Νέες προσθήκες στη σελίδα του Blog μας «Ο Νεοελληνιστής»


Στη σελίδα μας » Ο Νεοελληνιστής» ( Το Υλικό μας) θα βρείτε ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,καθώς και τις προηγούμενες παρουσιάσεις για Καβάφη και Νάνο Βαλαωρίτη….

Advertisements

Νεοελληνική Λογοτεχνία: η Καβαφική Ειρωνεία


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
«Στιγμές της καβαφικής ειρωνείας»

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα εκφραστικά όπλα του Καβάφη είναι η πανίσχυρη, διαπεραστική ώς το κόκαλο ειρωνεία του. Απασχόλησε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κριτικούς και συγγραφείς του καιρού του, μεταφέρθηκε ως ειδικό αντικείμενο μελέτης στις νεότερες φιλολογικές γενιές και εξακολουθεί να συγκινεί με απαραμείωτη ένταση όσους τον διαβάζουν σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Κάτοχος μιας εξαιρετικά λεπτής όσο και έντονα διαβρωτικής γλώσσας, που αποκτά δραστικότερο χαρακτήρα με τη συνεχή αιώρησή της μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας ή, για να το πω με διαφορετική διατύπωση, μεταξύ λόγιου αναστοχασμού και προφορικής ομιλίας, ο Αλεξανδρινός βρήκε στην ειρωνεία την καλύτερη και την πλέον εμπνευσμένη φλέβα του. Και το περίτεχνο αυτό πνεύμα είχε, τόσο κατά το παρελθόν όσο και στις ημέρες μας, τέτοιο μέγεθος υποδοχής, ώστε συχνά πέρασε στον καθημερινό λόγο με τη μορφή κοινού γνωμικού: υπό τον τύπο μιας αυτονόητης αναφοράς, που όλοι κατανοούν χωρίς δυσκολία μπροστά σε μια κατάσταση η οποία χρήζει άμεσου ειρωνικού σχολιασμού.

Τι ακριβώς, όμως, συμβαίνει με την ειρωνεία του Καβάφη και από πού αντλεί τη δύναμη και την εμβέλειά της; Εντοπισμένη πρωτίστως στα ιστορικά του ποιήματα (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος «Ιστορία» σε μια τόσο υπαινικτική, αμφίσημη και γεμάτη κρυφούς φωτισμούς ποίηση), αποκαλύπτει σε ποικίλες κλίμακες το ηθικό, το πολιτικό, αλλά και το υπαρξιακό του κοσμοείδωλο. Στην επιφάνεια του σπασμένου ή κατά τόπους θολωμένου καθρέφτη, όπου ο Καβάφης προβάλλει τον πολυπρόσωπο θίασό του, καμία ανθρώπινη πράξη και ενέργεια δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη και ακέραια. Σκιές, μισές κινήσεις, πικροί συμβιβασμοί, έλλειψη πίστης, καθώς κι ένας βαθιά ριζωμένος σχετικισμός, που συγχωρεί την τυραννία του φόβου, την ανάγκη της υποχώρησης και τη ματαιότητα της φιλοδοξίας, χωρίς, ωστόσο, την ίδια ώρα, να κλείνει τα μάτια ενώπιόν των συνεπειών τους, προσπερνώντας αβρόχοις ποσίν τους ακρωτηριασμούς με τους οποίους εκ των πραγμάτων σημαδεύουν τη συνείδηση: να, σε πυκνή ανάπτυξη, ένα μεγάλο κομμάτι της καβαφικής ποιητικής σφαίρας μαζί με τα αμετάθετα ζητούμενά της. Ζητούμενα που μόνο με τη συνδρομή του δίβουλου φρονήματος, το οποίο προϋποθέτει η απόσταση της ειρωνείας, μπορεί να πάρουν σάρκα και οστά και να ανθήσουν στην πλήρη τους ένταση. Κι αξίζει, ίσως, τον κόπο να θυμηθούμε εν προκειμένω πως ζωή και τέχνη συμπορεύονται πάντα αξεχώριστα στο πλαίσιο μια τέτοιας έντασης, αποκαλύπτοντας τον άλλοτε αντιθετικό και άλλοτε μοιραία πλησίστιο δεσμό τους.

Το παιχνίδι της εξουσίας και οι λειψές αντιστάσεις
Κι αν στην κεκλιμένη ειρωνική γραμμή του Καβάφη η τέχνη αναγκάζει τον ποιητή να ψάξει, ελλείψει της δικής της πεισματικής άρνησης, άλλες δόξες και αγάπες ή λατρείες («Η σατραπεία»), και δεν διστάζει να τον απειλήσει με παύση πληρωμών μεταθανατίως («Η τράπεζα του μέλλοντος»), να τον σπρώξει σε πλήθος φανφαρόνικα καμώματα για μια παιδεία της οποίας μόνο κατ’ εξαίρεση έχει δεχτεί την επίσκεψη («Φιλέλλην»), όπως και να μειδιάσει με νόημα όταν κάτω από το λοφίο της λογιοσύνης του λάμπει διά της απουσίας της η οποιαδήποτε αλήθεια («Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»), και η ζωή, από τη μεριά της, δεν δείχνει λιγότερο σκληρή και μάταιη. Οι καβαφικοί ήρωες νιώθουν συχνά έτοιμοι να παραδώσουν ψυχή και σώμα χωρίς αντιστάσεις, βυθισμένοι στην απραξία και στην απάθεια («Περιμένοντας τους βαρβάρους»), στήνουν σωστά πανηγύρια γύρω από τα ψέματα της πολιτικής εξουσίας («Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια», «Αλεξανδρινοί βασιλείς»), τρέχουν να υμνολογήσουν όποιον διεφθαρμένο έχει κερδίσει το παιχνίδι («Εν δήμω της Μικράς Ασίας», «Ας φρόντιζαν»), πεθαίνουν από πλήξη όταν φορούν κατάσαρκα το κοστούμι της δημόσιας ισορροπίας («Μεγάλη εορτή του Σωσιβίου»), αισιοδοξούν ανύποπτοι λίγο πριν από το βέβαιο θάνατό τους («Η διορία του Νέρωνος»), προσπαθούν πάση θυσία να αποφύγουν τη δοκιμασία και τη φιλοπονία («Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.»), συντρίβονται υπό το βάρος των ηγεμόνων τους («Ο Δαρείος») και μετέρχονται οιοδήποτε μέσον προκειμένου να επιβιώσουν («Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου»).

Απόσταση από τα δρώμενα
Ο Νάσος Βαγενάς έχει ασφαλώς δίκιο όταν σημειώνει ότι στον καβαφικό στίχο συναντιούνται δύο είδη ειρωνείας: η λεκτική και η δραματική1. Η λεκτική ως αντίθεση του ρηματικού περιεχομένου των λέξεων με τα νοήματα και τα αισθήματα που οι ίδιες σιωπηρώς υποβάλλουν και η δραματική ως αντίθεση (ή και σύγκρουση) της μιας ποιητικής κατάστασης με την άλλη -άλλα πιστεύουν οι ήρωες για τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους κι εντελώς διαφορετική αποδεικνύεται η πραγματικότητα. Ο Καβάφης παίζει αδιάκοπα με την αυταπάτη και την ψευδαίσθηση και η ειρωνική του φαντασία, όπως την ορίζει υπό αυτή την έννοια ο Γιάννης Δάλλας2, δεν είναι τίποτε άλλο από το μέσον που χρησιμοποιεί για να εξασφαλίσει μια ζωτική απόσταση από τα τεκταινόμενα των ποιημάτων του, κρύβοντας από τον αναγνώστη την προσωπική του συμμετοχή στη δραματική τους συνθήκη.

Ακόμη κι όσοι δεν ερεύνησαν και δεν κατόρθωσαν στην εποχή του να εννοήσουν εξ ολοκλήρου την ειρωνική μέθοδο του Καβάφη, πρόλαβαν σε κάθε περίπτωση να καταλάβουν τη σημασία και τη λειτουργία της ποιητικής απόστασης στη δουλειά του. Ο Ε. Μ. Forster (1919) διέκρινε την απομάκρυνσή του από το αντικείμενο3, ο Τέλλος Αγρας (1933) σημείωσε το διχασμό της ποίησής του ανάμεσα σε αντικείμενο και υποκείμενο4, ενώ ο Κ. Θ. Δημαράς (1932) μίλησε για τέχνη της μίμησης5 και για ηθοποιία (και για να υποδυθώ, προφανώς, έναν ρόλο πρέπει να παραμερίσω τον εαυτό μου). Κι αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε και τα σύγχρονα φιλολογικά πορίσματα για τους δεσμούς του Καβάφη, μέσω του Νασρεντίν Χότζα, με τη σατιρική λαϊκή γνωμολογία6, δύσκολα, φαντάζομαι, μπορούμε να αμφιβάλλουμε τόσο για τις προθέσεις όσο και για το αποτέλεσμά του. Αρκεί να κοιτάξουμε ξανά, έστω και τυχαία ή επί τροχάδην, τα ποιήματά του και δεν θα αργήσουμε να μπούμε στο οπτικό πεδίο της πλάγιας όρασής τους: σ’ έναν χώρο όπου κάθε αξία ανεβαίνει σε διπλή ζυγαριά, για να μετρηθεί στο θετικό και στο αρνητικό της πρόσημο, χωρίς, όμως, ποτέ να καταλήγει σ’ ένα παρήγορο και βολικό για όλους ισοζύγιο. Το μοναδικό εκείνο «και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα», που καμία αγωνία δεν καθησυχάζει, βεβαίως, και κανένα αίσθημα ασφάλειας, όπως κι αν το σκεφτούμε, δεν εμπνέει, είναι η εμβληματική κωδικοποίηση του κόσμου που μας κληροδότησε ο Καβάφης: ενός κόσμου που αμφιβάλλει συνεχώς για το οτιδήποτε, χωρίς την παραμικρή οργή και ζέση (ποιος να καταγγείλει ποιον, και για ποιον λόγο), μέσα από ένα σαρδόνιο μόνο και στραβό χαμόγελο.

