κυρά!
– Από την Ευρώπη έρχεσαι;
– Όχι, κυρά, από το χωριό μου. Και πού είν’ αυτή η Ευρώπη;
– Να, ξεύρω κι’ εγώ; αυτού που είναι το παιδί μου. Δεν άκουσες να λένε τίποτε για το παιδί μου;
– Όχι, κυρά. Και πώς το λένε το παιδί σου;
– Αμ’ ξέρω και ’γω μαθές; Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί, και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραμματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου· και τώρα, σαν το γράφουνε μέσ’ σταις εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος!
– Την ιστορία, Μιχαήλε! την ιστορία του Τούρκου! διέκοψα εγώ ανυπομόνως.
– Στάσου δα! είπεν εκείνος. Η ιστορία ήλθεν ύστερ’ από την κουβέντα. Ύστερ’ από την κουβέντα, βλέπεις την μητέρα και κόφτει το πιο καλό, το πιο μεγάλο πεπόνι.
– Αμ’ δεν παίρνεις κάνα πωρικό από τον κήπο μας, θειε;
– Ευχαριστώ, κυρά, δεν έχω τόπο να το βάλω.
– Δεν πειράζει, θειε, το καθαρίζω και το τρώγεις.
– Ευχαριστώ, κυρά, με κρατεί κοιλόπονος.
– Έλα να χαρής, κάμε μου την χάρι. Γιατί, διές, έχω παιδί στην ξενητιά, κ’ έχω καρδιά καμμένη. Κι’ αφού δεν μπορώ να το στείλω στο παιδί μου, φα’ το καν του λόγου σου που είσαι ξένος. Ίσως τωύρη κι’ εκείνο από κανέναν άλλονε.
Ο άνθρωπος έχασε την υπομονή του.
– Ντζάνουν καλά, χριστιανή για! μα σαν έχης παιδί στην ξενιτιά, τι σε φταίγω εγώ να βάλω, έτσι θεονήστικος, όλην αυτή την χολέρα μέσ’ στο στομάχι μου! Μη θαρρής πως εβαρέθηκα την ζωή μου; Εγώ έχω γυναίκα που με καρτερά, κ’ έχω παιδιά να θρέψω. Μα σαν θέλης και καλά να χρησιμοποιήσης το πεπόνι σου, στείλε το στου Γερο-Μούρτου το χάνι. Εκεί κοντά ένας ξένος παλεύει με τον θάνατο, θερμασμένος εδώ και τρεις εβδομάδες. Άμα γευθή αυτήν την χολέρα, πίστεψέ με, θα γλυτώση και αυτός από την θέρμη και η θέρμη απ’ αυτόνε.
– Τέλος πάντων! του είπα, ετελείωσαν τα επεισόδια; Άρχησε πλέον την ιστορία!
– Στάσου δα! απήντησεν εκείνος πειρακτικώς. Μήπως είμεθα εις την Ευρώπην που πουλούν το κρέας δίχως κόκκαλα; Σε λέγω την ιστορία καθώς εγένηκεν. Αν δεν σ’ αρέση, άφησέ την κατά μέρος. Πάμε να διούμε την χανούμισσα!
– Σε ήθελα να είσαι από πουθενά, εξηκολούθησεν έπειτα, να ιδής την μητέρα, όταν το άκουσε. – Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! – Και έπεσε το πεπόνι από τα χέρια της, κι’ έγεινε σαν πήττα! Κ’ έσιαξε το φακιόλι στο κεφάλι της, κ’ επήρε τον δρόμο. Δηλαδή τα σπαρμένα και τ’ άσπαρτα χωράφια κατ’ ευθείαν για να φθάση όσον το δυνατόν γρηγορώτερα. Εγώ που την ήξευρα, την αφήκα να πάγη. Μα σαν επροχώρησε καμπόσο και είδε που δεν το εκούνησα, εγύρισε πίσω θυμωμένη, και,
– Τι χάσκεις απ’ αυτού, μωρέ πολλακαμμένε; – εφώναξε. – Ε; φυλάγεις να το πω για να σαλέψης;
Αν σε βαστά μην την ακολουθείς; Θα ήταν καλή να με φακιολίση με καμμιά βωλάκα. Αφήκα λοιπόν την δουλειά μου, κ’ έπεσα καταπόδι της. Πού να την φθάσης! Βρε αγκάθια, βρε χανδάκια, βρε φράχταις – δεν έβλεπε τίποτε. Τίποτε άλλο, παρά του Γερο-Μούρτου τον σκεπό που εκοκκίνιζε μακρυά μέσ’ στα σπαρμένα.
Σαν έφθασε κοντά, άρχησαν τα γόνατά της να τρέμουν κ’ εκάθησε σε μια πέτρα.
– Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Και πως δεν μου το είπες πως ήταν ένας άρρωστος δωπέρα;
– Αμ’ τι να σε το πω! Μήπως είσαι γιατρός για να τον γειάνης; Εκείνο, ως και ο Παππά-Δήμος, που τ’ άκουσε, δεν επήγε να τον διή. Γιατ’ είναι, λέγει, Τούρκος, κ’ οι Τούρκοι δεν πληρόνουν, για ευχέλαιο.
– Τούρκος είπες; εφώναξε τότε, και ήλθεν ολίγο σην θωριά της. – Σαν είναι Τούρκος – Δόξα σοι ο Θεός! Είχα μια φοβέρα μήπως ήταν το Γιωργί μας!
– Κρίμα που δεν σου το είπα πρωτήτερα, μητέρα, να μη χαλάσης του κόσμου τα χωράφια και να κάμης τα πόδια μου κόσκινο μέσ’ στ’ αγκάθια. Από τη βία σου, μ’ έκαμες να πάρω τον δρόμο αξυπόλυτος. – Μα κείνη, στο μεταξύ, ξανακίνησε προς του Μούρτου το χάνι.
Εκεί που έπεσα πάλε καταπόδι της, κ’ επήγα να πηδήξω ένα χανδάκι, ακούω κάποιον και βογκά. Στρέφω και θωρώ, ένας Τούρκαρος χαμαί, με κίτρινο πρόσωπο, με κόκκινα μάτια! Έτσι εύκολα που γελώ στη ζωή μου, ποτέ δεν εγέλασα για άρρωστον άνθρωπο.
Κ’ εκείνη την ημέρα δεν ημπόρεσα να βασταχθώ, γιατί, δεν ηξεύρεις. Εδώ ήταν μια βάτος, κι’ εδώ μι’ αγριαγγινάρα. Κι’ ο Τούρκος, που παράδερνε παραλαλώντας εις την μέση, εγύριζε στη βάτο, και της έκαμνε τεμενάδες, και την γλυκομιλούσε, και της έκαμνεν εργολαβία. Εγύριζε στην αγριαγγινάρα κ’ έτριζε τα δόντια, κι αγρίευε τα μάτια, κ’ εσήκωνε με βρυσιαίς το χέρι του, να της κόψη το κεφάλι! Τα μεγάλα του λόγια από την μια και η αδυναμία του από την άλλη ήτανε να σκάσης από τα γέλοια. Μα σαν ήλθεν η μητέρα και με είδε, σου έκαμεν ένα θυμό! ένα θυμό! Θεός να σε φυλάγη!
– Τι στέκεις και γελάς αυτού, βρε χάχα; Ε; τι στέκεις και γελάς! Ο άνθρωπος ψυχομαχά, και συ το χαίρεσαι; Πιάσ’ από κεινά! Φορτώσου τον στην ράχη σου!
– Καλέ, χριστιανή, αυτός είναι μιάμισυ φορά μακρύτερος από μένα, πώς θέλεις να τον φορτωθώ στην ράχη μου!
– Πιάσ’ απ’ εκεινά, σε λέγω, γιατί ξέρεις;
Αν σε βαστά μην το κάμης! Έπιασα λοιπόν και με φόρτωσε τον Τουρκαλά στην ράχη μου κ’ επήραμε τον δρόμο.
Ο Γερο-Μούρτος έλιαζε την κοιλιά μου έξω από την θύρα του χανιού. Σαν μας είδε, εγέλασε βαθειά μέσ’ στον λαιμό του κ’ εφώναξεν. – Ωρέ, δεν μου φορτώνεσαι κάλλιο κειό τον ψόφιο γάδαρο, για να κερδαίσης καν τα πέταλά του, μόνο σκομαχάς έτσι στα χαμένα για να πας την λοιμική στο σπίτι σου;
Εγώ δεν απηλογήθηκα γιατί, καταλαμβάνεις, αναπνοή για χορατά δεν μ’ επερίσσευε. Μα η μητέρα, την ξεύρεις την μητέρα. Του εδιάβασε τον εξάψαλμο για την απονιά του!
Σαν τον εφέραμε στο σπίτι, εστρώσαμε το στρώμα του Χρηστάκη και τον επλαγιάσαμε. Ο Χρηστάκης ο μακαρίτης εγύριζε τότε στα χωριά της επαρχίας, με ταις πραμματειαίς επάνω στ’ άλογο. Ήτανε πριν ανοίξη το μαγαζί του. Και σαν έμαθε πως έχουμε τον άρρωστο εις το σπίτι, επήγε κ’ έρριψε την κάππα του εις της θειάς μας το σπίτι, στο Κρυονερό. Η μητέρα τον εμάλονε πάντοτε για ταις ακαταστασίαις του, κ’ εκείνος ο μακαρίτης αφορμήν εγύρευε για να ξωμένη, να ζη του κεφαλιού του. Εφτά μήνες είχαμε τον άρρωστο στο σπίτι, εφτά μήνες δεν επάτησε το κατώφλοιό μας. Ως που αναγκάσθηκεν η μητέρα να τον στείλη μαζί μου στην Πόλι, πριν γιατρευθή όλως διόλου.
– Και πώς είχε ξεπέσει στο χωριό μας; ηρώτησα εγώ. Και πώς συνέβη ν’ αρρωστήση;
– Χουμ! είπεν ο αδελφός μου ξύων την κεφαλήν του. Αυτό κ’ εγώ μόνον άκραις μέσαις το γνωρίζω. Μήπως μάφηκε μαθές η μητέρα να τον ερωτήσω, καθώς ήθελα;
–Άνθρωποι είμεθα, έλεγε, και οι αρρώσταις είναι για τους ανθρώπους. Αλλοίμονο σ’ όποιον δεν έχει ποιος να τον κυττάξη! Και ποιος ηξεύρει, αν αυτήν την ώρα και το Γιωργί μας δεν είν’ άρρωστο στη ξενιτιά, χωρίς κανένα εδικό στο πλάγι του! Μην κάθεσαι λοιπόν και μου ψιλορωτάς τον άνθρωπο, μόνο γειάνε τον πρώτα!
Ο Κιαμήλης είναι καλός, πολύ καλός ο καϋμένος, εξηκολούθησεν ο αδελφός μου, και πολλαίς φοραίς άνοιξε μονάχος του να με πη το πώς αρρώστησε. Μα όσαις φοραίς το δοκίμαζε τόνε ξανάπιανεν η θέρμη.
Εδώ μας διέκοψεν εισελθούσα η μήτηρ μου μετά των ξένων της. Η κοντή και πως εύσωμος Οθωμανίς είχε τακτοποιημένον το λευκότατον αυτής γιασμάκιον και συνεκράτει επί το κοσμιώτερον τον μαύρον και μακρόν αυτής φερετζέν, υπό τον ποδόγυρον του οποίου μόλις έβλεπες τα μυτωτά και κίτρινα παπούτσια της. Αλλά βαθείαν εντύπωσιν μοι ενεποίησε τώρα η ωχρά και μελαγχολική του Κιαμήλ όψις, τα χαρακτηριστικά της οποίας μοι εφάνησαν τόσον ήμερα, τόσον ηδέα, ώστ’ εκέρδησεν ούτως ειπείν εξ εφόδου την συμπάθειάν μου. Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν της μητρός, ήτις εγνώριζε την προς τους Τούρκους αντιπάθειάν μου. Δι’ αυτό ατενίσασα φιλοστόργως προς αυτόν ενώ μοι τον παρουσίαζεν,
– Ο αρίσκος* ο Κιαμήλης!, είπεν, είναι πολύ, πολύ καλό παιδί. Τρώγει και κόλλυβα· πίνει και αγίασμα· φιλά και του παππά το χέρι· τι να κάμη! Όλα για να γειάνη.
Οι οφθαλμοί της μητρός του επληρώθησαν δακρύων. Μόλις δε τοις απέτεινα δύο τρεις λέξεις εις την γλώσσαν των, και ήρχησαν να με πληρώσιν ευχών κ’ ευλογιών, επαίνων κ’ εγκωμίων με τας γνωστάς εκείνας υπερβολάς της τουρκικής εθιμοτυπίας. Αλλ’ η μήτηρ μου διακόψασα τον χείμαρρον της ρητορικής αυτών αποτόμως,
– Τώρα καθήστε, είπε, να διούμε τι θα κάνουμε. Η χανούμισσα, παιδί μου, έχει ένα γυιο στον Ζαπτιέ, που είναι από τους πρώτους ανακριτάδες. Της είπα την συμφορά που μας εγείνηκε· θα τον βάλη να μας εύρη τον φονιά! Η καϋμένη! δεν ηξεύρεις τι καλή που είναι! Τι κρίμα, που δεν το ήξευρα να έρθω προτήτερα στην Πόλι! Ως τα τώρα θα τον είχα τρεις φοραίς κρεμασμένο, και θα ήμουν απ’ αυτή την μεριά τουλάχιστον ήσυχη!
Η Τούρκισσα ηννόησεν ολίγον περί τίνος επρόκειτο.
– Ναι, είπε, ο υιός μου ο Eφέντης, και ο δούλος σας ο Κιαμήλης και εγώ η σκλάβα σας, ως του Σουλτάνου το κατώφλοιο θενά πάμε, μα την υπόθεσί σας χαμαί δεν θα την αφήσουμε. Χωρίς άλλο την είχαν ως τα τώρα μηντέρ αλτί (υπό τον τάπητα) και δι’ αυτό δεν επιάσθηκ’ ο φονιάς. Ο γυιος μου, ο Εφέντης είναι ανακριτής εις τον Ζαπτιέ, την γη να σχίση να έμβη ο κακούργος, πάλι θα τον εύρη.
– Και, τίποτε· εξηκολούθησεν ο Κιαμήλης, με την συμπαθητικήν φωνήν του. Ούτε λεπτό έξοδα! Ο Eφέντης ο αδελφός μου με μια κονδυλιά τα διορθώνει. Και αν θέλη ο Θεός, πάγω κ’ εγώ στην επαρχία για την ανάκριση. Όταν σκοτώθηκε το παιδί της Βαλιδές μου, είναι σαν να σκοτώθηκεν ο Eφέντης ο αδελφός μου. Πρέπει να γενή εκδίκησι!
Απερίγραπτον ευχαρίστησιν ενεποίει ο ζήλος αμφοτέρων όχι μόνον εις την μητέρα, αλλά και εις τον αδελφόν μου και εις εμέ αυτόν, όστις εσκεπτόμην τώρα, ότι και η προς αλλοθρήσκους γενομένη ευεργεσία δεν απωλέσθη επί ματαίω. Εφ’ ικανήν ώραν συνδιελέχθημεν επί του θέματος, κ’ εγώ, όστις ήμην τελείως απηλπισμένος περί ανακαλύψεως του φονέως, διά τε τον παρεμπεσόντα χρόνον και διά τας ευθύς μετά τον φόνον επισυμβάσας ως εκ του πολέμου καταστροφάς εν τη επαρχία ημών, δεν ήργησα να πεισθώ ότι είναι πιθανόν ακόμη να δοθή δικαιοσύνη εις τον ατυχή νεκρόν μας. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν, αν τώρα ήρχησα να περιποιώμαι τους μόνους δυνατούς να μας παρασταθώσι προς εκπλήρωσιν του καθήκοντος ημών τούτου. Άμα ως η γραία Οθωμανίς παρετήρησε την διάθεσίν μου ταύτην,
– Και τώρα είπε, Σουλτάνε μου, δος τα κλειδιά στον ξενοδόχο· από σήμερα και να πάγη είσθε μουσαφήριδές μου.
Tούτο ήτον όλως διόλου απροσδόκητον. Oι Tούρκοι, ιδίως εν μεγαλοπόλεσιν, όχι μόνον δεν κατοικούν υπό μίαν με χριστιανούς στέγην, αλλ’ ουδ’ εις την αυτήν συνοικίαν τούς ανέχονται. Τι ήτο λοιπόν τούτο; Μι’ από τας πολλάς δουλοπρεπείς φιλοφρονήσεις; Αλλ’ όχι, η γραία δεν ωμίλει διά τον τύπον.
– Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος, μοι έλεγε, και γνωρίζεις του Θεού τον νόμον. Κ’ εάν είχα μόνο μία πεθαμή τόπο στην οικουμένη, και ήξευρα πως η ευλογημένη γυναίκα που εκοίταξε τ’ ορφανό μου εφτά μήνες εις το στρώμα του παιδιού της ευρίσκετ’ εδώ πέρα ξένη, και δεν της έδιδα το αναπαυτήριο της κεφαλής μου να πατήση το ποδάρι της – δεν θα έκλειεν ο Θεός την θύραν του ελέους του εις την προσευχήν μου; Δεν θα εσήκωνε την ευλογίαν από τα έργα των χειρών μου; Δεν θ’ απέστρεφε το πρόσωπόν του από το κουρμπάνι μου; Έλα, ζαχαρένιε μου! Μην το κάμης και κριματισθώ!
Και παρεμβάς ο Κιαμήλης και φιλήσας την άκραν του φορέματός μου,
– Μη σας κακοφανή, είπε, γιατί δεν ήλθαμε να σας πάρουμε πρωτήτερα. Το μάθαμε πως είσθ’ εδώ, και δύο μέραις τώρα γυρνούμε να σας εύρουμε. Όλα τα χάνια κατά σειράν επήραμεν. Όλη την πόλιν εκοσκινίσαμε. Μα εμείς, απλοί άνθρωποι, είμασθε σαν τα βώδια. Κοντά στον νουν ήτανε, πως αφέντης σαν του λόγου σου πορεύεται αλά φράγκα, και κάθεται στο ξενοδοχείο. Τώρα που σας ηύραμε, δεν μπορεί να γείνη αλλοιώς. Και αποταθείς προς την μητέρα μου· Δεν είν’ έτσι, σουλτάνα μου; είπε. Εμείς τα εσυμφωνήσαμε πλέον. Αυτός ο κιαφίρης ο Σεισουράδας δεν θα σε χαλάση πια το κέφι σου. Μια κλωτσιά που μ’ έδωκε του την σχωρνώ για το χατήρι σου, μα δωπέρα δεν μένουμε πλέον. Δεν είν’ έτσι;
– Ναι, είπεν η μητέρα μου, δεν μένουμε, σαν το θέλη και ο Γεωργής! Ακούς εκεί, τη Σεισουράδα να χτυπήση το παιδί μου, τον Κιαμήλη!
Τότε παρετήρησα ότι καθ’ ην ώραν εγώ ήκουον την ιστορίαν του Κιαμήλ παρά του αδελφού μου, οι τρεις εναπομείναντες είχον συνομώσει κατά του ξενοδόχου και του ατυχούς Λουή. Έπειτα η γραία Οθωμανίς ανέκρουσε μίαν ανατολικωτάτην δέησιν. – «Επτά ημέρας θα καθήσω έξω από το ενδιαίτημά σου· επτά φοράς την ημέραν θα φιλώ το κατώφλοιον της θύρας σου· επτά φοράς την ώρα» κτλ. – κ’ εγώ έχασα επτά φοράς την υπομονήν μου. Άλλως τε, η πρόσκλησις αύτη μοι εφαίνετο ευνοϊκή διά την υπόθεσίν μας. Διά τούτο αφήκα την μητέρα μου να πράξη όπως θα τη ήρεσκεν.
Μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και η Οθωμανίς μετά του υιού της απήρχετο εν αληθεί θριάμβω, άγοντες μεθ’ εαυτών την μητέρα και τον αδελφόν μου, ως εάν ήσαν τα μάλλον περιζήτητα λάφυρα. Εις εμέ ούτε αι υποθέσεις, ούτε αι διαθέσεις μου επέτρεπον ν’ αλλάξω κατοικίαν. Απεποιήθην λοιπόν να δεχθώ την ξενίαν των όπως την προσέφερον. Υπεσχέθην όμως ότι ευθύς ως τελειώσω τας εισαγωγικάς ενεργείας παρά ταις αρμοδίαις αρχαίς προς αναζήτησιν του φονεύσαντος τον αδελφόν μας, θα τους επισκέπτωμ’ επί μακρόν και καθ’ εκάστην εν τω οίκω των.
Η εργασία αύτη δεν εχρειάσθη πολύν χρόνον. Διότι, όπου ο νόμος δεν υπάρχει παρά εν τη καλή θελήσει των καθ’ έκαστα αρχών, ή χρονίζει και η απλουστέρα υπόθεσις επ’ άπειρον, ή τελειούται εν μια στιγμή και η μάλλον περίπλοκος. Και ναι μεν η εδική μας δεν ήτο δυνατόν να τελειώση ούτως αστραπηδόν, αλλ’ ήδη κατ’ αυτάς τας πρώτας ημέρας των μετά του υπουργείου της αστυνομίας συνεννοήσεών μου, διετάχθησαν εν τη επαρχία ημών πολλαί συλλήψεις, ο δε υιός της φίλης ημών Οθωμανίδος, ο ανακριτής, όλως ζήλος και αφοσίωσις, εξεκίνησεν εκ της πρωτευούσης, συνοδευόμενος υπό του αδελφού μου, κ’ εφωδιασμένος με πάσαν πληρεξουσιότητα προς ανάκρισιν των συλληφθέντων και προς καταδίωξιν άλλων υπόπτων. Εις τον ανυπόμονον Κιαμήλ δεν επετρέψαμεν να συναπέλθη, τούτο μεν χάριν της επισφαλεστάτης υγιείας του, τούτο δε όπως μη μείνωσιν αι δύο γραίαι όλως διόλου μόναι.
– Και τώρα πια που εβάλαμε το νερό στ’ αυλάκι, μας έλεγε μετά τινας ημέρας η μήτηρ μου, έρχου δα, παιδί μου, να περνάς την ημέρα μαζί μας. Εμείς είμεθα όλη μέρα στο σπίτι, γιατί ετελειώσαμε τους γύρους μας. Και πού δεν μ’ επήγε το παιδί μου ο Κιαμήλης! και πού δεν μ’ επήγεν η χανούμισσα! Πρώτα πρώτα επήγαμεν εδώ κοντά στην Αγιά-Σοφιά. Ύστερα μ’ επήγαν κ’ επροσκύνησα στον τάφο του Κωνσταντίνου, στο Μεφά-μεϊδάνι. Να πας και συ δα, παιδί μου! Εδώ μεριά έχουν τον Αράπη, που τον εσκότωσε, σκεπασμένο όλο λαχούρια και χαλιά. Κ’ εκεί μεριά τον φτωχό τον βασιλέ, με μόνο μια μικρή κανδύλα πα’ στο μνήμα του! Κ’ επήγαμε και σ’ ένα τζαμί και είδαμεν επάνω σ’ ένα παλαιό δένδρο την αλυσίδα, που ήταν κρεμασμένη η χείρα της Δικαιοσύνης. Κ’ επήγαμε και στο Μβαλουκλί, και είδαμε τα ψάρια, που ζωντάνεψαν μέσ’ στο τηγάνι, όταν επάρθηκεν η Πόλι. Και επάνω στην Πόρτα που επάρθηκεν, είδαμε τα γράμματα, που έγραψεν ο άγγελος εκείνη την ημέρα, τάχα για την Πόλι. «Το χειρ’ χειρ’ χειρότερο»! Τα είδαμε, μα, σαν αγράμματη που είμαι, δεν τα διάβασα. Και τι να τα διαβάσω, παιδί μου! Μήπως δεν το βλέπουμε κάθε μέρα πως πηγαίν’ η Πόλι; Και πού αλλού δεν πήγαμε! Και τι δεν είδαμε! Μα τώρα που τελείωσαν, άρχησα πάλε να στενοχωρούμαι. Γι’ αυτό έρχου κάθε μέρα να σε βλέπω, νάχης την ευχή μου, και να με λέγης δα κι όλα, πώς πηγαίν’ η κρίσι μας.
Η οικία της χήρας Οθωμανίδος κείται επί της ευρείας μεν τώρα, αλλ’ όχι πλέον ως πριν γραφικωτάτης οδού, της Νδιβάν-γιολού, ου μακράν της πλατείας του βυζαντινού ιπποδρομίου. Προφανώς είναι παλαιόν κτήμα, ευπόρου άλλοτε οικογενείας. Διότι ενώ αι παρακείμεναι οικίαι φαίνονται αλυπήτως κολοβωμέναι υπό της ευρύνσεως του δρόμου, η της Οθωμανίδος διακρίνεται δι’ ενός προαυλίου, στενοτάτου μεν νυν, και επιτρέποντος τοις εν τω εξώστη καθημένοις να βλέπωσιν υπέρ τον χαμηλόν αυτού τοίχον πάντα τα εν τη οδώ, όπως δήποτε όμως λειψάνου της προτέρας ευρυχωρίας. Όπισθεν αυτής έχει ωραίον κηπίσκον με υψηλοτάτους κισσοσκεπείς τοίχους και με μικρόν περίπτερον εις την μίαν πλευράν. Εις τους τοίχους τούτους οφείλει κυρίως την ως εκ θαύματος διάσωσιν του μεγίστου αυτής μέρους από της μεγάλης πυρκαϊάς, ήτις είχεν αποτεφρωμένην ολόκληρον την όπισθεν της οδού εκείνης συνοικίαν. Μέρος της απέναντι του περιπτέρου πλευράς του τοίχου, καταρρεύσαν, φαίνεται, κατά την πυρκαϊάν, ανοικοδομήθη εκ του προχείρου, επιτρέψαν την εις αυτήν προσαρμογήν μικράς θύρας, δι’ ης ο οίκος απέκτησε νέαν συγκοινωνίαν με τα εκτός, πολύ συντομωτέραν εις τον από του υπουργείου της Αστυνομίας διά των αχανών ερειπίων προσερχόμενον. Εν τούτοις η κατά βάθος αύτη ευρυχωρία εμηδενίζετο υπό της απωλείας, ην το πλάτος της οικίας υπέστη κατά την πυρκαϊάν. Διότι οικονομικαί δυσχέρειαι δεν επέτρεπον την επιδόρθωσιν της βλαβείσης πλευράς· αι δ’ εκ του προχείρου προσκαρφωθείσαι ημίκαυστοι σανίδες άφινον τα κατ’ αυτήν δωμάτια παντί ανέμω αναπεπταμένα, και εντελώς ακατοίκητα.
Και όμως εν τη οικία ταύτη εχώρει όχι μόνον η γραία Οθωμανίς μετά του Κιαμήλη, όχι μόνον ο Eφέντης μετά της πολυπληθεστάτης αυτού οικογενείας, αλλά και η μήτηρ μου και ο αδελφός μου, και δη πάντες οι εγγύς και μακράν συγγενείς ημών, όσοι ήρχοντο προς επίσκεψίν μου. Διότι ο πιστός Κιαμήλης ευθύς ως εμυρίζετό τινα, τον ιχνηλάτει μέχρις ότου, ανευρών την κατοικίαν, μετέφερε τα πράγματά του εις τον οίκον της μητρός αυτού, έστω και διά της βίας. Η δε καλή Οθωμανίς έχαιρεν επί τούτω· διότι, έλεγε, δύο κακούς ανθρώπους δεν τους χωρεί ούτε όλη η οικουμένη· ενώ χίλιοι καλοί άνθρωποι κάμνουν μουχαμπέτι και μέσα εις ένα καρυδότσουφλο!
Τοιαύτη ήτον η οικία εν η επί τέσσαρας σχεδόν εβδομάδας διέτριβον τον πλείω της ημέρας χρόνον, μεταβαίνων τακτικά καθ’ εκάστην. Τας δεξιώσεις της γραίας Οθωμανίδος τας ήκουον από των δικτυωτών παραθύρων αυτής, πριν έτι κρούσω την επί του Νδιβάν-γιολού θύραν. Η έλευσίς μου επεριμένετο εκ του εξώστου. Η δ’ εμφάνισίς μου επροξένει εν τω οίκω ταραχήν ομοίαν με τον θόρυβον πολλών πτηνών επτοημένων εκ της εμφανίσεως αιλούρου τινός προ του μεγάλου κλωβού των. Ήσαν αι φωναί των γυναικών, των παίδων και των παιδισκών του Eφέντου, αίτινες εσκίρτων φεύγουσ’ εν ατάκτω σπουδή εις το χαρέμιόν των, εκ φόβου μήπως τας ιδώ άνευ γιασμακίου. Ο Κιαμήλης με το μικρόν και χιονόλευκον σαρίκιόν του, τον μακρόν και πράσινον τσουμπέν του, με την ωχράν και συμπαθητικήν αυτού μορφήν, υψηλός όσον σχεδόν και ο τοίχος του προαυλίου, μοι ήνοιγε τακτικά την θύραν με το γλυκύ και μελαγχολικόν αυτού μειδίαμα επί των χειλέων, μέχρις εδάφους υποκλινόμενος διά τον εγκάρδιον τεμενάν της υποδοχής. Αι δύο γραίαι είχον πάντοτε έτοιμον κανέν γλύκισμα ευχάριστον εις εμέ, ή κανέν παραμύθιον έτι πολύ ευχαριστότερον. Προ πάντων η Οθωμανίς ήτο κατενθουσιασμένη δι’ εμέ, όστις, έλεγε, τόσο σοφός και σπουδασμένος που ήμουνε, δεν έγεινα ειδωλολάτρης άπιστος, μόνον επίστευα με όλη την καρδιά μου – εις τα παραμύθια! Μόνον διά δύο τινά εμεμψιμοίρει τρομερά εναντίον μου. Πρώτον διότι κατ’ ουδένα τρόπον υπέφερον ν’ ακούσω τι περί των θαυμάτων της μαγείας, δεύτερον όμως διότι δεν κατεδέχθην ακόμη να ξενισθώ μίαν νύκτα υπό την στέγην του πτωχικού της. Και δεν εστάθη μεν δυνατόν να συμφωνήσωμεν ποτέ επί του πρώτου, συνεβιβάσθημεν όμως επί τέλους ως προς το δεύτερον.
Από ημέρας εις ημέραν επεριμένομεν τον υιόν της τον ανακριτήν να επιστρέψη. Είχεν ήδη στείλει περί τους είκοσιν υπόπτους εις τας φυλακάς της Κωνσταντινουπόλεως, όπου μετήνεγκε την κρίσιν ημών, όπως απαλλαγή της επηρείας των επαρχιακών αρχών. Όταν φθάση ο Εφέντης, είπον εις την γραίαν, την νύκτα εκείνην θα κοιμηθώ εις τον οίκον σου. Θα έχω πολλά να πληροφορηθώ. Τρεις ημέρας μετά τούτο, εάν δεν απατώμαι, επέστρεψεν ο ανακριτής. Ο αδελφός μου, όστις έφθασε την προτεραίαν, μοι διηγήθη πολλά περί της σκληράς αυτού δραστηριότητος.
– Αύριον λοιπόν θα έλθω μετά το δειλινόν, τοις είπον, όταν θα ήναι εδώ και ο Εφέντης. Μη με προσμένετ’ ενωρίτερον.
Την επιούσαν αναβάς εν εκ των παρά την Παλαιάν Γέφυραν μισθουμένων δημοσίων ιππαρίων, και μη φεισθείς του ηλιοκαούς και γυμνού τας κνήμας ιππηλάτου, όστις, ιδρώτι περιρρεόμενος, έτρεχε καθ’ όλην την οδόν παρά την ουράν του γοργού και πειθηνίου αλόγου, έφθασα προ της οικίας πολύ ενωρίτερον ή ό,τι υπεσχέθην. Διά τούτο δεν παρεξενεύθην, μη ακούσας ταύτην την φοράν τας δεξιώσεις της Οθωμανίδος, όπισθεν του δικτυωτού παραθύρου της. Αλλ’ όταν, ανοιγείσης της θύρας, είδον ενώπιόν μου μικρόν, βλακωδώς προσατενίζον με τουρκόπαιδον, και ουχί την ωχράν του Κιαμήλ όψιν, ποιούντος τον μεγάλον αυτού τεμενάν με το αιωνίως μελαγχολικόν εκείνο μειδίαμα, δεν ηξεύρω πώς διετέθην ξένως και παραδόξως. Εκτός του παιδός, ουδείς εφαίνετο εν τη αυλή. Εισήλθον εις το πλακόστρωτον και πως δροσερόν κατώγειον – κ’ εδώ ούτε ψυχή. Εκάλεσα μετά τινος ανυπομονησίας την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, ουδείς απεκρίθη. Η μικρά προς τον κήπον θύρα εις το βάθος του κατωγείου ήτο, παρά το σύνηθες, ολίγον ανοικτή. Και αφού δεν ηδυνάμην ν’ ανέλθω την κλίμακα πριν ή βεβαιωθώ ότι το χαρέμιον απεσύρθη εκ της σάλλας, εχώρησα διστάζων προς αυτήν, και παρακύψας είδον εις τον κήπον.