1. Νάσος Βαγενάς: «Η ειρωνική γλώσσα», «Η Καθημερινή», 23 και 30 Ιανουαρίου 1977, τώρα στην ομότιτλη συλλογή δοκιμίων, που κυκλοφόρησε το 1994 από τη «Στιγμή».
2. Γιάννης Δάλλας: «Ο Καβάφης και η Ιστορία». «Ερμής», 1974.
3. Ε. Μ. Forster: «Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη». Μετάφραση: Γ. Π. Σαββίδης. Στον τόμο «Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη. Επιλογή κριτικών κειμένων». Επιμέλεια: Μιχάλης Πιερής. «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης». Ηράκλειο, 1994.
4. Τέλλος Αγρας: «Γραμματολογικά και άλλα», όπ. π.
5. Κ. Θ. Δημαράς: «Μερικές πηγές της καβαφικής τέχνης», όπ. π.
6. Γιώργος Βελουδής: «Στις ρίζες του Καβάφη», «Το Βήμα», 21 Απριλίου 1982, τώρα στον τόμο «Μονά – Ζυγά. Δέκα νεοελληνικά μελετήματα», που κυκλοφόρησε από τη «Γνώση» το 1992.

Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες


solomosdionysios_gr.JPGsolomosdionisios.jpg

«O Πειρασμός»


διαβάζει: Παππά Eιρήνη, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962
 
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςAνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,

Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·

Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

 

«Ύμνος εις την ελευθερίαν», απόσπασμα

imnos_s.jpg

διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971
 
1 Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

2

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

3

Eκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες

Έλα πάλι» να σου πη.

4

Άργειε να ‘λθη εκείνη η μέρα

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σού έμεινε να λες

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

6

Kαι ακαρτέρει και ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

από την απελπισιά,

7

κι έλεες «πότε, α! πότε βγάνω

το κεφάλι από τς ερμιές;».

Kαι αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

8

Tότε εσήκωνες το βλέμμα

μες στα κλάιματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα

πλήθος αίμα ελληνικό.

9

Mε τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύης εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10

Mοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή

δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τές κουρταλή.

11

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια

αλλ’ ανάσασιν καμιά

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

12

Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου,

οπού εχαίροντο πολύ,

«σύρε να ‘βρης τα παιδιά σου,

σύρε», ελέγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι

και ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σού ενθυμεί.

14

Tαπεινότατη σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Nαι αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

που ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή!

16

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

17

Mόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τς εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή

και του Pήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή (1)

19

όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν,

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Iονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια,

για να δείξουνε χαρά,

21

μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: ψεύτρα Eλευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Bάσιγκτον η γη

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

23

Aπ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέη «σε χαιρετώ»,

και τη χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Iσπανό.

24

Eλαφιάσθη της Aγγλίας

το θηρίο και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Pουσίας

τα μουγκρίσματα τς οργής.

25

Eις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά

και στου Aιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Aετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Iταλού

27

και σ’ εσέ καταγειρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ πού θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς

29

σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνη

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθή

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ’ εκείνο αντισταθή.

32

Tο θηρίο, π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34

ερμιά, θάνατος και φρίκη,

όπου επέρασες κι εσύ

ξίφος έξω από την θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Iδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Tριπολιτσάς

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψης πιθυμάς.

36

Mεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

και ας είναι άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδής πως είν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά; (2)

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά,

για να κλαύσετε τα σώματα,

που θενά ‘βρη η συμφορά.

39

Kατεβαίνουνε, και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Tον εχθρό θωρώ να φύγη

και στο κάστρο ν’ ανεβή. (3)

41

Mέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42

Eκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνει αποκριθήτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά. (4)

43

Aποκρίνονται, και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44

Aκούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

A! τι νύκτα ήταν εκείνη

που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ύπνος δεν εγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Tης σκηνής η ώρα, ο τόπος,

οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές, και το σκοτάδι,

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48

τ’ ακαρτέρειε. –Eφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Tόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Tόσα πέφτουνε τα θέρι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνη μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Mε τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στ’ αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά,

56

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Eκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Tότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59

Kτυπούν όλοι απάνου κάτου

κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθή.

60

Kάθε σώμα ιδρώνει, ρέει

λες και εκείθεν η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθή.

61

Tης καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

62

Oυρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Tόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεσαι, μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν μείνη ένας ζωντανός.

64

Kοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Xάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθή;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Oλιγόστευαν οι σκύλοι,

και «αλλά» εφώναζαν, «αλλά»

και των χριστιανών τα χείλη

«φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «αλλά».

70

Παντού φόβος και τρομάρα

και φωνές και στεναγμοί

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι

εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Tης αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι (5)

φύσα, φύσα εις το Σταυρό.

74

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

75

Tης Kορίνθου ιδού και οι κάμποι

δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76

εις τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί

77

τρέχουν άρματα χιλιάδες

σαν το κύμα εις το γιαλό

αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

και ξανάλθετε σ’ εμάς

τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε

πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

και με πάτημα τυφλό

εις την Kόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

Πείναν και Θανατικό

που σε σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο.

81

Kαι πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82

Kαι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

που ό,τι θέλεις ημπορείς,

εις τον κάμπο, Eλευθερία,

ματωμένη περπατείς.

83

Στη σκιά χεροπιασμένες, (6)

στη σκιά βλέπω κι εγώ

κρινοδάκτυλες παρθένες,

οπού κάνουνε χορό

84

στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

H ψυχή μου αναγαλλιάζει

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86

Mες στα χόρτα, τα λουλούδια,

το ποτήρι δεν βαστώ

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

88

Πήγες εις το Mεσολόγγι

την ημέρα του Xριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι (7)

για το τέκνο του Θεού.

89

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα

στάσου ολόρθη, Eλευθεριά»

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά. (8)

91

Eις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Aγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

Eπετάχτηκες Eσύ.

94

A! το φως, που σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη

95

λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Tο σπαθί σου αντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

και εις το τέταρτο κτυπάς

97

με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

«Aυτός λέγει… Aφοκρασθήτε

Eγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ (9)

πέστε, πού θ’ αποκρυφθήτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

«Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ’ αυτήν αν συγκριθή

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100

«Kατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δένδρα και θνητούς,

101

«και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του ανέμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή».

102

Kάποιος ήθελε ερωτήσει:

του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήση

ή μ’ εσέ να μετρηθή;

103

H γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104

Tην αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Kακορίζικοι, που πάτε

του Aχελώου μες στη ροή (10)

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106

ν’ αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Bλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθή

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει,

όσο οπού να νεκρωθή

110

κεφαλές απελπισμένες

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται –αυξαίνοντας η πρώτη

του Aχελώου νεροσυρμή–

το χλιμίτρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν’ άκουα να βουίξη

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξη

κάθε σπέρμα Aγαρηνό

113

Kαι εκεί που ‘ναι η Aγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξη

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξη

ο αδελφός του Φεγγαριού (11)

115

Kάθε πέτρα μνήμα ας γένη,

και η Θρησκεία κι η Eλευθεριά

μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Kαι χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός

πάντα πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

A! γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Mωυσή;

Mεγαλόφωνα, την ώρα

οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός

120

ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Aαρών,

η προφήτισσα Mαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν, (12)

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τς αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

123

Eις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Tο στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Mε βρυχίσματα σαλεύει,

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί

126

φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις

130

με επιθύμια να τηράζης

δύο μεγάλα σε θωρώ, (13)

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί

χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σ’ επέταξεν εκεί.

133

Eκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Kειές τες δάφνες που εσκορπίστε (14)

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε αποθαμένος

ο αρχηγός της Eκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς.

136

Έχει ολάνοιχτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθή

τ’ Άγιον Aίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θενά ξαναβγή

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθή

εις οποίον δεν πολεμήση

και ημπορεί να πολεμή.

138

Tην ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

H καρδιά συχνοσπαράζει…

Πλην τί βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Kοιτάει γύρω εις την Eυρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Eλλάδα, και αρχινά:

141

«Παλικάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

«Aπ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σάς μαδεί

143

«μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ! τον νουν σάς τυραννεί.

144

«H Διχόνια, που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145

«Kειο το σκήπτρο που σας δείχνει,

έχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

«Aπό στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην ‘πωθή,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

«Mην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

«Eάν μισούνται ανάμεσό τους,

δεν τους πρέπει ελευθεριά».

148

«Tέτοια αφήστενε φροντίδα

όλο το αίμα οπού χυθή

για θρησκεία και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

«Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε,

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

πόσο ακόμη να παρθή

πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151

«Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…

Kαταστήστε ένα σταυρό

και φωνάξετε με μία:

Bασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152

«Tο σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153

«Aκατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν

και την πίστη αναγελούν.

154

«Eξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: «Nα ‘κδικηθώ».

155

«Δεν ακούτε εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Tώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

«Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος

σαν του Aβέλ καταβοά

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

«Tί θα κάμετε; θ’ αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν ή θα την λύστε

εξ αιτίας Πολιτικής;

158

«Tούτο ανίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό

Bασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ».