Πλησίον του υψηλού κισσοσκεπούς τοίχου, κατά το ήμισυ εις την σκιάν, εκάθηντο η μήτηρ μου, η Οθωμανίς και άλλη τις ρακένδυτος και ασκεπής την κεφαλήν γραία, κατά το φαινόμενον πιναρά ρωμηοκατσιβέλα, ήτοι Αθιγγανίς ελληνόφωνος. Υψηλότερον των λοιπών καθημένη, εκράτει επί των γονάτων αυτής ύπτιον κόσκινον, εφ’ ου κύπτουσαι η Οθωμανίς και η μήτηρ μου, εφαίνοντο προσπαθούσαι να εννοήσωσι κάτι τι, μετά προφανούς εκπλήξεως και απορίας. Μετά μακράν σιωπήν·
– Καθώς σε λέγω, είπεν η Αθιγγανίς μετά δογματικής εμφάσεως. Ο φονιάς είναι κοντά σας· γυρίζει τριγύρω σας· μην τον ζητάτε μακρυά.
– Χα! είπεν η μήτηρ μου, μετά θριαμβευτικής χαράς. Λοιπόν επιάσθηκε! Θα είναι από αυτούς που έστειλεν ο Εφέντης δεμένους. Ελησμόνησα να σε πω πως οι ύποπτοι ευρίσκονται στην Πόλι.
– Σε είπα να μη μου λέγης τίποτε, χωρίς να σ’ ερωτώ, αλλοιώς θα με χαλάσης τα μάγια! είπε δυσανασχετούσα η Πυθία των τριόδων, και έσεισε το κόσκινον ισχυρώς και ηκούσθη εν αυτώ κρότος, ως συγκρουομένων οσπρίων.
– Έλα, μην κακιόνεις! είπεν η Οθωμανίς, ας τα ρίξωμεν ακόμη μια. Μέτρησέ τα πάλι.
– Χουμ! είπεν η μάντισσα, τρεις και η αλήθεια! Καλά! Μα καθώς σας είπα, μη με λέτε τίποτε. Εκείνο ό,τι και αν είναι, θα το πούνε τα κουκκιά. Κύτταξ’ εδώ, κοκκώνα, τον φονιά, τον βγάλλω πάλιν έξω. – Και λαβούσα από του κοσκίνου ένα μελαψόν κύαμον έρριψεν αυτόν υπέρ την κεφαλήν και όπισθεν αυτής εκστομίσασα μίαν κατάραν. – Τώρα, είπεν έπειτα, σεις μετρήσετέ τα κι εγώ να τα ρωτήσω.
Η μήτηρ μου έλαβε το κόσκινον, έχυσε τους κυάμους εις την ποδιάν της, και θέσασα αυτό πάλιν επί των γονάτων της Αθιγγανίδος ήρχισε να ενθέτη μετρούσα τους κυάμους ανά ένα μετά τοσούτης προσοχής και ακριβείας, μεθ’ όσης ίσως ουδέποτε φιλάργυρος εμέτρησε πολυτίμους μαργαρίτας, μέλλων να τους εμπιστευθή εις ξένας χείρας.
– Σωστά είναι; ηρώτησεν η Αθιγγανίς, ρίψασα τους ψαρούς αυτής πλοκάμους επί των ωμοπλατών της.
– Ναι! απεκρίθη η μήτηρ μου, σωστά σαράντα.
Η Αθιγγανίς έλαβε τότε το κόσκινον και περιαγαγούσα επί των εν αυτώ κυάμων οικειότητος εκφραστικόν βλέμμα και συνταράξασ’ αυτούς δις και τρις, ως εάν ήθελε ν’ αφυπνίση το βαθέως εν αυτοίς κοιμώμενον μαντικόν πνεύμα, ανεφώνησεν επί το επιτακτικώτερον!
– Άνθρωπος σκοτώθηκε, ποιος να τον εσκότωσε; – Τρεις τους λύκους, τρεις τους κλέφταις, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα· τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του, και κουκκιά σαρανταένα. – Και ταύτα επάδουσα εχώριζε τους κυάμους εις διαφόρους τριάδας, κατά το φαινόμενον, αποδιδούσα εις εκάστην διάφορον θέσιν και ιδιότητα. – Τρεις τους κλέφταις, τρεις τους λύκους, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα, τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του και κουκκιά – σαρανταένα!
– Πόσα κουκκιά εμέτρησες, κοκκώνα;
– Σαράντα, είπεν η μήτηρ μου.
– Και σαράντα ήτανε, είπεν η Αθιγγανίς. Μα, μβήκε μέσα κι’ ο φονιάς κ’ έγειναν σαράντα ένα. Θωρείς τον έχω μαγεμμένο, κ’ είμ’ άξια να τον φέρω μέσ’ στο κόσκινό μου κι από την άκρηα του κόσμου.
Αφού αι δύο γυναίκες εβεβαιώθησαν περί του εκ θαύματος αυξηθέντος αριθμού των κυάμων, η μάντισσα ετάραξε το κόσκινον επανειλημμένως, και μετά ταχυδακτυλουργικής δεξιότητος ετίναξε τρεις φοράς τα όσπρια υψηλά εις τον αέρα, και τρεις φοράς τα υπεδέχθη εν τω κοσκίνω πάλιν, χωρίς ουδέ εν να εκπέση. Μεθ’ ο, θείσα το κόσκινον επί των γονάτων και κύψασα επ’ αυτού, σοβαρώς ήρξατο να μελετά, ως μοι εφαίνετο, τας συμπτώσεις των κυάμων. Η μήτηρ μου και η Οθωμανίς εσπούδαζον και αυταί μετά πολλής ευλαβείας.
– Κύτταξε! είπεν η Αθιγγανίς μετά μακράν θρησκευτικήν σιωπήν. – Εδώ είναι ο φονιάς και εδώ είσαι συ. Κανένας δεν είναι τόσο κοντά σου, όσον αυτός και τα παιδιά σου. Γι’ αυτό, σε λέγω, μην τον ζητάς μέσα στην Πόλι, μην τον ζητάς στα μακρυά. Θενάναι κανένας χωριανός, κανένας εδικός σου.
Η μεγάλη περιέργεια μεθ’ ης προσείχον εις τα γινόμενα μ’ έκαμε φαίνεται να λησμονήσω, ότι ήμην κατάσκοπος μέχρι τούδε και να ερεισθώ βαρύτερόν πως επί της θύρας του κηπαρίου. Πριν ή το εννοήσω, η θύρα ηνοίγη μετά τρυγμού, κ’ εγώ εφωράθην ιστάμενος όπισθεν αυτής.
– Βγα! επεφώνησεν η μήτηρ έκπληκτος, διά την απρόοπτον παρουσίαν μου. – Εδώ είσαι, παιδί μου; Και πώς δεν ήλθεν ο Μιχαήλος να με το πη; Χαρά στον, τον πολλακαμμένο!
Η τε μήτηρ μου και η Οθωμανίς εφαίνοντο δυσαρέστως πως εξαφανισθείσαι υπό του τρόπου, καθ’ ον εφωράθησαν εν τη ενασχολήσει των, και αμφότεραι δεν ήξευρον πώς να μοι αποκρύψωσι πλέον τα γεγονότα. Εγνώριζον, ως είπον, τον κατά δεισιδαιμονιών και μαγισσών ιδία πόλεμόν μου. Προ τινών ημερών έτι είχον εκδιώξει κακήν κακώς μίαν, ήτις επέμενε και καλά να ιδή την μοίραν μου. Και προφανώς εξέλεξαν την απόκεντρον εκείνην γωνίαν διά τας μαντείας αυτών, χάριν ασφαλείας. Αι μεμψιμοιρίαι των κατά του αδελφού μου εδήλουν, ότι τον είχον τάξει επί της θύρας να προφυλάττη την έλευσίν μου, και ότι προέδωκε το καθήκον του, αφήσας με να εισχωρήσω μέχρις αυτών απροάγγγελτος. Η πονηρά Πυθία εμάντευσε την θέσιν των πραγμάτων, ευθύς ως είδε το σκυθρωπόν πρόσωπόν μου· και περισυναγαγούσα τους κυάμους και τα κόσκινά της εν σπουδή παρυπεξήλθε διά της ετέρας του κήπου θύρας, ως βρεμμένη γάτα. Αναμφιβόλως έσχε την προβλεπτικότητα να προπληρωθή. Η αμηχανία των δύο ευπίστων γναικών, η αδεξιότης αυτών προς εύρεσιν προχείρου τινός αφορμής προς δικαιολογίαν των, μ’ έκαμε να μετανοήσω διά την αδιακρισίαν μου. Διά τούτο προσποιηθείς τελείαν άγνοιαν των γεγονότων,
– Βελόναις αγοράζετε, μητέρα; ηρώτησα μετ’ αδιαφορίας.
– Ναι, παιδί μου! είπεν η μήτηρ μου μετά τινος δισταγμού, πες πως αγοράζουμε βελόναις, για να ’μβαλλώσουμε τα ψέμματα. Και πότε ήλθες;
– Τώρα δα, μητέρα, μόλις έφθασα.
– Και πούν’ αυτό το κακόπαιδο, ο Μιχαήλος. Πώς δεν ήρθε να με το μηνύση;
– Δεν ηξεύρω, μητέρα, δεν είναι κανένας στην αυλή, άλλο από το παιδί, που μου άνοιξε την θύρα.
– Αμ’ ποιος ηξεύρει πού θα πήγε πάλι. Δεν τον χωρεί ο τόπος να καθήση.
Η Οθωμανίς εξηκολούθει να με βλέπη πλαγίως και πονηρώς με το μειδίαμα της δυσπιστίας επί των χειλέων, περιμένουσα την έκρηξιν της αγανακτήσεώς μου δι’ όσα είδον. Αλλ’ εγώ αντί πάσης επιτιμήσεως, περιττής πλέον τώρα, προσεποιήθην με όλα τα δυνατά μου, ότι δεν είδον τίποτε.
– Πάμε λοιπόν μέσα, είπε, τώρα θα έλθη και ο Εφέντης.
Τότε ηκούσθη πάλιν άνωθεν των κεφαλών ημών ο συνήθης του υποχωρούντος χαρεμίου θόρυβος. Προφανώς οι κάτοικοί του ήσαν μέχρι τούδε προσηλωμένοι εις τα επί του κηπαρίου παράθυρα, παρακολουθούντες μετ’ ευλαβούς σιγής τας κοσκινομαντείας της Αθιγγανίδος.
Μόλις είχομεν επαναλάβει τας συνήθεις προσαγορεύσεις και φιλοφρονητικάς χειρονομίας, και ανηγγέλθη έξωθεν η είσοδος του Εφέντη. Μετά πολλής δυσκολίας ανεγνώρισα τον σκιατραφή και φραγκοφορεμένον τούτον Τούρκον, διότι ο ήλιος της επαρχίας ενώ απεχρωμάτισεν επιλευκάνας τας κυριωτέρας επιφανείας της ενδυμασίας του, είχε μαυρίσει την λευκήν αυτού μορφήν, ούτως, ώστε δεν έβλεπες πού ετελείωνον αι παρειαί και πού ήρχιζε το βαθύχρουν κ’ επιμελώς περικεκαρμένον αυτού γένειον. Όσον λακωνικαί ήσαν αι άλλοτε εν τω γραφείω του Ζαπτιέ δεξιώσεις ημών, τόσον εύρρους ήτο σήμερον η ρητορική του υπαλλήλου, τόσον εξεζητημένη, ώστε να με ανησυχή, ως προς την αποτελεσματικότητα της αποστολής του.
– Αφήσατέ μας μόνους, είπον προς τας γυναίκας. Ο Εφέντης θα έχη να μοι διηγηθή λυπηράς λεπτομερείας, ακαταλλήλους διά τα νεύρα σας.
Αι γυναίκες εξήλθον. Ο Εφέντης εσκυθρώπιασε.
– Λεπτομερείας, είπε, θα είχον πραγματικώς να σας αφηγηθώ φρικαλέας. Δεν το κάμνω, διά να μη λυπηθήτε εκ περισσού, μανθάνοντες πόσα κρίματα επήρα στον λαιμό μου! Το αποτέλεσμα της αποστολής είναι έτσι κ’ έτσι πολύ λυπηρόν, και πρέπει να το μάθετε. – Είναι μηδέν. Είναι αποτυχία! Αποτυχία, ως προς την εδικήν μας υπόθεσιν. Διότι αι ανακρίσεις μου έφεραν πολλά κακουργήματα εις φως και πολλοί ένοχοι θα λάβωσι τα επίχειρα της κακίας των, αλλ’ ο φονεύς του αδελφού μας δεν ευρέθη. Ή πρέπει να εφονεύθη κατά τας επισυμβάσας καταστροφάς εν τη επαρχία, ή πρέπει να είναι ο ταχυδρόμος, ον ο μακαρίτης διεδέχθη. Αυτός ο ταχυδρόμος θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον ευρίσκω αποδεδειγμένον αυτουργόν πολλών κακουργημάτων, τον ευρίσκω πιθανώτατον ένοχον εις τον φόνον του πτωχού αδελφού μας, αλλ’ αδυνατώ να τον εύρω αυτόν τον ίδιον! Αδυνατώ να τον συλλάβω! Μόλις έφθασα ταύτην την πρωίαν, έδωκα τας αυστηροτάτας διαταγάς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κρύπτεται εν τη πρωτευούση. Ξεύρεις. Η γρηά ζητά τον ψύλλο μέσ’ στο πάπλωμα κ’ εκείνος κάθεται πά’ στα ματογυάλια της. Όμως μην ειπής ακόμη τίποτε εις την Βαλινδέ, την κοκκώνα. Είπα και εις τον Μιχαήλο το ίδιο. Όταν μ’ ερώτησε σήμερον πρωί, της είπα, πως η θέσις μου μ’ απαγορεύει να ειπώ τίποτε πριν αποφανθή το δικαστήριον. Η καϋμένη η κοκκώνα! Δεν είπε τίποτε, αλλά φοβούμαι πως εννόησε την αποτυχίαν μου.
Είπον ήδη πόσον κατ’ αρχάς εδυσπίστουν και εις αυτάς τας δραστηριωτέρας ενεργείας της δικαιοσύνης εν τη υποθέσει ταύτη, το μεν ως εκ του παρεμπεσόντος μακρού χρόνου, το δε ως εκ της επισυμβάσης εν τη επαρχία λεηλασίας και σφαγής. Τις οίδεν εάν οι φονείς δεν εύρον τα επίχειρα της κακίας αυτών θεόθεν, απολεσθέντες εν τη γενική εκείνη καταστροφή, μόνοι αυτοί δικαίως, μεταξύ τόσων αθώων; Αλλ’ όταν μετ’ ολίγον εγνώρισα τον Εφέντην μετέβαλον γνώμην, και ήλπισα κ’ εγώ μετά των λοιπών, ότι ο ζήλος αυτού θα ικανοποιήση τον νόμον και θα μας βοηθήση προς εκπλήρωσιν του θλιβερού προς τον προσφιλή ημών νεκρόν καθήκοντος. Αι ειδήσεις του ανακριτού αυτού, μη αποκρύπτουσαι μείζονα ή ότι ωμολόγουν αποτυχίαν, εξηφάνισαν τας ελπίδας εκείνας διά παντός. Ουδέν υπελείπετο πλέον τώρα ειμή να μετριάσω την επί της μητρός ημών εντύπωσιν της ειδήσεως, αναβάλλων αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο ατυχής Εφέντης, τεθλιμμένος εν πάση ειλικρινεία, συνεφώνει μετ’ εμού περί εγκαταλείψεως πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, προ πάντων ότε τον εβεβαίωσα πόσον σπαράσσεται η καρδία μου, διά τους αθώους, όσοι εδεινοπάθησαν, καθειρχθέντες ως ύποπτοι κατά τας αυστηράς αυτού ανακρίσεις. Ως προς τον πρώην ταχυδρόμον η εδική μας υπόθεσις δεν εκέρδιζε διά της συλλήψεώς του. Αφού επανειλημμένως ήδη απεδείχθη εν δικαστηρίω το alibi αυτού.
Ενόμιζον ότι η μήτηρ μου προσεδόκα έξωθεν του δωματίου ανυπόμονος να μάθη τας ειδήσεις του Εφέντη. Αλλ’ όταν εγερθείς παρέκυψα διά της θύρας να ίδω, την διέκρινα εις τους πρόποδας της κλίμακος, ελέγχουσαν χαμηλή τη φωνή, αλλά λίαν σφοδρώς τον αδελφόν μου Μιχαήλον, όστις μετά μίαν στιγμήν, πλήρης ταραχής καθώς ήτο, εξέδραμε της οικίας.
– Να μη σε ιδώ να έλθης πίσω χωρίς να φέρης τον Κιαμήλη! εφώνησεν η μήτηρ μου κατόπιν του.
– Τι τρέχει, μητέρα; ηρώτησα εγώ, όταν είδον την μεγάλην ανησυχίαν επί της μορφής της.
– Τίποτε, παιδί μου, τίποτε.
Και εισήλθον εις το μαγειρείον, μηδέν περί της υποθέσεως ημών ερωτήσασα. Τόσον πολύ την απησχόλει, φαίνεται, η έλλειψις του Κιαμήλη!
Ήτον η πρώτη φορά καθ’ ην έβλεπον τον Εφέντην εις τον οίκον του. Ύστερον από τόσους αγώνας υπέρ ημών, δίκαιον ήτο να δειχθώ προς αυτόν όσον οίον τε φιλοφρονητικός και ευγνώμων, προ πάντων, αφού έβλεπον πόσον ηθύμει διά την ακαρπίαν των αγώνων εκείνων. Εκάθησα λοιπόν παρ’ αυτώ, και ηρξάμεθα οικείως συνδιαλεγόμενοι επί διαφόρων θεμάτων, κυρίως πολιτικών. Όταν εν τη ρύμη του λόγου τον ηρώτησα τι φρονεί περί του κόμματος των λεγομένων Nεοτούρκων εν Κωνσταντινουπόλει, εγερθείς έκλεισε την θύραν του δωματίου.
– Εγώ, είπε, φίλε μου, ανήκω εις το προοδευτικόν τούτο κόμμα. – Είτα, εξαγαγών του θυλακίου του εν κλειδίον, ήνοιξε το όπισθεν της θύρας, εντός του τοίχου εκτισμένον ερμάριον, και εξακολουθών να ομιλή,
– Η ταπεινή μου γνώμη είναι, είπεν, ότι οι συντηρητικοί είναι στάσιμοι, η δε στασιμότης δεν είναι πρόοδος.
Και ταύτα λέγων, εξήγαγεν εκ του ταμείου και έφερε να παραθέση ενώπιόν μου επί του σοφά ένα δίσκον. Μία χιλιάρικη, δύο ποτήρια, και μερικά πιατάκια πλήρη πιστακίων, σταφίδων και ζαχαρωτών ευρίσκοντο επί του δίσκου.
– Εννοώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Εφέντης, καθεζόμενος απέναντί μου, εννοώ ν’ αφήσωμεν τα παλαιά και σκουριασμένα και να εμφορηθώμεν νέου πνεύματος, νέων ιδεών.
Και ταύτα λέγων επλήρωσε τα προ ημών ποτήρια μετά μεγάλης δεξιότητος. Τότε παρετήρησα, ότι το νέον πνεύμα δι’ ου οι Nεότουρκοι εμφορούνται, ήτο – οινόπνευμα!
Εγνώριζον, ότι πολλοί των Εφέντηδων το τσούζουσιν ιεροκρυφίως. Αλλά ποτέ δεν ηδυνάμην να φαντασθώ, ότι άνθρωπος εν σχετικώς βραχεί διαστήματι ηδύνατο να πίη περί την μίαν οκάν μαστίχας, και τούτο άνευ ύδατος!
Όταν ήλθον να μας προσκαλέσωσιν εις το δείπνον και είδον τον καλόν εκείνον άνθρωπον παραπαίοντα από τοίχου εις τοίχον, τότε εννόησα διατί το εις ο ανήκε κόμμα καρκινοβατεί μόνον επί της οδού της προόδου, και μοι ήλθεν όρεξις να γελάσω. Αλλ’ όταν είδον την στυγνήν της Οθωμανίδος μορφήν, την τεταραγμένην της μητρός μου όψιν, όταν είδον ότι κεκρυμμένον τι δυστύχημα τους έκαμνε να μη προσέχωσι καν εις τους τραυλισμούς του Εφέντου, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις συνετάραξε την καρδίαν μου! Προφανώς συνέβαινε κάτι τι πολύ θλιβερώτερον της μέθης του Εφέντου. Η ώρα παρήρχετο, αλλ’ ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ ήρχετο να δειπνήση μεθ’ ημών. Η πληκτική σιγή, ην έκαστος ημών ετήρει, εκορύφωνεν ολονέν την ανησυχίαν μου, και αφού η μήτηρ ηρνείτο ν’ αποκριθή εις τας ερωτήσεις των οφθαλμών μου,
– Πού είναι ο Μιχαήλος, μητέρα; την ηρώτησα, διακόψας το φαγητόν.
– Τώρα θα έλθη, παιδί μου, είπεν εκείνη μετά θλιβερού τόνου.
– Και ο Κιαμήλης; ηρώτησα εκ νέου.
Η μήτηρ μου έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων, και μοι ένευσεν εν ονόματι του Θεού να σιωπήσω! Η γραία Οθωμανίς, ήτις έκυπτε την καταβεβλημένην αυτής κεφαλήν μετ’ απεριγράπτου θλίψεως, δεν εσήκωσε τους οφθαλμούς αυτής, αλλ’ εταράχθη σπασμωδικώς εις το όνομα του τέκνου της. Έπειτα συνελθούσα,
– Μη χαλάς την όρεξί σου, Σουλτάνε μου, είπε, προσπαθούσα επί ματαίω να μειδιάση. – Δεν είναι τίποτε. Ο Κιαμήλης εβγήκε, και άργησε να έλθη, μα δεν είναι τίποτε.
– Δόξα σοι ο Θεός! είπον τότε εγώ, αναπνεύσας. Εφοβήθην μην ησθένησεν. Αφού είναι καλά, θα έλθη όπου και αν είναι.
– Δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβεν η γραία στενάζουσα βαθέως. Και ως εάν ήτο υπερβολική ζέστη, ήνοιξε το γιασμάκιόν της πλέον ή ότι το έκαμε μέχρι τούδε ενώπιόν μου, και ήρχισε να αερίζηται διά της μιας αυτού άκρας. Τα δάκρυα εστενοχώρουν τους μεγάλους αλλά βαθουλούς πως οφθαλμούς της γραίας, η ανατολική της οποίας καλλονή μόλις διεφαίνετο πλέον επί του μαραμένου προσώπου της.
– Και τόσο γερό που είναι το παιδί μου, επρόσθεσεν έπειτα, πάλε δόξα σοι ο Θεός!
– Μόνον ολίγον χλωμός που είναι, τη είπον εγώ προς παρηγορίαν. Αλλοιώς είναι γερό παιδί.
– Γερό, ανεστέναξεν εκείνη. Γερό, αλλά τι το θέλω! Από μέσα έχει το σκουλήκι, που του αλέθει την καρδιά! Και σαν του αναβή καμμιά φορά στο κεφάλι – Θεός να φυλάγη τα παιδιά του κόσμου και ύστερα το δικό μου! Θεός να σε φυλάγη, Σουλτάνε μου και σένα! Καρά σεβδά τον είπανε, εξηκολούθησε θρηνητικώς η γραία, και καρά σεβδάς είναι. Γιατί πολλών μητέρων καρδιαίς εμαύρισε, πολλά παλληκάρια έβαλε μέσα στη γη τη μαύρη! Η κοκκώνα με διηγήθη την ιστορία του χωριανού σας που πήρε το φαρμάκι στα Ψωμαθιά για την κόρη του Ξανθούλη, και του έβγαλαν τραγούδι και το λαλούσαν μέσ’ στον δρόμο… Θεός να φυλάγη το παιδί μου!–
Εγνώριζον την ιστορίαν του χωριανού μας. Εκ του υπαινιγμού αυτής συνεπέρανα το πάθος του δυστυχούς Κιαμήλη. Η ωχρά μορφή, οι ρεμβώδεις οφθαλμοί, το μελαγχολικόν εκείνο στοιχείον εν όλη αυτού τη υπάρξει, οι διαλείποντες πυρετοί, η αδιαλείπτως φθίνουσα υγεία του ώφειλον να με κάμουν να το μαντεύσω.
– Λοιπόν ο Κιαμήλης αγαπά χωρίς ν’ ανταγαπάται;
– Και χωρίς ελπίδα ν’ αγαπηθή ποτέ! εστέναξεν η μήτηρ αυτού. Διότι η σκύλα είναι πανδρεμμένη πλέον.
– Α! είπον, αυτό δεν μ’ αρέσκει. Πρέπει να βοηθήσουμε τον Κιαμήλη να την λησμονήση.
Η δυστυχής εξερράγη εις παρακλήσεις, εις ευχάς και ευλογίας, εις επαίνους και εγκώμια, πάντα υπερβολικά κατά την ανατολικήν συνήθειαν, αλλ’ αληθώς εκ του βάθους της καρδίας αυτής εξερχόμενα.
– Εάν μου κάμης αυτό το καλό, είπεν επί τέλους, θα γενώ σκλάβα σου, να σκουπίζω το κατώφλοιον του σπιτιού σου με τας βλεφαρίδας των οφθαλμών μου! – Είτα ήρχησε να διηγήται.
Ήταν πριν γενή το Mονοπωλείον του καπνού στην Πόλι. Ο Κιαμήλης μου δεν ήτον παιδί για να γένη σοφτάς και να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, καθώς τον βλέπεις τώρα. Είχεν ένα συντροφικό καπνοπωλείο, που σαν αυτό δεν ήταν άλλο. Ο σύντροφός του επωλούσε λιανικώς στην Πόλι, και το παιδί μου εγύριζε σταις επαρχίαις και ’γόραζε χονδρικώς από τους καπνογεωργούς. Εκεί στην επαρχία, εσχετίσθη με τον υιόν ενός κτηματίου. Έτσι γλυκό παιδί που ήτανε ο Κιαμήλης μου, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Μα ο υιός του κτηματίου τον αγάπησε πάρα πολύ. – Κάλλιο να μην είχε σώσει! – Γιατί τον αγάπησε κι ο Κιαμήλης μου πολύ, και τον έφερε στην Πόλι, και πήγαν στον ιμάμη, και άνοιξε του καθενός την φλέβα, και ήπιεν ο ένας από το αίμα του άλλου κ’ έγειναν κανκαρδάσηδες (αιματαδελφοί). Σαν αγαπήθηκαν τόσο πολύ, – Έλα να σε κάμω γαμβρό μου! του είπε. Έχω μιαν αδελφή στο κτήμα μας – η ωραία των ωραίων. Μια φορά να την διής, θα χάσης τον νου σου. – Ε! και ο Κιαμήλης μου νέος ήτανε, και καλός ήτανε, και άξιος ήτανε. Μα ο πατέρας της κόρης – τον αγαπούσε, δεν λέγω πως δεν τον αγαπούσε – μα γαμβρόν του δεν τον ήθελε. Γιατί ήτανε, λέγει, Σουλτάνης από αυτούς που γεννιούνται από ταις σκλάβαις του σουλτάνου, και ήθελε να πάρη κανένα Μπέη, κανένα Πασσά. Μα οι νέοι τα εσιάξανε μεταξύ τους, και η κόρη –π’ ανάθεμά της!– αγάπησε τον Κιαμήλη τόσο πολύ, που ο γέρος αναγκάσθηκε να δαγκάση τα χείλη του και να σιωπήση, έτσι αψύς και υπερήφανος που ήταν. Γιατί άλλο παιδί από τη Ναζιλέ δεν είχε και δεν ήθελε να την λυπήση. Έτσι εδώσανε σημάδι και αρραβωνιασθήκανε. Ποιος το ήξευρε να τους πανδρεύση τότε, και να τους φέρη στην Πόλι. Μα βλέπεις στο μεταξύ έγεινε το Μονοπωλείο, και έκλεισαν όλα τα καπνάδικα του κόσμου, και άφηκαν τόσους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Και ο Κιαμήλης μου, άφησε που εζήμιωσε τόσο, μόνον έμεινε και αργός. Έτσι επήγε στου πεθερού του να έχη και αυτός ενασχόλησι στο κτήμα, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, μαζί με τον γυναικάδελφόν του, και απεφάσισε και αυτός να ζήση στην επαρχία για το χατήρι της αρραβωνιαστικής, που δεν ήθελε τώρα να χωρισθή από τον πατέρα της.
– Παιδί μου, Κιαμήλη, του έλεγα, καρπός που κρατεί σφιχτά στο δένδρο του είναι άγουρος ακόμη. Και κορίτσι που δεν μπορεί ν’ αφήση το σπίτι του γονιού του δεν είναι ακόμη για γυναίκα.
Μα ο Κιαμήλης, που την αγαπούσεν, έκαμνεν ό,τι του γύρευεν εκείνη. Σαν εζύγωσεν ο καιρός του γάμου, ο Κιαμήλης και ο αδελφοποιτός του ανέβησαν εις τ’ άλογο για νάλθουνε στην Πόλι να ψουνίσουνε. Ο σιδερόδρομος ήταν κοντά, μα οι νέοι αγαπούσαν τ’ άλογα, κ’ ήθελαν και καλά να μβούνε καβαλάρηδες στην Πόλι, με τα χρυσά κομβία στα γελέκια τους, με τα κουμπούρια στη μέση και ταις καραβίναις στην πλάτη τους. Έτσι εξεκίνησαν με τα φλουριά στα κεμέρια τους. Έτσι έφθασαν ως στο γεφύρι του Λουλεβουργάζ, το ίδιο το γεφύρι που σκοτώθηκεν ύστερα και ο φτωχός ο αδελφός σου. Το γεφύρι, καθώς με είπεν ο Εφέντης που το είδε, είναι στενό και αψηλό· ο ποταμός είναι βαθύς και γρήγορος· την μιαν όχθη γυμνός και την άλλη σκεπασμένος με πολλαίς και άγριαις ιτιαίς και άλλα δένδρα που σμίγονται με το δάσος που αρχίζει παρά πέρα.
Ο μεθυσμένος Εφέντης δεν ήτο εις θέσιν να εξελέγξη την ορθότητα της περιγραφής, διότι προ πολλού ήδη ερρογχάλιζεν εξαπλωμένος παρά την τράπεζαν.