 
Επανάληψη

 

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857) Κυρίαρχη μορφή της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κόντε Νικόλαος αποκατέστησε με γάμο τη μητέρα του ποιητή, πέθανε όμως γρήγορα και εκείνη παντρεύτηκε το 1807 σε δεύτερο γάμο το Μανώλη Λεονταράκη, ενώ ο Διονύσιος τέθηκε υπό την εποπτεία επιτροπής. Το 1810 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία με τη συνοδεία του ιταλού ιερωμένου και δασκάλου του Don Santo Rossi. Φοίτησε στο Λύκειο της Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Πάβια, όπου πραγματοποίησε νομικές σπουδές κατά την περίοδο 1815-1817, χωρίς να πάρει πτυχίο. Στην Πάβια ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των ρομαντικών και τον κλασικιστή ποιητή Βιτσέντζο Μόντι. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα θρησκευτικής θεματολογίας στα ιταλικά και συνδέθηκε φιλικά με τον Γεώργιο Τερτσέτη και τον Αντώνιο Μάτεσι. Το 1822 τυπώθηκε στην Κέρκυρα η συλλογή σονέτων του Rime improvisate. Τότε έγραψε επίσης ποιήματα στα ελληνικά με επιρροές από τους Χριστόπουλο και Βηλαρά. Την περίοδο 1821-1822 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας για την πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα και το Σύνταγμα του 1817, προς τον Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Το Μάη του 1823 έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και το 1824 την πρώτη εκδοχή του Λάμπρου και το πεζό κείμενο Διάλογος, όπου εκφράστηκε ενάντια στη γλωσσική θεωρία του Κοραή για τη μέση οδό. Το 1825 έγραψε την Καταστροφή των Ψαρών. Το 1826 ξεκίνησε τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δημοσίευσε δύο χειρόγραφα ποιήματά του και ξαναεπεξεργάστηκε το Λάμπρο. Το 1827 εκφώνησε στην καθολική μητρόπολη της Ζακύνθου το Εγκώμιο στον Ugo Foscolo, με το οποίο ολοκληρώθηκε η λεγόμενη Ζακυνθινή δεκαετία της δημιουργίας του. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο, επηρεάστηκε από το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Το 1829 έγραψε την Εις Μοναχήν Νεκρική Ωδή ΙΙ , την τρίτη μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος και ένα ποίημα για το Μεσολόγγι, που δημοσίευσε ο Πολυλάς το 1859 ως πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Το 1833 αναγκάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του Δημήτριου, που είχε οικειοποιηθεί το όνομα του Σολωμού. Η υπόθεση έληξε με δικαίωση του ποιητή, κράτησε όμως μέχρι το 1838 και τον καταπόνησε ψυχικά. Στο μεσοδιάστημα έγραψε τον Κρητικό, εγκατέλειψε το σχέδιο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος, με την οποία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο της ποίησης και της πεζογραφίας λογοτεχνικό είδος, επέμεινε ωστόσο στο θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου, γράφοντας το 1834 τη δεύτερη ημιτελή μορφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων και την τρίτη το 1844, σε στίχο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα, ωριμότερη δημιουργική του περίοδο. Το 1847 έγραψε το ποίημα Εις τον θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο και το 1849 το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φράιζερ. Την τελευταία αυτή περίοδο δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, τα αποσπάσματα που σώζονται όμως (όπως ο Πόρφυρας) είναι αποκαλυπτικά του νέου εύρους του στοχασμού του. Ο Σολωμός πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Δύο χρόνια αργότερα ο Πολυλάς εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, τα οποία έτυχαν ψυχρής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους. Προσεκτικότερη μελέτη του έργου του Σολωμού και ανίχνευση των οραματισμών του πραγματοποιήθηκαν μετά από αρκετά χρόνια. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Διονύσιου Σολωμού βλ. Ανδρειωμένος Γιώργος, «Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (1798-1857)», Διαβάζω213, 12/4/1989, σ.28-37, Καψωμένος Ερατοσθένης Γ., «Χρονολόγιο Σολωμού», Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση· Ερμηνευτική μελέτη, σ.127-148. Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998, Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Διονύσιος Σολωμός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΒ΄,2, σ.124-142. Αθήνα, Σοκόλης, 1999, Κριαράς Εμμανουήλ, Διονύσιος Σολωμός· Ο βίος – Το έργο. Αθήνα, Εστία, 1969 (έκδοση β΄) και «Σολωμός, Βίος και έργο», Νέα Εστία104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235, σ.3-25 και Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Οιπρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) Ι.Ποίηση
Rime improvisate. Κέρκυρα, 1822.
Ύμνος εις την Ελευθερίαν Imno alla Liberta. Μεσολόγγι, 1825.
Εγκώμιο για τον Ούγο Φόσκολο (Elogio di Ugo Foscolo)
Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ. Παλίτη. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών- Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1978.
Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού
Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11
Εκδοτική δοκιμή. Αθήνα, Ερμής, 1982 [από την Ελένη Τσαντσάνογλου]. ΙΙ.Πεζογραφία
Η γυναίκα της Ζάκυθος
Νέα έκδοση φροντισμένη από τον Λίνο Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1944. ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Διονυσίου Κόμητος Σολωμου [Ρωσολίμου]. Ζάκυνθος, 1857.
Ποιήματα Σολωμού και ωδή εις τον θάνατόν του · υπό Ανδρ. Δαλλαπόρτα. Αθήναιον, 1858.
Διονυσίου Σολωμού· Τα ευρισκόμενα μετά προλόγου υπό Ιακ. Πολυλά. Κέρκυρα, τυπ. Ερμής, 1859.
Άπαντα Διονυσίου Σολωμόυ· Ήτοι τα μέχρι σήμερον εκδοθέντα μετά προσθήκης πλείστων ανεκδότων προλεγομένων και σημειώσεων [υπό Σπ.Δε Βιάζη]· Εκδιδόμενα υπό Σεργίου Χ.Ραφτάνη. Ζάκυνθος, τυπ. Παρνασσός, 1880.
Άπαντα τα ευρισκόμενα μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κ.Παλαμά. Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1901 (και ανατύπωση Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921).
Άπαντα τα ευρισκόμενα · Προλεγόμενα Ιακ.Πολυλά – Μελέτη και μετάφρασις των ιταλικών Γ.Καλοσγούρου. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
Άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα· Με τον Διάλογον και τα Προλεγόμενα του Ιακ.Πολυλά· Φροντίδα, σχόλια και κατάταξη Γερ.Σπαταλά. Αθήνα, Βασιλείου, 1936.
Άπαντα, τόμος πρώτος, Ποιήματα
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1948.
Ιταλικά ποιήματα
Μετάφραση, προλεγόμενα, κατάταξη και σχόλια Γεράσιμου Σπαταλά. Αθήνα, 1948.
Δ.Σολωμός· Επιμέλεια Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη).
Τα ιταλικά ποιήματα· με έμμετρη μετάφραση και σχόλια Κώστα Καιροφύλλα και πρόλογο του ακαδημαϊκού κ.Σπύρου Μελά. Αθήνα,1954.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1955.
Άπαντα· Ποιήματα και πεζά· Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, 1957.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, παράρτημα
Ιταλικά (ποιήματα και πεζά). Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ.Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Αυτόγραφα έργα
επιμέλεια Λίνου Πολίτη. Α.Φωτοτυπίες Β. Τυπογραφική μεταγραφή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964.
Άπαντα· Εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις, γλωσσάριον Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1969.
ΆπανταΑ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1970.
ΆπανταΒ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1972.
Άπαντα, τόμος τρίτος· Αλληλογραφία· Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Ποιήματα και πεζά· Επιμ. – Εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου. Αθήνα, Στιγμή, 1994.
Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους· Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Βελουδής. Αθήνα, Περίπλους, 1997.

[ΠΗΓΗ: EKEBI]

Άρθρο Νάσου Βαγενά,Το ΒΗΜΑ, 21/01/2007

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (17 Δεκεμβρίου), μιλώντας για την αφανή επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Κοτζιούλα, έγραφα ότι οι λογοτεχνικές επέτειοι είναι χρήσιμες, γιατί προσφέρονται για επανεξετάσεις έργων και απόψεων. Εννοούσα βέβαια ότι υπάρχουν και επέτειοι συμβατικές, όταν τίποτε το καινούργιο δεν έχει ειπωθεί (ή δεν έχει να ειπωθεί) και οι εκδηλώσεις τους αναλώνονται στην επανάληψη των τετριμμένων. Δεν είχα σκεφτεί ότι οι συμβατικές επέτειοι μπορούν κάποτε να αποβούν βλαπτικές, γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί επετειακό αφιέρωμα στον Σολωμό μεγάλης απογευματινής εφημερίδας. Ο σχολιασμός αυτού του αφιερώματος θα μπορούσε να γίνει αφορμή να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις όχι μόνο για τη λειτουργία των συμβατικών επετείων αλλά και για τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας τα ένθετα βιβλίων ορισμένων εφημερίδων.

Το πρώτο χαρακτηριστικό του εν λόγω αφιερώματος, που αποτελείται από δώδεκα κείμενα εννέα συνεργατών, τα οποία καταλαμβάνουν δεκαπέντε σελίδες, είναι η ταχύτητα (το ένθετο έχει τον τίτλο «Βιβλιοδρόμιο»). Πριν ακόμη μπούμε στο 2007, στις 30 Δεκεμβρίου 2006, το ένθετο εγκαινιάζει μιαν επέτειο του ερχόμενου έτους (150 χρόνια από τον θάνατο του Σολωμού) διεκδικώντας έτσι μια δημοσιογραφική πρωτιά. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αυτοπεποίθηση: οι υπεύθυνοι του ενθέτου και του αφιερώματος ονομάζουν το 2007 «Ετος Σολωμού», προφανώς γιατί είναι βέβαιοι ότι αποτελεί τη σημαντικότερη λογοτεχνική επέτειο του έτους.

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αγνοούσαν ότι το 2007 έχουμε δύο ακόμη λογοτεχνικές επετείους (πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και εκατό χρόνια από τη γέννηση του Εγγονόπουλου)· ούτε θα πρέπει να τους είχε διαφύγει το γεγονός ότι επέτειος Σολωμού, και μάλιστα χρονικά σημαντικότερη, ως εκατονταετηρίδα (διακόσια χρόνια από τη γέννησή του), εορτάσθηκε εννέα μόλις χρόνια πριν: το 1998 είχε ονομαστεί «Ετος Σολωμού». Φαίνεται ότι έσπευσαν να προτάξουν τον Σολωμό, γιατί ανακάλυψαν ότι ο Σολωμός – όπως υπογραμμίζουν με τον τίτλο του αφιερώματος – παραμένει έως σήμερα «το εθνικό μας φάντασμα» («άγνωστος, αφανής και παραγνωρισμένος») και ότι «ήρθε η ώρα για νέες προσεγγίσεις» του.

Ομως ο Σολωμός ούτε φάντασμα είναι, ούτε άγνωστος, ούτε παραγνωρισμένος. Είναι ο πλέον γνωστός (με όποια σημασία και αν δίναμε στη λέξη) Ελληνας ποιητής: ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση, ο πλέον μελετημένος – αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι ακριβώς γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο· όγκος που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο με το πλήθος των νέων μελετών που παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, συμπόσια, ημερίδες και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων του πρόσφατου «Ετους Σολωμού», η χρονική εγγύτητα του οποίου με το 2007 καθιστά περιττό τον ορισμό του παρόντος έτους ως ενός ακόμη «Ετους Σολωμού» (σωστά το υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε το 2007 «Ετος Μαρίας Κάλλας»).

Αλλά το πλέον ενδιαφέρον στο αφιέρωμα του «Βιβλιοδρομίου» δεν είναι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως αφανούς ή αγνώστου. Είναι το γεγονός ότι, αν και αναγγέλλει τυμπανοκρουστικά θησαυρούς νέων προσεγγίσεων, τα κείμενά του δεν περιέχουν ούτε ένα νέο στοιχείο. Απλώς επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά, τα οποία το αφιέρωμα προβάλλει με τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει νέες σολωμικές αναγνώσεις (φοβάμαι ότι στο παιχνίδι των εντυπώσεων έχουν περιπλακεί, προφανώς άθελά τους, και οι συγγραφείς των κειμένων του, έγκυροι σολωμιστές).

Ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω ένθετο επέλεξε και πλάσαρε το αφιέρωμα στον Σολωμό έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας βιβλιοκριτικής συμπεριφοράς την οποία σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ονομάσαμε λογοτεχνική κριτική life-style. Πρόκειται για έναν τρόπο παρουσίασης της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί από την άκρατη εμπορευματοποίηση του λογοτεχνικού βιβλίου και έχει γίνει χαρακτηριστικός των ενθέτων βιβλίου ορισμένων εφημερίδων. Κύριο γνώρισμα του τρόπου αυτού, που είναι προφανές ότι βρίσκεται υπό την σκιά του βιβλιοεκδοτικού marketing, είναι η πριμοδότηση των δυνάμει ή εν ενεργεία «ευπώλητων» βιβλίων, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ένθετα αυτά παρουσιάζουν – σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – σχεδόν αποκλειστικά βιβλία πεζού λόγου (κυρίως μυθιστορήματα), ότι καλλιεργούν περισσότερο τη βιβλιοπαρουσίαση παρά τη βιβλιοκριτική, και ότι από τις σελίδες τους έχουν σχεδόν αποκλειστεί τα ποιητικά βιβλία, που, ως γνωστόν, «δεν πουλάνε». Οι ελάχιστες αναφορές τους σε έργα ποιητικά είναι κυρίως θεωρήσεις φαντασμαγορικές (όπως αυτή του βιβλιοδρομικού αφιερώματος) μεγάλων έργων του παρελθόντος, που αισθάνεται κανείς ότι χρησιμοποιούνται ως κριτικά φύλλα συκής, για να κρατηθούν τα ποιητικά προσχήματα.

Η απαξίωση της ποίησης από τα ένθετα αυτά δηλώνεται και από το γεγονός ότι στους ετήσιους απολογισμούς τους τα ποιητικά βιβλία απουσιάζουν. Ενα παράδειγμα: Στα «100 βιβλία της χρονιάς που αξίζει να διαβάσετε», τα οποία επέλεξε (10.12.2006) το ένθετο βιβλίου μεγάλης εφημερίδας (τα περισσότερα λογοτεχνικά), δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ποίησης. Κι ας εμφανίστηκαν το 2006 ποιητικά βιβλία σημαντικότερα από πολλά μυθιστορήματα που εκθειάζονται σε αυτόν τον απολογισμό. Εννοείται ότι και στις 62 διαφημίσεις λογοτεχνικών βιβλίων, που φιλοξενεί το ένθετο, για βιβλίο ποιητικό δεν υπάρχει ούτε μία.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νάσου Βαγενά

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Έτσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ήταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

To Βήμα της Κυριακής, 13-12-1998

 

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Α»

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Β»

1.

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2.

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ»

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες


solomosdionysios_gr.JPGsolomosdionisios.jpg

«O Πειρασμός»

διαβάζει: Παππά Eιρήνη, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,

Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,

Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·

Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

 «Ύμνος εις την ελευθερίαν»

 

διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971
 1

 Σε γνωρίζω από την κόψη

 του σπαθιού την τρομερή,

 σε γνωρίζω από την όψη,

 που με βία μετράει τη γη.

 

2

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

 3

 Eκεί μέσα εκατοικούσες

 πικραμένη, εντροπαλή,

 κι ένα στόμα ακαρτερούσες

 Έλα πάλι» να σου πη.

 

 4

 Άργειε να ‘λθη εκείνη η μέρα

 κι ήταν όλα σιωπηλά,

 γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα

 και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

 

 5

 Δυστυχής! Παρηγορία

 μόνη σού έμεινε να λες

 περασμένα μεγαλεία

 και διηγώντας τα να κλαις.

 

6

 Kαι ακαρτέρει και ακαρτέρει

 φιλελεύθερη λαλιά,

 ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

 από την απελπισιά,

 

7

 κι έλεες «πότε, α! πότε βγάνω

 το κεφάλι από τς ερμιές;».

 Kαι αποκρίνοντο από πάνω

 κλάψες, άλυσες, φωνές.

 

 8

 Tότε εσήκωνες το βλέμμα

 μες στα κλάιματα θολό,

 και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα

 πλήθος αίμα ελληνικό.

 

 9

 Mε τα ρούχα αιματωμένα

 ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

 να γυρεύης εις τα ξένα

 άλλα χέρια δυνατά.

 

 10

 Mοναχή το δρόμο επήρες,

 εξανάλθες μοναχή

 δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

 εάν η χρεία τές κουρταλή.

 

 11

 Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια

 αλλ’ ανάσασιν καμιά

 άλλος σου έταξε βοήθεια

 και σε γέλασε φρικτά.

 

12

 Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου,

 οπού εχαίροντο πολύ,

 «σύρε να ‘βρης τα παιδιά σου,

 σύρε», ελέγαν οι σκληροί.

 

13

 Φεύγει οπίσω το ποδάρι

 και ολογλήγορο πατεί

 ή την πέτρα ή το χορτάρι

 που τη δόξα σού ενθυμεί.

 

14

 Tαπεινότατη σου γέρνει

 η τρισάθλια κεφαλή,

 σαν πτωχού που θυροδέρνει

 κι είναι βάρος του η ζωή.

 

 15

 Nαι αλλά τώρα αντιπαλεύει

 κάθε τέκνο σου με ορμή,

 που ακατάπαυστα γυρεύει

 ή τη νίκη ή τη θανή!

 

16

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

17

Mόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τς εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή

και του Pήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή  (1)

19

όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν,

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Iονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια,

για να δείξουνε χαρά,

21

μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: ψεύτρα Eλευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Bάσιγκτον η γη

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

23

Aπ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέη «σε χαιρετώ»,

και τη χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Iσπανό.

24

Eλαφιάσθη της Aγγλίας

το θηρίο και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Pουσίας

τα μουγκρίσματα τς οργής.

25

Eις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά

και στου Aιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Aετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Iταλού

27

και σ’ εσέ καταγειρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ πού θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς

29

σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνη

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31

 Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

 οποιανού θέλει βρεθή

 στο μαχαίρι σου αποκάτου

 και σ’ εκείνο αντισταθή.

32

Tο θηρίο, π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34

 ερμιά, θάνατος και φρίκη,

 όπου επέρασες κι εσύ

 ξίφος έξω από την θήκη

 πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

 Iδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

 της αθλίας Tριπολιτσάς

 τώρα τρόμου αστροπελέκι

 να της ρίψης πιθυμάς.

 

36

Mεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

και ας είναι άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδής πως είν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;  (2)

38

 Λίγα μάτια, λίγα στόματα

 θα σας μείνουνε ανοιχτά,

 για να κλαύσετε τα σώματα,

 που θενά ‘βρη η συμφορά.

39

 Kατεβαίνουνε, και ανάφτει

 του πολέμου αναλαμπή

 το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

 λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Tον εχθρό θωρώ να φύγη

και στο κάστρο ν’ ανεβή.  (3)

41

Mέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42

Eκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνει αποκριθήτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά.  (4)

43

 Aποκρίνονται, και η μάχη

 έτσι αρχίζει, οπού μακριά

 από ράχη εκεί σε ράχη

 αντιβούιζε φοβερά.

44

 Aκούω κούφια τα τουφέκια,

 ακούω σμίξιμο σπαθιών,

 ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

 ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

 A! τι νύκτα ήταν εκείνη

 που την τρέμει ο λογισμός;

 Άλλος ύπνος δεν εγίνη

 πάρεξ θάνατου πικρός.

46

 Tης σκηνής η ώρα, ο τόπος,

 οι κραυγές, η ταραχή,

 ο σκληρόψυχος ο τρόπος

 του πολέμου, και οι καπνοί,

47

 και οι βροντές, και το σκοτάδι,

 οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

 επαράσταιναν τον άδη

 που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48

τ’ ακαρτέρειε. –Eφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Tόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Tόσα πέφτουνε τα θέρι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνη μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Mε τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στ’ αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά,

56

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Eκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Tότε αυξαίνει του πολέμου

 ο χορός τρομακτικά,

 σαν το σκόρπισμα του ανέμου

 στου πελάου τη μοναξιά.

59

Kτυπούν όλοι απάνου κάτου

κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθή.

60

Kάθε σώμα ιδρώνει, ρέει

λες και εκείθεν η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθή.

61

Tης καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

62

Oυρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Tόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεσαι, μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν μείνη ένας ζωντανός.

64

Kοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Xάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθή;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Oλιγόστευαν οι σκύλοι,

και «αλλά» εφώναζαν, «αλλά»

και των χριστιανών τα χείλη

«φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «αλλά».

70

 Παντού φόβος και τρομάρα

 και φωνές και στεναγμοί

 παντού κλάψα, παντού αντάρα,

 και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι

 εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

 Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

 εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

 και κυλάει στη λαγκαδιά,

 και το αθώο χόρτο πίνει

 αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

 Tης αυγής δροσάτο αέρι,

 δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

 στων ψευδόπιστων το αστέρι  (5)

 φύσα, φύσα εις το Σταυρό.

74

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

75

Tης Kορίνθου ιδού και οι κάμποι

 δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

 εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

 εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76

εις τον ήσυχον αιθέρα

 τώρα αθώα δεν αντηχεί

 τα λαλήματα η φλογέρα,

 τα βελάσματα το αρνί

77

 τρέχουν άρματα χιλιάδες

 σαν το κύμα εις το γιαλό

 αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες

 δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

 και ξανάλθετε σ’ εμάς

 τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε

 πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

 και με πάτημα τυφλό

 εις την Kόρινθο αποκλειούνται

 κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

 Πείναν και Θανατικό

 που σε σχήμα ενός σκελέθρου

 περπατούν αντάμα οι δυο.