– Μόλις είχαν φθάσει ως την μέση του γεφυριού, εξηκολούθησεν η γραία, και ο Κιαμήλης, το παιδί μου, είδε μέσ’ από ταις ιτιαίς μια φλόγα, κι άκουσε μια τουφεκιά! Και πριν προφθάση να τα νοιώση, παιδί μου, έπεσεν ο σύντροφός του πληγωμένος! Κ’ εξιππάσθηκε το άλογο του Κιαμήλη, κ’ έγειρε σε μια μεριά κ’ έσπασε το κάγκελο του γεφυριού κ’ έπεσε στον ποταμό μαζί με το παιδί μου! Θεός να φυλάγη τον κόσμο από την κακή την ώρα! Ποιος ηξεύρει πόσαις ώραις επάλαιψε με το θάνατο! Μα βλέπεις δεν ήτανε γραφτό του. Το άλογο ευρέθηκε σκοτωμένο, κ’ εκείνος εγλύτωσε. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Κ’ έτσι που εγλύτωσε, πάλε δόξα σοι ο Θεός! Τρεις ημέραις δεν ήξευρε πού ήτανε. Σαν ήλθε κομμάτι στον εαυτό του, εκατάλαβε πως ευρίσκεται μέσα σ’ ένα μύλο. Τόσο μακρυά τον παρέσυρε το ρεύμα μπερδευμένον στα λουριά του αλόγου! Κι’ αν δεν επρόσθανε να τον γλυτώσ’ ο μυλωνάς στην ύστερη στιγμή του – Ας είναι δα! Πολύς καλός άνθρωπος δεν ήτο κι ο μυλωνάς, μα, ας είναι. Γιατί, σαν ήλθε το παιδί μου στον εαυτό του, εκατάλαβε πως του επήρε το κεμέρι από τη μέση του. Μα δεν είπε τίποτε. Έτσι κ’ έτσι θα του το έδιδε με το χέρι του. Τον ευχαρίστησε λοιπόν όπως ημπορούσε, κ’ επήρε τον δρόμο, να πα’ στου πεθερού του το κτήμα, να ιδή μην έπαθεν ο αδελφοποιτός του τίποτε, να φέρη την είδησι. Μα σαν έφθασε μισοπεθαμένος ως την θύρα του, δεν τον έβαλε μέσα. Μόνον εγύρισε το πρόσωπό του από την άλλη μεριά για να μην τον βλέπη, και,
– Αφήκες να σκοτώσουν τον αδελφοποιτό σου, του είπε, χωρίς ν’ αδειάσης το τουφέκι σου· κ’ έρχεσαι στο σπίτι μου, χωρίς το κεφάλι του φονιά στο χέρι σου; Είσαι άνανδρος! Είσαι προδότης!
Και τον εσκούντησεν έξω, κ’ έκλεισε την θύρα! Χωρίς ζωή στο κορμί του, χωρίς παρά στην τσέπη του! Ποιος ηξεύρει σε ποιο κάμπο θα ήσαν τώρα σκόρπια τα κόκκαλά του, αν δεν είχε την τύχη να ξεπέση στο χωριό σας, αν δεν ευρίσκετο η αγία αυτή γυναίκα, η βαλιδέ η μητέρα σου, να τον πρεμαζεύση στο σπίτι της και να τον κυττάξη. Εμείς οι Τούρκοι λέμε, πως όλ’ οι Χριστιανοί θα πάνε στην κόλασι· μα σαν συλλογιούμαι το καλό που έκαμεν η μητέρα σου, λέγω με τον νουν μου: Σαν δεν πάγ’ αυτή η Χριστιανή στον παράδεισο, δεν ηξεύρω ποιος Τούρκος θενά πάγη! Ας είναι δα! Ταις βουλαίς του Θεού κανείς δεν ταις ηξεύρει!
Όλον εκείνο τον καιρό το είχα χαμένο το παιδί μου. Το φονικό που έγεινε το μάθαμε, μα ο Εφέντης δεν ήτο τότε ακόμη στον Ζαπτιέ, και ο Σουλτάνης ο πεθεροκαμένος του Κιαμήλη απεκρίθη πως δεν τον ξαναείδεν. Έτσι τον εγράψαμε στα πεθαμμένα. Όταν ήλθεν ο αδελφός σου και μου τον έφερε λιγνό λιγνό και νεκροχλωμιασμένο, μ’ εφάνη πως εβγήκεν από το μνήμα του. Και τόση χαρά να δίδη ο Θεός στη ζωή σας, παιδί μου, όση χαρά αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα! Αλήθεια επέρασε πολύς καιρός, μα στα υστερνά έγεινε καλά το παιδί μου. Σαν έγεινε καλά, εσηκώθη να φύγη.
– Πού θα πας, παιδί μου;
– Στην αρραβωνιαστική μου, μητέρα, στον πεθερό μου.
– Και τι θα πας σε τέτοιο πεθερό, παιδί μου; Άφησέ τον να κουρεύεται!
– Όχι, μητέρα, δεν γίνεται. Πρέπει να μάθη, πως δεν είμαι ούτε προδότης, ούτε άνανδρος άνθρωπος. Πρέπει να μιλήσω μαζί του.
Έτσι εσηκώθηκε κ’ επήγε.
Ύστερ’ από δυο τρεις εβδομάδες εγύρισεν οπίσω χωρίς να τον περιμένω. Μα άλλος επήγε, και άλλος εγύρισε! Πού επήγε, τι έκαμε, λόγο δεν μας είπε. Μόνον, άμα ήλθεν, έπεσε στο στρώμα με την θέρμη. Ήτανε Γενάρης.
– Δεν σου το είπα, παιδί μου, να μη ταξειδεύσης μέσ’ στον χειμώνα; Να που αρρώστησες πάλι!
– Κάλλιο να απέθνησκ’ από τον χειμώνα, μητέρα, παρά να πάθω ό,τι έπαθα!
Αυτό ήταν όλο που μου είπε, και μου έδωκε τα σημάδια, που εστείλαμε στην κόρη του Σουλτάνη, όταν την αρραβωνιάσθηκε. Τότε εκατάλαβα την αρρώστια του! Η σκύλα επανδρεύθηκε κ’ επήρεν έναν άλλον! Από τον Θεόν να τωύρη! Επήρε το κρίμα του παιδιού μου στον λαιμό της. Τον βλέπεις πώς έγεινεν! Από τον καϋμό του εγράφθηκε δόκιμος εις τον Τεκέ εδώ κοντά μας, και πάγει κάθε Παρασκευή και τρώγει μαζί με τους νδερβησάδες το αφιόνι, και γονατίζει μ’ αυτούς και αναστενάζει, ως που αιματώνουν τα σπλάγχνα του, και χτυπά τα στήθια του, ως που τον βγάλλουν λιποθυμημένον από την μέση τους. Και αν ήτον μόνον τούτο δεν πειράζει. Γιατί ο Σεΐχης, ο πρώτος των νδερβησάδων, τον αγαπά πολύ γι’ αυτό, και με είπε, πως μίαν ημέρα το παιδί μου θενά γείνη άγιος. Μα ένα κακό που του έρχεται καμμιά φορά, αυτό θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον είδες πως είναι ήσυχος και γλυκός και σιωπηλός. Το έγεινεν αφ’ ότου έμαθεν πως επανδρεύθηκεν η αγαπητικιά του, πολύ περισσότερον παρ’ ότι ήτανε προτού. Μα καιρούς καιρούς τον βλέπεις και αγριεύει, και τον πιάνει μια ανησυχία και δεν χωρεί μέσα στα ρούχα του, και δεν ηξεύρει τι κάμνει! Έτσι και σήμερα. Την ώρα που εμείς ήμεθα πίσω στον κήπο με την Ατσιγγάνα, εμβήκεν έξαφνα σαν τον τρελλό στο σπίτι, άρπαξε κάτι τι από τ’ αρμάρι κ’ εβγήκε κ’ έφυγε. Εμείς δεν τον είδαμε. Μα ο Μιχαήλος που εβάλαμε να φυλάγη μήπως έλθης, τον είδε και άνοιξε την αγκάλη του να τον εμποδίση. Μα εκείνος, σαν να έβλεπε τον όξω απ’ εδώ μπροστά του, έβγαλε, λέγει, μια βλαστημιά κ’ εσκόντησε τον Μιχαήλο κατά γης κ’ εβγήκε κ’ έφυγε! Γι’ αυτό δεν σε άνοιξε την θύρα σήμερα το παιδί μου, και γι’ αυτό δεν ηύρες κανένα να σε υποδεχθή. Γιατί ο Μιχαήλος, σαν ήλθε στον εαυτό του, έπεσε κατόπι στον Κιαμήλη, μήπως και τον φθάση, μα δεν ειμπόρεσε. Και ήλθε πίσου να μας ειπή τι συνέβη, κ’ εβγήκε πάλε, μήπως και τον εύρη πουθενά κοντά στην θάλασσα… Θεός να φυλάγη το παιδί μου από την θάλασσα!
Και αναστέναξεν η γραία και έδωκεν ελευθερίαν εις τους χειμάρρους των δακρύων της!
Άλλως εφανταζόμην το δείπνον της εσπέρας ταύτης, και άλλως ετελείωσεν. Εδώ ερρογχάλιζε, κτηνωδώς μεθυσμένος, ο πλήρης ζήλου, ο δραστήριος εκείνος ανακριτής, ον μέχρι τούδε ενόμιζον πρότυπον εγκρατούς, αφωσιωμένου υπαλλήλου. Εκεί εθρηνώδει, βεβυθισμένη εις την εσχάτην δυστυχίαν, η γραία Οθωμανίς, ήτις προ τόσων ημερών ητοιμάζετο να εορτάση διά παντοίων τουρκικών διασκεδάσεων την εσπέραν της παρ’ αυτή διαμονής μου, και ήτις δεν εύρισκεν απόψε παραμυθίαν ουδ’ εις αυτάς τας τρυφερωτάτας φροντίδας της μητρός μου. Και ο Κιαμήλ ο νηφάλιος, ο σώφρων Κιαμήλ, όστις και αγίασμα έπινε και του παπά το χέρι φιλούσε, και χάριν του οποίου κυρίως ελησμόνουν την προς τους ομοθρήσκους του αντιπάθειάν μου, μοι παρουσιάζετο αίφνης ως ανήκων εις την μάλλον φανατικήν τάξιν δερβισών οιμωζόντων, ως άνθρωπος δυστυχής, του οποίου αι φρένες, ίσως εκ του ατυχούς έρωτος, ίσως εκ της μεγάλης χρήσεως του οπίου, ήσαν παρασεσαλευμέναι, έπασχον τούτ’ αυτό περιοδικάς εκλείψεις! Και όμως, μίαν στιγμήν, εσκέφθην να εξέλθω κ’ εγώ προς αναζήτησίν του. Αλλ’ εκτός ότι δεν θα ήξευρον πού να υπάγω, εσυλλογίσθην αργότερον τον αιδήμονα, τον ευλαβή χαρακτήρα του, και εφαντάσθην πόσον επιβλαβώς ηδύνατο να επηρεάση την ασθενή αυτού φύσιν η ιδέα, ότι έσχε μάρτυρα της δυστυχίας αυτού και εμέ, ον τόσον εξαιρετικώς ετίμα και εσέβετο. Επειδή δε η ώρα παρήρχετο, και ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ επέστρεφε,
– Μου έρχεται μία ιδέα, είπον, προς τας γυναίκας. O Μιχαήλος βεβαίως θα εύρε τον Κιαμήλ· αλλ’ ο Κιαμήλ, ύστερον από ό,τι συνέβη, εντροπιάρης καθώς είναι, θ’ αποποιήται να έλθη εις το σπίτι, ως εκ της παρουσίας μου.
– Καλά το ηύρες! είπεν η μήτηρ μου. Ίσως περιπατούν έξω εις τον δρόμον και περιμένουν να σβύση το φως από την σάλλα, και ύστερα να μβούνε. Άιντε, παιδί μου, για να μην ανησυχή περισσότερο η χανούμισσα, έλα να σε δείξω που θενά πλαγιάσης.
Μετά τινας ματαίας παρηγορίας προς την ταλαίπωρον Οθωμανίδα, η μήτηρ μου προηγήθη, μικρόν ελαιόλυχνον κρατούσα, και εγώ την ηκολούθησα.
– Σου εστρώσαμεν εις το κιόσκι, μοι είπεν ενώ κατηρχόμεθα την κλίμακα. Εσύ κοιμάσαι πολύ ελαφρυά, και τα παιδιά ξυνούν πρωί και κάμνουν πολύ θόρυβο. Γι’ αυτό σ’ εστρώσαμε στο κιόσκι.
Όταν η μήτηρ μου ήνοιξε την θύραν του περιπτέρου, ευώδης οσμή καιομένου αρωματικού ξύλου προσέβαλε την όσφρησίν μου. Τα πάντα εν τω οικίσκω εφαίνοντο εκτάκτως ηυτρεπισμένα. Αλλ’ η αθυμία, ην είχον εισερχόμενος εις αυτόν, δεν μοι επέτρεψε να περιεργασθώ τίποτε. Μία αόριστος ανησυχία, εν κρυφόν προαίσθημα αγνώστου τινός δυστυχήματος εκυρίευε την καρδίαν μου. Διά τούτο, όταν η μήτηρ μου ήρχησε να μ’ ερωτά περί των ως προς τον φονέα του αδελφού μου ανακοινώσεων του Εφέντου, υπήρξα, το ενθυμούμαι ακόμη, λίαν αινιγματικός και βραχυλόγος, καταλυπήσας αυτήν, χωρίς να το σκεφθώ.
Πολλήν ήδη ώραν μετά την αποχώρησιν της μητρός μου, εκαθήμην έτι οκλάδην επί του ερυθρού χραμίου του χαμηλού σοφά, κύπτων προς το αμυδρόν φως ελεεινού λυχναρίου, και προσπαθών να διασκεδάσω τας σκέψεις και τας ζωηράς της φαντασίας μου εικόνας διά της αναγνώσεως, δεν ενθυμούμαι πλέον τώρα τίνος βιβλίου. Αλλά τ’ αντικείμενα της νοεράς οράσεως παρεμπρόσθουν μεταξύ εμού και του βιβλίου, πολύ φωτεινότερα των φύλλων αυτού, και η ανάγνωσίς μου καθ’ όλον το διάστημα δεν ήτο παρά μηχανικός των οφθαλμών περίπατος επί των γραμμών εκάστης σελίδος. Δις ή τρις εξηπλώθην χαμαί επί του μοσχοβολούντος στρώματός μου με όμματα διά της βίας κεκλεισμένα, αλλ’ εις μάτην. Η οσμή του μόσχου, ην απέπνεον τα χειροκέντητα προσκεφάλαιά μου, τόσον μεθυστική, τόσον ναρκωτική, δεν ίσχυε να αποκοιμίση την συγκίνησίν μου. Η ιστορία του δυστυχούς Κιαμήλ εξελίσσετο εν ζωνταναίς εικόσιν ενώπιον των κλειστών οφθαλμών μου. Πόσον κοινωνικός, πόσον ευομίλητος θα ήτο άλλοτε ο φιλέρημος, ο σιωπηλός, και διά τούτο ανιαρός τώρα, σοφτάς, όστις κατέκτησεν ούτως ασυνήθως την φιλίαν ενός εκ των Σουλτάνιδων, οίτινες εν τη οθωμανική αριστοκρατία κατέχουσι την εγωιστικωτέραν θέσιν, μ’ όλην την προοδεύουσαν πτωχείαν των! Και τι φιλία θα ήτο εκείνη; τι αδελφοποίησις! Αναμφιβόλως ο νέος Σουλτάνης εύρεν εν αυτή ευδαιμονίαν πολύ πλείω της συνήθους, και φιλάδελφος ων, έσπευσε να ποιήση μέτοχον αυτής και την ωραίαν αδελφήν του. Τώρα εφανταζόμην τον Κιαμήλ, εν κρυφή ειδυλλιακή αγάπη μετά της μελλούσης μνηστής του, μέτοχον συγκινήσεων κ’ αισθημάτων τόσον αγνώστων τοις ομοφύλοις αυτού, και όμως τόσον φυσικών εις την ευαίσθητον αυτού καρδίαν. Τώρα πάλιν δαμαστήν θυμοειδούς ίππου, καλπάζοντα παρά το πλευρόν του αδελφοποιτού του, με την γραφικήν στολήν της επαρχιακής νεολαίας, με τα ζωηρά χρώματα και τον οπλισμόν αυτού αστράπτοντα, και μετ’ ολίγον τον εφανταζόμην εν φοβερά συγχύσει κρημνιζόμενον μετά του αφηνιασμένου ίππου του από του μεγάλου εκείνου ύψους της γεφύρας και απελπιστικώς παλαίοντα προς την μανίαν του ζώου, προς την λύσσαν των σφοδρών ρευμάτων, προς τον θάνατον, ως έλεγεν η μήτηρ του, έως ου, εξαντληθείς και αποκαμών, αφίνετο να σύρεται περιπεπλεγμένος πιθανώς εις τα λωρία του αναβολέως, παίγνιον των ορμητικών υδάτων και αυτός και το εκπνέον ήδη άλογον. Και έπειτα ο στυγνός εκείνος εγωιστής, ο απάνθρωπος Σουλτάνης, όστις έκλειε τόσον ανιλεώς την θύραν αυτού εις τον ημιθανή μνηστήρα της ιδίας αυτού θυγατρός! Και έπειτα πάλιν ο δυστυχής Κιαμήλ ασπλάγχνως ερριμένος παρά το Χάνιον του Γέρο-Μούρτου, κατατρυχόμενος υπό του πυρετού και όμως εκτεθειμένος εις τα ψύχη της νυκτός και τους καύσωνας της ημέρας, διά την ανέχειάν του, εξαιτούμενος εν τη παραφροσύνη του έλεος παρά μιας βάτου, ίσως της μνηστής του, και απειλών να σφάξη μίαν αγριαγγινάραν, ίσως τον φονέα του αδελφοποιτού του! – Και πώς να εύρη ο ατυχής νέος τον φονέα; Και πώς να εκδικήση τον αδελφοποιτόν του; Και τον εύρεν άρα γε; Kαι τον εξεδίκησε; Και εάν εξεδίκησε τον αδελφόν της μνηστής του, διατί τότε τον εγκατέλειπεν εκείνη, ενώ ώφειλε να τον αγαπά διπλασίως τώρα; Βεβαίως ο ήμερος του Κιαμήλ χαρακτήρ δεν ίσχυσε να εκπληρώση το άγριον καθήκον της σκληράς, της αιμοχαρούς αυτοδικίας. Και πριν ή κακουργήση προς ικανοποίησιν της θυριώδους του πενθερού του καρδίας, προετίμησε να φονεύση την ιδίαν αυτού καρδίαν διά παντός, καταστρέφων όλην αυτής την ευδαιμονίαν. Ίσως θα ήτο καλλίτερον εάν δεν έκαμνεν αυτός εξαίρεσιν· εάν εφέρετο ως αληθής Οθωμανός, εκδικών τον αδελφοποιτόν αυτού κατά τον βάρβαρον εκείνον τρόπον, ον παρά μεν τοις ομοφύλοις του υπερορά ο νόμος, παρά δε τοις Χριστιανοίς ουδ’ αυτή η φιλανθρωποτάτη της γης θρησκεία ηδυνήθη ακόμη να καταργήση.