81

 Kαι πεσμένα εις τα χορτάρια

 απεθαίνανε παντού

 τα θλιμμένα απομεινάρια

 της φυγής και του χαμού.

 

82

Kαι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

 που ό,τι θέλεις ημπορείς,

 εις τον κάμπο, Eλευθερία,

 ματωμένη περπατείς.

83

 Στη σκιά χεροπιασμένες,  (6)

 στη σκιά βλέπω κι εγώ

 κρινοδάκτυλες παρθένες,

 οπού κάνουνε χορό

84

στο χορό γλυκογυρίζουν

 ωραία μάτια ερωτικά,

 και εις την αύρα κυματίζουν

 μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

 

85

H ψυχή μου αναγαλλιάζει

 πως ο κόρφος καθεμιάς

 γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

 γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86

 Mες στα χόρτα, τα λουλούδια,

 το ποτήρι δεν βαστώ

 φιλελεύθερα τραγούδια

 σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

88

Πήγες εις το Mεσολόγγι

την ημέρα του Xριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι  (7)

για το τέκνο του Θεού.

89

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα

στάσου ολόρθη, Eλευθεριά»

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά.  (8)

91

Eις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Aγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν

 με πολλή ποδοβολή,

 κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

 Eπετάχτηκες Eσύ.

94

A! το φως, που σε στολίζει

 σαν ηλίου φεγγοβολή

 και μακρόθεν σπινθηρίζει,

 δεν είναι, όχι, από τη γη

95

λάμψιν έχει όλη φλογώδη

 χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

 φως το χέρι, φως το πόδι,

 κι όλα γύρω σου είναι φως.

 

96

Tο σπαθί σου αντισηκώνεις,

 τρία πατήματα πατάς,

 σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

 και εις το τέταρτο κτυπάς

97

με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

«Aυτός λέγει… Aφοκρασθήτε

Eγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ  (9)

πέστε, πού θ’ αποκρυφθήτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

«Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ’ αυτήν αν συγκριθή

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100

«Kατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δένδρα και θνητούς,

101

«και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του ανέμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή».

102

Kάποιος ήθελε ερωτήσει:

του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήση

ή μ’ εσέ να μετρηθή;

103

H γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104

Tην αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Kακορίζικοι, που πάτε

του Aχελώου μες στη ροή  (10)

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106

ν’ αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Bλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθή

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει,

όσο οπού να νεκρωθή

110

κεφαλές απελπισμένες

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται –αυξαίνοντας η πρώτη

του Aχελώου νεροσυρμή–

το χλιμίτρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν’ άκουα να βουίξη

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξη

κάθε σπέρμα Aγαρηνό

113

Kαι εκεί που ‘ναι η Aγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξη

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξη

ο αδελφός του Φεγγαριού  (11)

115

Kάθε πέτρα μνήμα ας γένη,

και η Θρησκεία κι η Eλευθεριά

μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Kαι χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός

πάντα πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

A! γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Mωυσή;

Mεγαλόφωνα, την ώρα

οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός

120

ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Aαρών,

η προφήτισσα Mαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,  (12)

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τς αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

123

Eις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Tο στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Mε βρυχίσματα σαλεύει,

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί

126

φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις

130

με επιθύμια να τηράζης

δύο μεγάλα σε θωρώ,  (13)

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί

χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σ’ επέταξεν εκεί.

133

Eκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Kειές τες δάφνες που εσκορπίστε  (14)

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε αποθαμένος

ο αρχηγός της Eκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς.

136

Έχει ολάνοιχτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθή

τ’ Άγιον Aίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θενά ξαναβγή

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθή

εις οποίον δεν πολεμήση

και ημπορεί να πολεμή.

138

Tην ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

H καρδιά συχνοσπαράζει…

Πλην τί βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Kοιτάει γύρω εις την Eυρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Eλλάδα, και αρχινά:

141

«Παλικάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

«Aπ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σάς μαδεί

143

«μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ! τον νουν σάς τυραννεί.

144

«H Διχόνια, που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145

«Kειο το σκήπτρο που σας δείχνει,

έχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

«Aπό στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην ‘πωθή,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

«Mην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

«Eάν μισούνται ανάμεσό τους,

δεν τους πρέπει ελευθεριά».

148

«Tέτοια αφήστενε φροντίδα

όλο το αίμα οπού χυθή

για θρησκεία και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

«Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε,

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

πόσο ακόμη να παρθή

πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151

«Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…

Kαταστήστε ένα σταυρό

και φωνάξετε με μία:

Bασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152

«Tο σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153

«Aκατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν

και την πίστη αναγελούν.

154

«Eξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: «Nα ‘κδικηθώ».

155

«Δεν ακούτε εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Tώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

«Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος

σαν του Aβέλ καταβοά

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

«Tί θα κάμετε; θ’ αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν ή θα την λύστε

εξ αιτίας Πολιτικής;

158

«Tούτο ανίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό

Bασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ».

 

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857) Κυρίαρχη μορφή της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κόντε Νικόλαος αποκατέστησε με γάμο τη μητέρα του ποιητή, πέθανε όμως γρήγορα και εκείνη παντρεύτηκε το 1807 σε δεύτερο γάμο το Μανώλη Λεονταράκη, ενώ ο Διονύσιος τέθηκε υπό την εποπτεία επιτροπής. Το 1810 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία με τη συνοδεία του ιταλού ιερωμένου και δασκάλου του Don Santo Rossi. Φοίτησε στο Λύκειο της Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Πάβια, όπου πραγματοποίησε νομικές σπουδές κατά την περίοδο 1815-1817, χωρίς να πάρει πτυχίο. Στην Πάβια ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των ρομαντικών και τον κλασικιστή ποιητή Βιτσέντζο Μόντι. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα θρησκευτικής θεματολογίας στα ιταλικά και συνδέθηκε φιλικά με τον Γεώργιο Τερτσέτη και τον Αντώνιο Μάτεσι. Το 1822 τυπώθηκε στην Κέρκυρα η συλλογή σονέτων του Rime improvisate. Τότε έγραψε επίσης ποιήματα στα ελληνικά με επιρροές από τους Χριστόπουλο και Βηλαρά. Την περίοδο 1821-1822 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας για την πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα και το Σύνταγμα του 1817, προς τον Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Το Μάη του 1823 έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και το 1824 την πρώτη εκδοχή του Λάμπρου και το πεζό κείμενο Διάλογος, όπου εκφράστηκε ενάντια στη γλωσσική θεωρία του Κοραή για τη μέση οδό. Το 1825 έγραψε την Καταστροφή των Ψαρών. Το 1826 ξεκίνησε τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δημοσίευσε δύο χειρόγραφα ποιήματά του και ξαναεπεξεργάστηκε το Λάμπρο. Το 1827 εκφώνησε στην καθολική μητρόπολη της Ζακύνθου το Εγκώμιο στον Ugo Foscolo, με το οποίο ολοκληρώθηκε η λεγόμενη Ζακυνθινή δεκαετία της δημιουργίας του. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο, επηρεάστηκε από το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Το 1829 έγραψε την Εις Μοναχήν Νεκρική Ωδή ΙΙ , την τρίτη μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος και ένα ποίημα για το Μεσολόγγι, που δημοσίευσε ο Πολυλάς το 1859 ως πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Το 1833 αναγκάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του Δημήτριου, που είχε οικειοποιηθεί το όνομα του Σολωμού. Η υπόθεση έληξε με δικαίωση του ποιητή, κράτησε όμως μέχρι το 1838 και τον καταπόνησε ψυχικά. Στο μεσοδιάστημα έγραψε τον Κρητικό, εγκατέλειψε το σχέδιο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος, με την οποία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο της ποίησης και της πεζογραφίας λογοτεχνικό είδος, επέμεινε ωστόσο στο θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου, γράφοντας το 1834 τη δεύτερη ημιτελή μορφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων και την τρίτη το 1844, σε στίχο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα, ωριμότερη δημιουργική του περίοδο. Το 1847 έγραψε το ποίημα Εις τον θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο και το 1849 το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φράιζερ. Την τελευταία αυτή περίοδο δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, τα αποσπάσματα που σώζονται όμως (όπως ο Πόρφυρας) είναι αποκαλυπτικά του νέου εύρους του στοχασμού του. Ο Σολωμός πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Δύο χρόνια αργότερα ο Πολυλάς εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, τα οποία έτυχαν ψυχρής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους. Προσεκτικότερη μελέτη του έργου του Σολωμού και ανίχνευση των οραματισμών του πραγματοποιήθηκαν μετά από αρκετά χρόνια. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Διονύσιου Σολωμού βλ. Ανδρειωμένος Γιώργος, «Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (1798-1857)», Διαβάζω213, 12/4/1989, σ.28-37, Καψωμένος Ερατοσθένης Γ., «Χρονολόγιο Σολωμού», Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση· Ερμηνευτική μελέτη, σ.127-148. Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998, Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Διονύσιος Σολωμός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΒ΄,2, σ.124-142. Αθήνα, Σοκόλης, 1999, Κριαράς Εμμανουήλ, Διονύσιος Σολωμός· Ο βίος – Το έργο. Αθήνα, Εστία, 1969 (έκδοση β΄) και «Σολωμός, Βίος και έργο», Νέα Εστία104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235, σ.3-25 και Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Οιπρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) Ι.Ποίηση
Rime improvisate. Κέρκυρα, 1822.
Ύμνος εις την Ελευθερίαν Imno alla Liberta. Μεσολόγγι, 1825.
Εγκώμιο για τον Ούγο Φόσκολο (Elogio di Ugo Foscolo)
Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ. Παλίτη. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών- Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1978.
Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού
Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11
Εκδοτική δοκιμή. Αθήνα, Ερμής, 1982 [από την Ελένη Τσαντσάνογλου]. ΙΙ.Πεζογραφία
Η γυναίκα της Ζάκυθος
Νέα έκδοση φροντισμένη από τον Λίνο Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1944. ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Διονυσίου Κόμητος Σολωμου [Ρωσολίμου]. Ζάκυνθος, 1857.
Ποιήματα Σολωμού και ωδή εις τον θάνατόν του · υπό Ανδρ. Δαλλαπόρτα. Αθήναιον, 1858.
Διονυσίου Σολωμού· Τα ευρισκόμενα μετά προλόγου υπό Ιακ. Πολυλά. Κέρκυρα, τυπ. Ερμής, 1859.
Άπαντα Διονυσίου Σολωμόυ· Ήτοι τα μέχρι σήμερον εκδοθέντα μετά προσθήκης πλείστων ανεκδότων προλεγομένων και σημειώσεων [υπό Σπ.Δε Βιάζη]· Εκδιδόμενα υπό Σεργίου Χ.Ραφτάνη. Ζάκυνθος, τυπ. Παρνασσός, 1880.
Άπαντα τα ευρισκόμενα μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κ.Παλαμά. Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1901 (και ανατύπωση Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921).
Άπαντα τα ευρισκόμενα · Προλεγόμενα Ιακ.Πολυλά – Μελέτη και μετάφρασις των ιταλικών Γ.Καλοσγούρου. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
Άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα· Με τον Διάλογον και τα Προλεγόμενα του Ιακ.Πολυλά· Φροντίδα, σχόλια και κατάταξη Γερ.Σπαταλά. Αθήνα, Βασιλείου, 1936.
Άπαντα, τόμος πρώτος, Ποιήματα
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1948.
Ιταλικά ποιήματα
Μετάφραση, προλεγόμενα, κατάταξη και σχόλια Γεράσιμου Σπαταλά. Αθήνα, 1948.
Δ.Σολωμός· Επιμέλεια Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη).
Τα ιταλικά ποιήματα· με έμμετρη μετάφραση και σχόλια Κώστα Καιροφύλλα και πρόλογο του ακαδημαϊκού κ.Σπύρου Μελά. Αθήνα,1954.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1955.
Άπαντα· Ποιήματα και πεζά· Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, 1957.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, παράρτημα
Ιταλικά (ποιήματα και πεζά). Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ.Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Αυτόγραφα έργα
επιμέλεια Λίνου Πολίτη. Α.Φωτοτυπίες Β. Τυπογραφική μεταγραφή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964.
Άπαντα· Εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις, γλωσσάριον Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1969.
ΆπανταΑ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1970.
ΆπανταΒ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1972.
Άπαντα, τόμος τρίτος· Αλληλογραφία· Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Ποιήματα και πεζά· Επιμ. – Εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου. Αθήνα, Στιγμή, 1994.
Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους· Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Βελουδής. Αθήνα, Περίπλους, 1997.

[ΠΗΓΗ: EKEBI]

Άρθρο Νάσου Βαγενά,Το ΒΗΜΑ, 21/01/2007

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (17 Δεκεμβρίου), μιλώντας για την αφανή επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Κοτζιούλα, έγραφα ότι οι λογοτεχνικές επέτειοι είναι χρήσιμες, γιατί προσφέρονται για επανεξετάσεις έργων και απόψεων. Εννοούσα βέβαια ότι υπάρχουν και επέτειοι συμβατικές, όταν τίποτε το καινούργιο δεν έχει ειπωθεί (ή δεν έχει να ειπωθεί) και οι εκδηλώσεις τους αναλώνονται στην επανάληψη των τετριμμένων. Δεν είχα σκεφτεί ότι οι συμβατικές επέτειοι μπορούν κάποτε να αποβούν βλαπτικές, γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί επετειακό αφιέρωμα στον Σολωμό μεγάλης απογευματινής εφημερίδας. Ο σχολιασμός αυτού του αφιερώματος θα μπορούσε να γίνει αφορμή να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις όχι μόνο για τη λειτουργία των συμβατικών επετείων αλλά και για τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας τα ένθετα βιβλίων ορισμένων εφημερίδων.

Το πρώτο χαρακτηριστικό του εν λόγω αφιερώματος, που αποτελείται από δώδεκα κείμενα εννέα συνεργατών, τα οποία καταλαμβάνουν δεκαπέντε σελίδες, είναι η ταχύτητα (το ένθετο έχει τον τίτλο «Βιβλιοδρόμιο»). Πριν ακόμη μπούμε στο 2007, στις 30 Δεκεμβρίου 2006, το ένθετο εγκαινιάζει μιαν επέτειο του ερχόμενου έτους (150 χρόνια από τον θάνατο του Σολωμού) διεκδικώντας έτσι μια δημοσιογραφική πρωτιά. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αυτοπεποίθηση: οι υπεύθυνοι του ενθέτου και του αφιερώματος ονομάζουν το 2007 «Ετος Σολωμού», προφανώς γιατί είναι βέβαιοι ότι αποτελεί τη σημαντικότερη λογοτεχνική επέτειο του έτους.

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αγνοούσαν ότι το 2007 έχουμε δύο ακόμη λογοτεχνικές επετείους (πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και εκατό χρόνια από τη γέννηση του Εγγονόπουλου)· ούτε θα πρέπει να τους είχε διαφύγει το γεγονός ότι επέτειος Σολωμού, και μάλιστα χρονικά σημαντικότερη, ως εκατονταετηρίδα (διακόσια χρόνια από τη γέννησή του), εορτάσθηκε εννέα μόλις χρόνια πριν: το 1998 είχε ονομαστεί «Ετος Σολωμού». Φαίνεται ότι έσπευσαν να προτάξουν τον Σολωμό, γιατί ανακάλυψαν ότι ο Σολωμός – όπως υπογραμμίζουν με τον τίτλο του αφιερώματος – παραμένει έως σήμερα «το εθνικό μας φάντασμα» («άγνωστος, αφανής και παραγνωρισμένος») και ότι «ήρθε η ώρα για νέες προσεγγίσεις» του.

Ομως ο Σολωμός ούτε φάντασμα είναι, ούτε άγνωστος, ούτε παραγνωρισμένος. Είναι ο πλέον γνωστός (με όποια σημασία και αν δίναμε στη λέξη) Ελληνας ποιητής: ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση, ο πλέον μελετημένος – αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι ακριβώς γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο· όγκος που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο με το πλήθος των νέων μελετών που παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, συμπόσια, ημερίδες και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων του πρόσφατου «Ετους Σολωμού», η χρονική εγγύτητα του οποίου με το 2007 καθιστά περιττό τον ορισμό του παρόντος έτους ως ενός ακόμη «Ετους Σολωμού» (σωστά το υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε το 2007 «Ετος Μαρίας Κάλλας»).

Αλλά το πλέον ενδιαφέρον στο αφιέρωμα του «Βιβλιοδρομίου» δεν είναι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως αφανούς ή αγνώστου. Είναι το γεγονός ότι, αν και αναγγέλλει τυμπανοκρουστικά θησαυρούς νέων προσεγγίσεων, τα κείμενά του δεν περιέχουν ούτε ένα νέο στοιχείο. Απλώς επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά, τα οποία το αφιέρωμα προβάλλει με τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει νέες σολωμικές αναγνώσεις (φοβάμαι ότι στο παιχνίδι των εντυπώσεων έχουν περιπλακεί, προφανώς άθελά τους, και οι συγγραφείς των κειμένων του, έγκυροι σολωμιστές).

Ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω ένθετο επέλεξε και πλάσαρε το αφιέρωμα στον Σολωμό έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας βιβλιοκριτικής συμπεριφοράς την οποία σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ονομάσαμε λογοτεχνική κριτική life-style. Πρόκειται για έναν τρόπο παρουσίασης της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί από την άκρατη εμπορευματοποίηση του λογοτεχνικού βιβλίου και έχει γίνει χαρακτηριστικός των ενθέτων βιβλίου ορισμένων εφημερίδων. Κύριο γνώρισμα του τρόπου αυτού, που είναι προφανές ότι βρίσκεται υπό την σκιά του βιβλιοεκδοτικού marketing, είναι η πριμοδότηση των δυνάμει ή εν ενεργεία «ευπώλητων» βιβλίων, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ένθετα αυτά παρουσιάζουν – σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – σχεδόν αποκλειστικά βιβλία πεζού λόγου (κυρίως μυθιστορήματα), ότι καλλιεργούν περισσότερο τη βιβλιοπαρουσίαση παρά τη βιβλιοκριτική, και ότι από τις σελίδες τους έχουν σχεδόν αποκλειστεί τα ποιητικά βιβλία, που, ως γνωστόν, «δεν πουλάνε». Οι ελάχιστες αναφορές τους σε έργα ποιητικά είναι κυρίως θεωρήσεις φαντασμαγορικές (όπως αυτή του βιβλιοδρομικού αφιερώματος) μεγάλων έργων του παρελθόντος, που αισθάνεται κανείς ότι χρησιμοποιούνται ως κριτικά φύλλα συκής, για να κρατηθούν τα ποιητικά προσχήματα.

Η απαξίωση της ποίησης από τα ένθετα αυτά δηλώνεται και από το γεγονός ότι στους ετήσιους απολογισμούς τους τα ποιητικά βιβλία απουσιάζουν. Ενα παράδειγμα: Στα «100 βιβλία της χρονιάς που αξίζει να διαβάσετε», τα οποία επέλεξε (10.12.2006) το ένθετο βιβλίου μεγάλης εφημερίδας (τα περισσότερα λογοτεχνικά), δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ποίησης. Κι ας εμφανίστηκαν το 2006 ποιητικά βιβλία σημαντικότερα από πολλά μυθιστορήματα που εκθειάζονται σε αυτόν τον απολογισμό. Εννοείται ότι και στις 62 διαφημίσεις λογοτεχνικών βιβλίων, που φιλοξενεί το ένθετο, για βιβλίο ποιητικό δεν υπάρχει ούτε μία.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νάσου Βαγενά

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Έτσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ήταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

To Βήμα της Κυριακής, 13-12-1998

 

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Α»

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Β»

1.

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2.

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ»

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Nεοελληνική Λογοτεχνία : «EΙΣΑΓΩΓΗ «, επιμέλεια: Όλγα Παλαιοχωρίτου, Φιλόλογος


ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

10ος αι.: αρχή διαμόρφωσης της νεοελληνικής γλώσσας και πολιτισμού.