Τοιαύται εικόνες και τοιαύται σκέψεις απησχόλουν την διάνοιάν μου, ότε κρότος βημάτων εν τη εισόδω του περιπτέρου μ’ έκαμε να τιναχθώ αίφνης εκ της θέσεώς μου. Εισερχόμενος είχον ιδεί εκεί χαμαί στρώματά τινα. Προφανώς ο δι’ ον ήσαν προωρισμένα ήρχετο να κοιμηθή. Ίσως είναι ο αδελφός μου, είπον και ήνοιξα την θύραν. Εν τω αραιώ του προθαλάμου σκότει διεγράφετο αμυδρώς το ισχνόν και υψηλόν του Κιαμήλ ανάστημα με το φωσφοροειδώς λευκάζον σαρίκιόν του, το οποίον ήγγιζε σχεδόν την οροφήν του δωματίου.
– Το ξεύρουν μέσα πως ήλθες, Κιαμήλη; Η μητέρα σου ήτο πολύ ανήσυχος, είπον, προσπαθήσας να κρύψω την εμήν ανησυχίαν.
– Τώρα πάγει πια! είπεν ο Κιαμήλ ακίνητος αυτού, μετά φωνής ανεξηγήτως παραδόξου.– Τώρα ετελείωσε το κακό. Θα ησυχάση κ’ εκείνη, θα ησυχάσω κ’ εγώ!
– Εύγε, Κιαμήλη! είπον εγώ, ενθαρρύνων αυτόν να με ακολουθήση εις το δωμάτιόν μου. Εγώ το ξεύρω πως είσαι γνωστικό παιδί. Το ξεύρω πως αυτό θα είναι πλέον η τελευταία φορά.
– Ναι, είπεν ο Κιαμήλ μετά πεποιθήσεως. – Η τελευταία!
Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς μου, όταν τον είδον εισελθόντα εις το δωμάτιόν μου! Η ωχρά μορφή του, εφ’ ης αφ’ ενός μεν αντηνακλάτο το λευκόν του σαρικίου του χρώμα, αφ’ ετέρου δε το πράσινον του ράσου του, εφαίνετο ως μορφή νεκρού προ πολλού εκπνεύσαντος! Τα χείλη του ήσαν πελιδνά, οι οφθαλμοί του σβεσμένοι, αι κινήσεις αυτού ως κινήσεις πτώματος υπό την επήρειαν μυστικού τινος γαλβανισμού διατελούντος. Οι δε συνεχείς παλμοί της αμυδράς του λυχναρίου μου λάμψεως ανησύχως κυμαινόμενοι επ’ αυτού, καθίστων την εμφάνισίν του ριγηλώς φρικαλέαν, ως εμφάνισιν νεκρικού τινος φάσματος! Δεν ηξεύρω πως ηδυνήθην να τηρήσω την παρουσίαν του πνεύματός μου. Αλλ’ ενθυμούμαι ακόμη μετά φρίκης, ότι τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα προς ενθάρρυνσιν. Τόσον πολύς ήτον ο προς τον δυστυχή οίκτος μου! Όταν ησύχασεν ολίγον, ανέπνευσεν εκ βάθους και
– Τώρα πια ετελείωσεν! είπε. Τώρα θα ησυχάσω! – Και εξεστόμισεν άσεμνον βλασφημίαν κατά τινος τρίτου, μόνον δι’ υβριστικού επιθέτου ονομάσας αυτόν.
– Δεν φθάνει που εσκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, είπεν έπειτα, δεν φθάνει που κατέστρεψε την ευτυχία και την υγεία μου, μόνο ήρχετο κάθε λίγο να μου φαρμακώνη και την αθλία ζωή, που μ’ επερίσσευε!
Και όταν είδεν ότι εγώ δεν εύρισκον τι πρόχειρον να του ειπώ,
– Ξεύρω, είπε. Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος και θα γελάσης. Γι’ αυτό δεν σε είπα τίποτε, ως τώρα. Μα ο Σεΐχης του Τεκέ μας είναι πιο διαβασμένος από σένα, είναι άγιος. Και όποιος κάμνει τον λόγο του, κάμνει την βουλή του Θεού. Τρία χρόνια τώρα με καταδιώκει ο βρυκόλακας, κανείς δεν μ’ εγλύτωσε. Στο πανηγύρι επήγαινα, μπροστά μου τον εύρισκα· στο παζάρι επήγαινα μπροστά μου τον εύρισκα, ως που με απέλπισε, και παράτησα την δουλειά μου και πήγα κ’ έγεινα σοφτάς. Καλά που έκαμα! Γιατί ο Σεΐχης μας που σε είπα, αυτός μ’ εγλύτωσε. Ας έχουμε την ευλογία του! «Μη τον βλέπεις που μοιάζει τον σκοτωμένο», με είπεν. «Ο βρυκόλακας είναι μόνον ένα τουλούμι γεμάτο αίμα. Φέρε με ένα μαυρομάνικο μαχαίρι να σε το διαβάσω· και άμα τον ξαναϊδής, τρύπα τον, να χυθή το αίμα! Άλλη μια φορά δεν θα ξαναβγή μπροστά σου.
Τότε διέκρινα μετά φρίκης, ότι αι χείρες του ήσαν καθημαγμέναι και κηλιδωμένον το ένδυμά του. Κρύος ιδρώς με περιέλουσεν!
– Ω! Κιαμήλ, έχυσες αίμα!
– Όχι! είναι μόνον το αίμα του βρυκόλακα, του σκοτωμένου.
– Και τίνος σκοτωμένου ήτον ο βρυσκόλακας; ηρώτησα εγώ τρέμων καθ’ όλα μου τα μέλη.
– Αυτού που σκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, απεκρίθη εκείνος.
– Και ποιος λοιπόν εσκότωσε τον φονέα του αδελφοποιτού σου;
– Ποιος άλλος είχε το καθήκον παρά εγώ, είπεν ο Τούρκος μετά τοιαύτης υπερηφανείας, ώστε να τον βδελυχθώ.
– Και πώς; Τέτοιο κακό! εψέλλισα έπειτα μηχανικώς μάλλον και αβουλήτως.
– Χμ! είπεν ο Τούρκος. Δεν είναι γραμμένο στο χαρτί σας; Μάχαιραν δώσεις, μάχαιραν λάβης! Ο διάβολος που χύνει την σφαίρα για τον φονιά, χύνει και μια για τον εκδικητή του. Άκουσε λοιπόν. Ίσως δεν ηξεύρεις ότι ο φονιάς του αδελφοποιτού μου μ’ έκαμε να κινδυνέψω, να ληστευθώ από ένα μυλωνά, να διωχθώ από τον πεθερό μου, και να ξεπέσω άρρωστος στο χωριό σας. Μάθε το λοιπόν, να που σου το λέγω. Άμα ήλθ’ από το σπίτι σας στην Πόλι κ’ ένοιωσα τον εαυτό μου καλά, επήρα το τουφέκι κ’ επήγα πίσω στον μυλωνά, που μ’ έβγαλ’ από τον ποταμό μισαποθαμμένο.
– Μου έκλεψες ένα κεμέρι, του είπα, με πεντακόσια φλουριά· μου έσωσες μια ζωή, πέντε παράδες δεν αξίζει. Εσύ που λογυρίζεις τόσο συχνά στην άκρη του ποταμού, χωρίς άλλο θα γνωρίζης ποιος εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου, την ημέρα που μ’ έσυρες έξω. Κύτταξε τον λύκο του τουφεκιού μου σηκωμένο! Αν με το πης, σε χαρίζω, ό,τι μου έκλεψες. Αν το κρύψης, χάνεις την ζωή σου! – Έτσι του είπα, και καλά έκαμα. Γιατί ο μυλωνάς ήταν δειλός κλεφταποδόχος, και σαν είδε τα στενά,
–Υποσχέσου, μοι είπε, πως δεν θα κάμης το φονικό μέσ’ στον μύλο μου και σου δείχνω τον άνθρωπό σου.
Yποσχέθηκα.
– Κρύψου, λοιπόν, μοι είπεν, εδώ από πίσου. Όπου και να είναι, θα φθάση ένας με τον ταχυδρομικό του σάκκο στην αμασχάλη, με το τουφέκι στον ώμο του. Αυτός είναι ο φονιάς του σουλτανέλη. Ονομάζεται Χαραλαμπής, υιός του Μητάκου. Κάθε δεκαπέντε περνά το ίδιο το γεφύρι, που έπεσες με τ’ άλογο.
Τα ώτα μου εβόιζον ισχυρώς, μόλις τον ήκουον.
Ο Τούρκος εξηκολούθησεν.
– Μα πριν προφθάσω ακόμα να κρυφθώ, να κ’ εμβήκε το σκυλί μέσα καθώς μου το περιέγραψε. Τον λύκο τον είχα σηκωμένο, μα έλα που έδωκα τον λόγο μου; Εφοβήθηκα μην εννοήση τίποτε, και με κάμη να τον παραβώ. Έτσι εβγήκα, κ’ ετράβηξα προς το γεφύρι. Απ’ εδώ θα περάση, είπεν ο μυλωνάς. Εδώ τον εκαρτέρησα, στον ίδιο τον τόπο που έστεκεν, όταν εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου. Εκεί τον είδα κ’ επλησίαζεν εις το γεφύρι. Μα καθώς ήτανε χειμώνας, και τα κλαδιά χωρίς φύλλα, και καθώς είχε την υποψία μέσα του, μ’ εσκιάχθηκε πριν ζυγώση αψηλά, στην μέση του γεφυριού, κ’ εστράφη πίσου κι’ άρχησε να τρέχη. Έπεσα κατόπι του μ’ όλη μου τη δύναμι, μα ήτανε γρηγορώτερος. Δύο φοραίς ετράβηξα πάνω του, δυο φοραίς απάντησε το σκυλί φεύγοντας. Καλά!, είπα, όπου και να πας θα ξαναπεράσης!
Α! αυτό λοιπόν ήτο το στοιχειωμένον αίμα, περί ου έλεγεν ο ατυχής αδελφός προς την μητέρα, ότι εσταύρωσε τον φονέα καθ’ οδόν και τον έκαμε να επιστρέψη και να παραιτηθή της μετακομίσεως του ταχυδρομείου! Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν· τα μέλη μου έτρεμον, ως φύλλα φθινοπώρου· δεν ήμην σχεδόν κύριος των αισθήσεών μου.
Ο Τούρκος εξηκολούθησε·
– Δεκαπέντε μέραις επέρασαν, δεκαπέντε μέραις τον εφύλαγα καρτέρι. Ήτανε στον καιρό του πολέμου. Ο Καϋμακάμης του τόπου έκοψε το σιδηρόδρομο του Λουλεβουργάζ, και έδωσε διαταγή να φύγουν προς την Πόλι· εγώ δεν εσάλεψα. Μια νύχτ’ ακόμη αν περνούσε θα μ’ εσκότωσαν οι Ρούσσοι. Μα ο Θεός μ’ εφύλαξε και μ’ έστειλε τον άνθρωπό μου.
Ο ψυχρός ιδρώς έρρεε ποταμηδόν από του μετώπου μου. Ενθυμούμαι ότι δις εχύθην να σφίγξω τον λαιμόν του, να πνίξω την ομολογίαν εις τον λάρυγγά του. Αλλ’ η φρίκη με είχε κατακεραυνώσει. Κ’ ενώ εσωτερικώς ενόμιζον ότι κινούμαι, εξωτερικώς έμενον αδρανής, ως άνθρωπος αποπεπληγμένος.
Ο Τούρκος εξηκολούθησεν·
– Αυτήν την φορά ήμην καλά κρυμμένος· και για να του πάρω κάθε υποψία τον αφήκα να περάση το γεφύρι. Και σαν είδα πως καταίβηκε στην όχθη κ’ έσκυψε να πιή νερό, επερίμεν’ ακόμη μια στιγμή, για να μη πάρω το κρίμα στο λαιμό μου… Κ’ ύστερα ετράβηξα…
– Ω! Άθλιε! Εφόνευσες τον αδελφόν μου!
Τότε ηκούσθη εν τω κήπω συγκεχυμένος θόρυβος, εν ω διέκρινον την φωνήν του μικροτέρου μου αδελφού κράζοντος:
– Εδώ! εδώ μέσα κοιμάται!
Φλόγες πυρσών και λαμπάδων εφώτισαν αιματηρώς τους επί των τοίχων κισσούς, και λάμψις ξιφών και τουφεκίων εχώρησε διά της μικράς θύρας προς το περίπτερον. Ήτον η αστυνομία! Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου.
–Άφησ’ τον να τον πάρουν! ανέκραξεν. Είναι φονιάς! Εσκότωσε τον Χαραλαμπή του Μητάκου! Εσκότωσε τον χωριανό μας εμπρός στα μάτια μου!
Το δωμάτιον επλήσθη νυκτοφυλάκων, πυροσβεστών και αστυνομικών κλητήρων. Ο Κιαμήλ καρφωμένος εις την θέσιν του, αφήκε να τον δέσουν χωρίς τινος αντιστάσεως, χωρίς συγκινήσεως. Εκεί προήλθεν εκ του πλήθους ο οδηγών αυτούς αξιωματικός, και χαιρετήσας ευγενώς – Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε! Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει εις τον οίκον του φονέως;
Τότε τον ανεγνώρισα μόλις. Τον είχον σχετισθή κατά τους πηγαινοερχομούς μου εις το υπουργείον της αστυνομίας. Εγνώριζε την υπόθεσίν μας. Και είχεν αμειφθή διά πάσαν προς ευόδωσιν αυτής προσπάθειάν του. Τον έλαβον λοιπόν κατά μέρος, και τω εξήγησα, πως ο ψυχρώς και απαθώς θεωρών ημάς Κιαμήλ, εφόνευσε μεν άλλοτε τον αδελφόν μου, νομίζων ότι εκδικείται τον φονέα του αδελφοποιτού του, εφόνευσε δε απόψε τον υπό της αστυνομίας ζητούμενον ένοχον ταχυδρόμον, ου την πραγματικήν παρουσίαν εξελάμβανεν, εν τη πλάνη του, ως δαιμονικήν εμφάνισιν προς καταδίωξίν του ερχομένην.
Ο αξιωματικός έσφιξε συμπαθητικώς την χείρα μου, και απήγαγε τον δεσμώτην.
Τη επαύριον λίαν πρωί κατ’ επίμονον απαίτησίν μου εγκατέλειπεν η μήτηρ μου την βδελυράν εκείνην οικίαν απερχομένη κατ’ ευθείαν εις το χωρίον μας. Δεν συνέφερε κατ’ ουδένα τρόπον να μάθη την αλήθειαν…

Είχον παρέλθει τρία περίπου έτη από της νυκτός εκείνης, ότε εισηρχόμην εις το χωρίον μας, πρώτην φοράν αφ’ ότου το εγκατέλιπον παις έτι ων. Πολλά μεταξύ επισυμβάντα νεώτερα δυστυχήματα είχον επισκιάσει τρόπον τινά το παλαιόν εκείνο. Αλλ’ όσω μάλλον επλησίαζον εις τον οίκον μας, τόσο μάλλον προέκυπτεν εκ του βάθους των χρόνων η θλιβερά αυτού ιστορία, τόσω μάλλον ανενεούτο. Η οδοιπορική μου άμαξα παρήλαυνεν ήδη προ μιας ετοιμορρόπου, εγκαταλελειμμένης οικίας. Πας άλλος ήθελεν αισθανθή βαθέως ελεγειακήν θλίψιν, εάν, μετά μακράν επανερχόμενος απουσίαν, εύρισκε νεκρικήν σιγήν εκεί όπου αφήκεν εύθυμον ηχηρόν βίον, καταστροφήν και ερημίαν, εκεί όπου απέλιπε την ευεστώ και την άνεσιν. Εις εμέ τα κλειστά παράθυρα, οι χαίνοντες τοίχοι, η χορτοφυούσα αυλή, ο απερίφρακτος και παντί λυμεώνι αναπεπταμένος κήπος, δεν ηξεύρω πώς ενεποίει παραδόξως ικανοποιητικήν εντύπωσιν. Μοι εφαίνετο ότι θα ελυπούμην, εάν εξηκολούθει ο οίκος εκείνος ν’ ακμάζη. Διότι ήτον ο οίκος του Μητάκου, ο οίκος του Λαμπή, του πρώην ταχυδρόμου. Και τον ταχυδρόμον τούτον δεν ηδυνάμην να μη θεωρώ αίτιον του φόνου του δυστυχούς αδελφού μου. Ο καθ’ αυτό φονεύς είχε παραφρονήσει ενώπιόν μου, κατ’ αυτήν την πρώτην δικαστικήν ανάκρισιν, ευθύς ως εβεβαιώθη τίνος καρδίαν διεπέρασεν η σφαίρα, ην διηύθυνε κατά του φονέως του αδελφοποιτού του. Αλλ’ ως σκοπόν της υπό της τυφλής εκδικήσεως ριφθείσης εκείνης βολής ο ένοχος υιός του Μητάκου υπεκατέστησε μετ’ αθεοφόβου πανουργίας τα στήθη του πτωχού αδελφού μου, όστις είχε την ατυχίαν να τον ομοιάζη όχι μόνον κατά το ανάστημα και την στάσιν, αλλά και κατ’ αυτά τα ενδύματα. Ήτο πλέον αποδεδειγμένον, ότι μόνον διά τούτο παρέπεισε τον εύπιστον νεανίαν να τον διαδεχθή εν τη υπηρεσία του, και εγνώσθη, ότι ήτο τόσον βέβαιος περί του αποτελέσματος της βδελυράς πανουργίας του, ώστε προείπε χαιρεκάκως και αυτήν την ώρα του ολέθρου του αδελφού μου!
Όταν εφθάσαμεν προ της οικίας ημών, εξεπλάγην ιδών ένα πιναρόν, ρακένδυτον, γυμνόποδα Δερβίσην, εξερχόμενον της αυλής και τρέχοντα ν’ ανοίξη την θύραν της αμάξης.
– Αμάν, σουλτανήμ! Κοκκώνα μπήλμεσιν!
Το σώμα μου ανετριχίασεν εκ φρίκης! Αυταί ήσαν αι μόναι λέξεις, ας εξεφώνησεν ο Κιαμήλ, ότε εν πλήρει δικαστηρίω παραφρονήσας έπιπτε λιπόθυμος προ των ποδών μου!
– Διά τον Θεόν, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα!
Και ο απαίσιος ήχος της φωνής αυτού, ήχος, ον θα ενόμιζε τις εξελθόντα εκ βαθέος τινός τάφου μάλλον παρά εκ στόματος ανθρώπου, ετάραξε τόσον τα νεύρα μου, ώστε όταν ερρίφθην εις τας αγκάλας της προσδραμούσης μητρός μου, δεν ηξεύρω οποίον παράξενον κράμα βδελυγμίας και οίκτου επλήρου την καρδίαν μου.
Ούτως εισεχώρησα εις την αυλήν στρέφων τα νώτα προς το μέρος, όθεν υπέθετον το βδέλυγμα εκείνο παρακολουθούν με.
Παρά την ετέραν του οίκου μας πλευράν ήτον ανοικτή η θύρα του κήπου. Εν τω κήπω τούτω ακμάζει ακόμη μία μηλέα, υπό την σκιάν της οποίας τόσον ευτυχείς συνεπαίζομεν άλλοτε, εγώ και οι αδελφοί μου. Αλλ’ αι ηχηραί εκείναι φωναί, οι παιδικοί μας γέλωτες δεν ακούονται πλέον εκεί. Αιωνία σιγή βασιλεύει υπ’ αυτήν, και λευκός λίθινος σταυρός, προ του οποίου καίει ακοίμητος λύχνος, μαρτυρεί την ιερότητα του τόπου. Εκεί κείται τεθαμμένος ο πολύκλαυστος αδελφός μου. Εκεί διηύθυνα δακρυρροών τα βήματά μου. Τα λαμπρότερα ρόδα, τα εκλεκτότερα άνθη κοσμούσι το αναπαυτήριον αυτού. Ο κήπος ημών ήτο πολύ ατημέλητος άλλοτε. Τώρα είναι πλήρης ανθέων, τα οποία φαίνονται ως εάν ανέβλυσαν πολυπληθή εκ του τάφου εκείνου και διεχύθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέχρι των απωτάτων γωνιών του κήπου.
– Όλα τα καλλιεργεί ο φτωχός ο Κιαμήλης! εψιθύρισεν η μήτηρ μου θλιβερώς.
Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν εκ νέου. Και στραφείς, μετά σπασμωδικώς κινουμένων χειλέων, προς τον περί ου ελάλει, – Σε προστάζω, τον είπον, να μη ξαναπατήσης εις το σπίτι μας!
– Ω, ο αρίσκος! ανέκραξεν η μήτηρ μου, μετ’ απεριγράπτου πόνου. Τίνος το λέγεις, παιδί μου; Αμ’ ο φτωχός ούτε ακούει, ούτε μιλεί πλέον! Είναι τρελλός ο καϋμένος!
Ο Κιαμήλ προσήλου τους αλαμπείς αυτού οφθαλμούς εις το βάθος του ορίζοντος, ως άνθρωπος ουδόλως εννοών τα περί αυτόν συμβαίνοντα. Επί της κεφαλής εφόρει τώρα πρασινόζωστον κιουλάφιον Δερβίσου, το οποίον τον καθίστα μέχρι γελοίου βαθμού υψηλότατον. Περί το κατεσκληκός αυτού σώμα εκρέματο ερρακωμένον το καφτάνιον της εις ην ανήκε μοναχικής τάξεως. Οι αγκώνες αυτού διεφαίνοντο διά των ρηγμάτων των ιματίων του, αλλά ήτον εζωσμένος λαμπράν δερματίνην ζώνην φέρουσαν επί του θηλυκωτήρος μέγαν εκλεκτόν λίθον, όνυχα της Μέκκας. Η δε μορφή αυτού, είτε ως εκ της απαθείας εν η διετέλει τώρα, είτε ως εκ της επιδράσεως του ηλίου, εφαίνετο υγιεστέρα παρά πρότερον.
– Να κουρεύωνται! Είπεν η μήτηρ μου, βλέπουσα προς αυτόν μετ’ οίκτου. – Τον έκαμαν άγιον! Αφ’ ότου ετρελλάθηκε τον έκαμαν άγιον. Και του φιλούν το χέρι, και του φέρνουν φαγητά, και του φέρνουν ρούχα, και θέλουν να τον πάρουν εις του καϋμακάμη το σπίτι. Μα εκείνος δεν τρώγει παρά ξερό ψωμί, δεν φορεί παρά αυτά που βλέπεις, και κοιμάται κατά γης μέσ’ στην αχυρώνα. Και δεν θέλει να φύγη από κοντά μου ό,τι κι αν του κάμουν. Μόνον σαν τον στενοχωρήσουν παρά πολύ, μόνο σαν ταραχθή, βγάζει μία παράξενη φωνή – Για τον Θεό, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! – Άλλο απ’ αυτό δεν ηξεύρει τίποτε! Ο αρίσκος ο Κιαμήλης!
Και ενώ εκείνη έλεγε ταύτα, εγώ εσυλλογιζόμην την ανήμερον άλλοτε οργήν της κατά του φονέως, το παράπονόν της, ότι ο πτωχός ημών αδελφός εταράσσετο εν τω τάφω του, οσάκις ο φονεύς αυτού επάτει το χώμα, έστω και εις την άκραν του κόσμου, και ανετριχίαζε το σώμα μου εκ της ιδέας, ότι ο φονεύς εκείνος περιπατεί καθ’ εκάστην επί αυτού του τάφου του θύματός του, και έτρεμον μη το πληροφορηθή η ταλαίπωρος. Αυτό θα την εφόνευεν!
– Μολαταύτα, τη είπον, εάν τον διώξης εσύ, είμαι βέβαιος, ότι θα φύγη να πάγη με τους εδικούς του. Κάμε μου την χάριν και διώξε τον από το σπίτι μας.
– Αμ’ τι λογής δα! ανεφώνησεν εκείνη σχεδόν δακρύουσα. – Εγώ θυμούμαι καμμιά φορά εκείνη την σεισουράδα, που του έδωσε μια κλωτσιά και τον έδιωξεν από το δωμάτιό μας, και λέγω να είχα ένα χέρι απ’ εδώ ως στην Πόλι, να του δώσω μια στο θηλυκό του πρόσωπο. Και συ με λες να τον διώξω εγώ με τα χέρια μου; Κείνος, βλέπεις, άφησε την μητέρα του και ήρθεν εις εμένα. Κουβαλεί νερό, πάγει στον μύλο, πάγει τα ψωμιά στον φούρνο, σκάφτει τ’ αμπέλια, σκουπίζει την αυλή, καλλιεργεί τα λουλούδια πάνω στον τάφο του Χρηστάκη μας· ως και το κανδήλι θέλει να τ’ ανάφτη με το χέρι του! Κ’ εγώ δα μαθές πώς να τον διώξω ύστερα, αφού τον εκύτταξα εφτά μήνες μέσ’ στο στρώμα, σαν το παιδί μου! Ας τώβρη από τον Θεό όποιος τον εκατάντησε σε τέτοια δυστυχία! Έλα, νάχης την ευχή μου, γυιόκα μου, άφες τον ταλαίπωρο με την συμφορά του, και πες μου δα μαθές, ευρέθηκεν ο φονιάς; Ως τόσο δεν ειμπόρεσε να βρεθή ποιος ήτανε!
– Όχι! απεκρίθην εγώ, όστις τον έβλεπον ενώπιόν μου.
Διότι ανελογίσθην όσα μοι έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω, ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου!