Χαρακτηριστικά – μάρτυρες της μετάβασης: 1) Γλώσσα: 10ος αι.: η ομιλούμενη γλώσσα – φθογγολογικές, τυπικές και συντακτικές αλλαγές. 11ος αι.: πληθαίνουν τα λογοτεχνικά κείμενα σε δημωδέστερη γλώσσα, 2) Εκφραστικοί τρόποι: οι εκφραστικοί τρόποι των πρώτων κειμένων της δημώδους νεοελ. λογοτεχνίας είναι ίδιοι με τους εκφραστικούς τρόπους των κειμένων του 18ου αι. (αδιάπτωτη χρήση – ένδειξη καθαρά νεοελληνική), 3) Στιχουργική: Στην ελληνιστική κοινή χάνεται η προσωδία (εκφώνηση λέξης σύμφωνα με την ποσότητα της συλλαβής) à συνέπειες στη μετρική (ο ρυθμός τώρα δημιουργείται από την εναλλαγή άτονων – τονισμένων συλλαβών και όχι μακρών – βραχέων) à ΙΑΜΒΙΚΟΣ 15ΣΥΛΛΑΒΟΣ ή ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ, 4) Θεματική ανανέωση: Από τη βυζαντινή ποίηση (κοσμική ποίηση: διδακτικά ποιήματα, ηθικοδιδακτικά και θρησκευτική ποίηση: υμνογραφία) à νεοελληνική ποίηση – επιρροές από τη Δύση à ιπποτικά μυθιστορήματα (ιπποτικός ρομαντισμός, υποταγή ηρώων στον έρωτα, μονομαχίες, αγάπη για περιπέτεια σε χώρες μακρινές κλπ.) και επιρροές από την Ανατολή (κόσμος παραμυθιού, μάγισσες, δράκοι, μαγικά δαχτυλίδια). Παράλληλα και ηθικοδιδακτική ποίηση (τελευταίοι αιώνες πριν από την Άλωση), 5) Διαμόρφωση νεοελληνικής συνείδησης: Αρχαιότερο μνημείο λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας – Έπος Βασιλείου Διγενή Ακρίταέκφραση των ιδεωδών και πόθων του ελληνικού γένους.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 10ος αι. – 1453:

i. Πρώτη φάση: 10ος αι. – 1204

ii. Δεύτερη φάση: 1204 – 1453

Β΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1453 – 1669 (κατάληψη Κρήτης από Τούρκους)

Γ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ : χρόνοι αφύπνισης νέου ελληνισμού (1669 – 1830):

i. Πρώτη φάση: 1669 – 1774 (Θρησκευτικός Ουμανισμός)

ii. Δεύτερη φάση: 1774 – 1830 (Ακμή Νεοελληνικού Διαφωτισμού)

Δ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1830 – Σήμερα.

§ ¦ §

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (10ος αι. – 1453)

Ι. 10ος αι. – 1204: δημοτικό τραγούδι και λόγια παραγωγή.

Δημοτικό τραγούδι: Ακριτικά: < ειδικές αμυντικές συνθήκες – ανατολικά σύνορα κράτους (9ος – 11ος αι.) – εναντίον Αράβων à ακριτικά τραγούδια: ηρωικός χαρακτήρας και επική μορφή (ανδρεία ακριτών με υπερφυσικές διαστάσεις).

Λόγια παραγωγή: Έπος Διγενή Ακρίτα: μέσα 11ου αι. / το πρωτότυπο δεν έχει σωθεί. Σώζονται έξι μεταγενέστερες παραλλαγές [Κρυπτοφέρης ή Grottaferrata (μοναστήρι κοντά στη Ρώμη), Τραπεζούντας (μονή Σουμελά), Άνδρου – Αθηνών, Εσκοριάλ (Ισπανία), Οξφόρδης (Αγγλία) και Άνδρου (πεζή παραλλαγή)]. Πρόκειται για την έμμετρη βιογραφία της ζωής του Βασίλειου Διγενή.

ΙΙ. 1204 – 1353: α) Έργα με δυτικές επιδράσεις:  Χρονικόν του Μορέως: παρουσιάζει γλωσσικό και ιστορικό ενδιαφέρον δεν έχει όμως ποιητική αξία. Ο συγγραφέας του ήταν κάποιος εξελληνισμένος Φράγκος, ‚ Ιπποτικά μυθιστορήματα (ακριτικό και ιπποτικό πνεύμα) [Λίβιστρος και Ροδάμνη, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Ιμπέριος και Μαργαρώνα, Φλώριος και Πλαντζιαφλώρα], β) Έργα με επιρροές από τη βυζαντινή παράδοση:  Αυτά που έχουν πρόθεση ηθικοδιδακτική και ‚ Ιστορίες ζώων.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1453 – 1669)

Ελληνισμός κατά την περίοδο αυτή: Α. λατινοκρατούμενος ελληνισμός, Β. ελληνισμός της διασποράς, Γ. τουρκοκρατούμενος ελληνισμός.

Α. λατινοκρατούμενος ελληνισμός: α) Ρόδος (1309: κατάκτηση από ιππότες Αγίου Ιωάννη – 1522: κατάκτηση από Τούρκους): Ερωτοπαίγνια ή Καταλόγια (ερωτικά τραγούδια πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι) [μέσα 15ου αι.], β) Κύπρος (1191 – Φράγκοι, 1489 – Ενετοί, 1571 – Τούρκοι): Φραγκοκρατία à Χρονικά (κυπριακή διάλεκτος): +) Λ. ΜαχαίραςΕξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου , ++) Γ. Βουστρώνιος – συλλογή λυρικών ποιημάτων, γ) Κρήτη (1211 – Ενετοί, 1669 – Τούρκοι):

Πρώιμη περίοδος (15ος 16ος αι.) [επιβίωση βυζαντινής παράδοσης και βυζαντινής Αναγέννησης]: +) Θέμα – έρωτας: Ριμάδα κόρης και νιου, ++) Σάτιρα σύγχρονων ηθών:  Στεφ. Σαχλίκης – εικόνα αστικής ζωής του καιρού του, ‚ Γαδάρου λύκου κι αλουπούς διήγησις χαρίεις < βυζ. Παράδοση με ιστορίες ζώων, +++) Αναφορά στο θάνατο και την παροδικότητα της ζωής:  Ιωάννης Πικατόρος: Ρίμα θρηνητική και πένθιμη εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην, ‚ Μπεργαδής: Απόκοπος.

Περίοδος ακμής (βλ. παρακάτω)

Β. Ελληνισμός της διασποράς: Ν. Σοφιανός: +) μετάφραση ψευδοπλουτάρχειου έργου Περί παίδων αγωγής και ++) Γραμματική τέχνη (γραμματική δημοτικής γλώσσας) [1544].

Γ. Τουρκοκρατούμενος ελληνισμός (β΄ μισό 16ου αι.): Αποφασιστικός ο ρόλος της Εκκλησίας à αντικατέστησε την ανύπαρκτη πολιτική εξουσία, ενίσχυσε τη θρησκευτική πίστη και το εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων και ίδρυσε σχολεία (ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ).

Εκπρόσωποι: Μελέτιος Πηγάς (κληρικός και λόγιος): λόγοι σε δημοτική γλώσσα (αρχή καλλιέργειας εκκλησιαστικής ρητορικής), Θεόφιλος Κορυδαλεύς: δάσκαλος της Πατριαρχικής Σχολής και συγγραφέας υπομνημάτων του Αριστοτέλη, Ευγένιος Γιαννούλης Αιτωλός: δίδαξε σε μικρές πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας.

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1669 – 1830)

Ευρωπαϊκός διαφωτισμός: ευρωπαϊκή ιδεολογική κίνηση à πολιτική και πνευματική απελευθέρωση ανθρώπου. Αισιόδοξο κίνημα:  μεγάλη σημασία στα θέματα αγωγής, ‚ προάγει ξένες γλώσσες, ƒ καλλιεργεί κριτική έρευνα και γνώση του φυσικού κόσμου με τη χρήση του ορθού λόγου εναντίον κάθε έννοιας αυθεντίας, „ κηρύττει την ανεξιθρησκία και … αξιοπρέπεια ανθρώπου. Στάση απέναντι στην αρχαιότητα και αρνητική (βασίζεται στα επιτεύγματα των νεότερων και καταδικάζει κάθε παρελθόν) και θετική (ο αρχαίος (κλασικός) κόσμος – πρότυπο ελεύθερης σκέψης ≠ μεσαίωνα à ανάπτυξη αρχαιολογίας, κλασικών σπουδών, εμφάνιση νεοκλασικισμού στην τέχνη και τη λογοτεχνία).

Νεοελληνικός διαφωτισμός (3 ΠΕΡΙΟΔΟΙ): α) Προδρομική: Βολταίρος – σύμβολο ελευθεροφροσύνης à Θωμάς Μανδαράσης, Ιώσηπος ΜοισιόδακαςΑπολογία, Ευγένιος Βούλγαρης, β) Γαλλική Εγκυκλοπαίδεια (Ντιντερό) à Καταρζής, Ρήγας, Φιλιππίδης και ΚωνσταντάςΝεωτερική Γεωγραφία, γ) Κίνηση ιδεολόγων (ομάδα Γάλλων διανοούμενων – ελευθερόφρονες, ενάντια στη χρήση βίας) à Αδ. Κοραής – άνοδος ελληνικής παιδείας.

+) Διαμόρφωση μεσαίας αστικής τάξης – Έλληνες έμποροι – πάθος για την παιδεία και την απελευθέρωση του έθνους, ++) Εκκλησία και Φαναριώτες ρέπουν προς τη συντήρηση, +++) διάδοση ρεύματος νεοκλασικισμού – μίμηση κλασικής αρχαιότητας στην τέχνη και τη λογοτεχνία à αναβίωση Ανακρεοντισμού και του ευρύτερου λογοτεχνικού ρεύματος του Αρκαδισμού (σχολή λογοτεχνική – όνομα < ποιμενική περιοχή της Ελλάδας. Ιδανικό – επιστροφή στη φυσικότητα και την απλότητα· αρχικά στην Ιταλία και μετά στην Ευρώπη – εποχή διαφωτισμού). Το 1559 εκδόθηκαν 60 ποιήματα που αποδόθηκαν στον Ανακρέοντα (6ος αι. π.Χ.). στην πραγματικότητα γράφτηκαν κατά μίμηση των ποιημάτων του στη βυζαντινή περίοδο. Εξυμνούν τις χαρές και τα θέλγητρα του έρωτα, των συμποσίων, της Άνοιξης, της Αφροδίτης και του Βάκχου à αντίστοιχη παραγωγή στην Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. Στην Ελλάδα – Χριστόπουλος, Βηλαράς.