Κ.Π. Καβάφης .Απαγγελίες ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή…..

Από την ταινία «Καβάφης» του Γιάννη Σμαραγδή

«Το πρώτο σκαλί», από την Έλλη Λαμπέτη

skali.jpg skali2.jpg

«Ιθάκη», από την Έλλη Λαμπέτη

«Αλεξανδρινοί Βασιλείς», από την Έλλη Λαμπέτη

«Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», από την Έλλη Λαμπέτη

«Eκόμισα εις την τέχνη», από τον Γ.Π. Σαββίδη

«H Πόλις»

«H Σατραπεία¨, από τον Γ.Π.Σαββίδη»

«Θυμήσου Σώμα» , από τονΓ.Π. Σαββίδη

«Μια νύχτα», από την Έλλη Λαμπέτη

«Τείχη»

«Τα Παράθυρα»(το ποίημα αδικείται από την απαγγελία )

«Φωνές»

«Του πλοίου»

«Το πιόνι» (από τα κρυμμένα)

«Τρόμος» (από τα κρυμμένα)

Τα παραπάνω ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη μπορείτε να τα βρείτε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή «Κ.Π. Καβάφη, Τα Ποιήματα» τόμοι Α’ και Β’, εκδόσεις Ίκαρος, με σχόλια του Γ.Π. Σαββίδη.

110_a.jpg

Για μια πρώτη γνωριμία τόσο με την ποίηση, όσο και με την προσωπικότητα του ποιητή Καβάφη , επισκεφτείτε το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού ,όπου θα βρείτε πλούσιο υλικό και ντοκουμέντα.

Νάνος Βαλαωρίτης: Άστεγος ο Μέγας

179817.jpg

«Άστεγος ο Μέγας», Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Ύψιλον.Παράλληλες δράσεις ,εξωτερική και εσωτερική, σφιχταγκαλιάζονται καθώς οι λέξεις ενώνονται σε ένα μίγμα γρήγορης εναλλαγής σκέψης και πράξης.Και στο υπόβαθρο, το συναίσθημα, του ά-στεγου , του ανοχύρωτου ανθρώπου που περιπλανιέται με τις αισθήσεις να ανακαλούν, να δημιουργούν και να απορρίπτουν συνειρμούς. Ένα εξαιρετικό βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη,που διαβάζεται «με μια πνοή» , αλλά μας ακολουθούσε διαρκώς μετά από αυτήν, σαν «βρώμικο άστεγο παιδί» που όλο ξεπηδούσε από τις γωνιές των δρόμων της Αθήνας και μας έκλεινε το μάτι, καλώντας μας στα εγκαίνια ενός αισθητικού και νοητικού βόμβου, που στρατοπέδευσε στο πίσω μέρος του μυαλού μας…