1. Η ΠΟΙΗΣΗ (κάμψη): – Άνθη Ευλαβείας (έκδοση του Φλαγγινιανού Φροντιστηίου της Βενετίας – στιχουργικά γυμνάσματα για την Κοίμηση της Θεοτόκου), – Καισάριος Δαπόντες (έμμετρα πεζολογήματα με ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο), – Φαναριώτικη ποίηση (ερωτική στοχοπλοκία): Χριστόπουλος, Βηλαράς (λαϊκή γλώσσα, πρόδρομοι Σολωμού), Ρήγας Βελεστινλής (λαϊκή γλώσσα, ποίηση στην υπηρεσία της απελευθέρωσης του Γένους).

2. Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: α) Εκκλησιαστική Ρητορική: Φραγκίσκος Σκούφος Τέχνη Ρητορική (απλή γλώσσα), Ηλίας ΜηνιάτηςΔιδαχές (απλή γλώσσα), Ευγένιος Βούλγαρης (αρχαΐζουσα), Νικηφόρος Θεοτόκης. Κοσμάς ο Αιτωλός, Νεόφυτος Ροδινός, β) Επιστολογραφία (ανάμεσα σε εμπ΄ρους και λόγιους, έκφραση στοχασμών για διδαχή – Κοραής), γ) Αφηγηματική πεζογραφία: +) Ανώνυμος 1789, ++) Το σχολείον των ντελικάτων εραστών (μεταφράσεις Ρήγα από γαλλικά), +++) Έρωτος Αποτελέσματα.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1830 – σήμερα)

Ι. ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ (εμφανίζεται λίγο νωρίτερα από τη χρονολογία του τίτλου).

ΙΙ. ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (1830 – 1880)

ΙΙΙ. Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880 – 1922)

ΙV. Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1922 – σήμερα):

Α) 1922 – 1945:  Πρώτη δεκαετία μεσοπολέμου (1922 – 1930), ‚ Γενιά του 1930.

Β) 1945 – σήμερα: Μεταπολεμική λογοτεχνία.

§ ¦ §

Ι. ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

Μακροχρόνια επαφή με τη Δύση: 1204 (Ενετοκρατία), 1497 (Τουρκοκρτία – κυρίως στη Λευκάδα ≠ επιρροή), 1797 [συνθήκη Καμποφόρμιο: ο γαλλικός στόλος κατέλυσε το φεουδαρχικό καθεστώς και πρόσφερε την απελευθέρωση από την «τυραννία των ευγενών»· οι κάτοικοι καίνε το Λίμπρο ντ’ όρο (Χρυσή βίβλος: περιείχε τα ονόματα των ευγενών). 1798 (Ρώσοι), 1800 (ίδρυση πρώτου ελληνικού ανώτατου ιδρύματος με την επικυριαρχία της Υψυλής Πύλης), 1815 (συνθήκη Βιέννης – Αγγλική κυριαρχία), 1864 (ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό)].

Επιρροές στην τεχνοτροπία της επτανησιακής σχολής: α) ιταλική επιρροή και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, β) Κρητική επιρροή (μετά το 1669 πολλοί Κρητικοί à Επτάνησα), γ) δημοτικό τραγούδι, δ) Βηλαράς και Χριστόπουλος.

ΘΕΜΑΤΑ:  θρησκεία, ‚ πατρίδα, ƒ γυναίκα, „ φύση.

Προσωλομικοί: Α. Μαρτελάος (αντίστοιχο του Ρήγα στα Επτάνησα), Ν. Κουτούζης (ιδεολογικός αντίπαλος προηγούμενου), Θωμάς Δανελάκης, Ανδρέας Σιγούρος, Νικ. Κούρτσολας.

ΣΟΛΩΜΟΣ (< αγώνας εθνεγερσίας): επιδίωξή του η τελειότητα με την απόλυτη ταύτιση τω ποιητικών του συλλήψεων με την εκφραστική τους απόδοση.

Σολωμικοί & Μετασολωμικοί (επιρροές από Σολωμό): Γ. Τερτσέτης, Α. Μάτεσης, Ι. Τυπάλδος, Ι. Πολυλάς, Γ. Μαρκοράς, Σπυρ. Μελισσηνός, Αντώνιος Μανούσος, / μετασολωμικοί: Γεωρ. Καλοσγούρος, Λ. Μαβίλης.

* Μικέλης Άβλιχος: από αυτούς που απομακρύνονται από την επτανησιακή παράδοση και συγχωνεύονται με το κέντρο της ελληνικής πνευματικής ζωής στην Αθήνα.

Εξωσολωμικοί: Α. Κάλβος, Αρ. Βαλαωρίτης, Α. Λασκαράτος.

ΔΟΚΙΜΙΟ (σχετικά με τη σημασία της δημοτικής γλώσσας): Έγραψαν σχεδόν όλοι οι Επτανήσιοι: Ι. ΠολυλάςΠρολεγόμενα στην έκδοση των «ευρισκομένων» του Σολωμού.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στη δημοτική – έργα αρχαιοελληνικά, λατινικά, γερμανικά, αγγλικά, ιταλικά, ακόμη και σανσκριτικά.

ΘΕΑΤΡΟ: 1η ΦΑΣΗ: < κρητική παράδοση ακόμη και στη γλώσσα. Παράλληλα Ομιλίες (υπαίθριες ιταλικές παραστάσεις σε πανηγύρια – διασκευές γνωστών τραγωδιών ή μυθιστορημάτων).

2η ΦΑΣΗ: Δημήτριος Γουζέλης – ο Χάσης (διακωμώδηση τύπου λεονταρή – ψευδοπαλικαρά), Αντ. Μάτεσης – ο Βασιλικός (κοινωνικό δράμα – απόδοση επτανησιακής κοινωνίας).

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτζάν (αυτοβιογραφικό αφήγημα για την κοινωνία της εποχής και για τη θέση της γυναίκας σ’ αυτή).

§ ¦ §

ΙΙ. ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

(1830 – 1880)

ΑΘΗΝΑ – έντονη λογοτεχνική κίνηση < Έλληνες λόγιοι από την Πόλη, οι Φαναριώτες στην Αθήνα.

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ:  Στροφή στην αδέσμευτη φαντασία και το συναίσθημα, ‚ επιστροφή στη φύση και στο παρελθόν, ƒ αντίθεση με τον κλασικισμό – αυστηροί μορφολογικοί κανόνες και ισορροπία λόγου και συναισθήματος ≠ ρομαντισμός: ελευθερία στη μορφή, „ χαλαρή έκφραση που φτάνει ως την προχειρολογία, … πομπώδες ύφος, † στροφή στο ένδοξο παρελθόν (αρχαίο και πρόσφατο), ‡ μελαγχολική διάθεση à απαισιοδοξία και εμμονή θανάτου, ˆ καθαρεύουσα.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ:

Ποίηση: Π. Σούτσος – Ο Οδοιπόρος, Αλ. Σούτσος – Τουρκομάχος Ελλάς, Περπλανώμενος, Αλ. Ρίζος Ραγκαβής – Δήμος και Ελένη (δημοτική γλώσσα), Διονύσου Πλους (στροφή προς την αρχαΐζουσα και το νεοκλασικισμό), Γεωρ. Ζαλόκωστας, Θεοδ. Ορφανίδης, Ιω. Καρασούτσας, Δημ. Βαλαβάνης (οι δυο τελευταίοι αξιολογότεροι), Δ. Παπαρηγόπουλος, Σπ. Βασιλειάδης (οι δυο τελευταίοι κυριαρχία θανάτου), Αχ. Παράσχος.

Πεζογραφία: Δεν ακολουθεί αυστηρά το πνεύμα του ρομαντισμού με εξαίρεση τα ιστορικά μυθιστορήματα: Ο Αυθέντης του Μορέως Αλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ηρωίδα της Ελληνικής επαναστάσεως Στεφ. Ξένου, Κατσαντώνης και Τελευταία μέρα του Αλή Πασά Κων. Ράμφου.

Επίσης: Εμ. Ροΐ δης Πάπισσα Ιωάννα, Παύλος Καλλιγάς Θάνος Βλέκας (όμως όλα σε αρχαΐζουσα).

ΘΕΑΤΡΟ (μακριά από το ρομαντισμό): Δημ. Βυζάντιος Βαβυλωνία, μεταγενέστερα (σε καθαρεύουσα): Δημ. Βερναρδάκης Μαρία Δοξαπατρή, Κυψελίδες, η Μερόπη και η Φαύστα.

§ ¦ §

ΙΙΙ. Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880 – 1922)

Ποίηση: 1870 – 1880 (όροι αναγέννησης της πνευματικής ζωής – ευνοϊκοί):

Εκπροσωποι – φορείς των σημαδιών της αλλαγής: Γ. Βιζυηνός, Αριστομένης Προβελέγγιος, Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος (Jean Moreas) (με τη συλλογή του Τρυγόνες και Έχιδναι αποχαιρετά κάτι που έσβηνε). Έκδοση φιλολογικού περιοδικού Ραμπαγάς από τους δημοσιογράφους Κλεάνθης Τριντάφυλλος και Βλάσης Γαβριηλίδης. Σ’ αυτό εμφανίζονται οι Γ. Δροσίνης, Κ. Παλαμάς, Γ. Σουρής, Ιω. Πολέμης· όλοι τους εναντιώνονται στο ρομαντισμό και την καθαρεύουσα.

ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΣ:  έμπνευση από την κλασική παράδοση, ‚ έμβλημά του η απάθεια, ƒ ιδανικό: η άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων (ηχηρός και ρωμαλέος στίχος, πλαστική επεξεργασία, πλούσια ομοιοκαταληξία, ανεύρεση και χρήση της μοναδικής λέξης), „ εκρηκτικές εικόνες και φράσεις. ΑΛΛΑ: Λείπει η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα.

Επίσημη παρουσία πρώτων παρνασσιστών: Νίκος Καμπάς (συλλογή: Στίχοι), Γεωρ. Δροσίνης (συλλογή: Ιστοί Αράχνης), Κ. Παλαμάς, Α. Σικελιανός, Κ. Βάρναλης, Ιω. Γρυπάρης.

Κ. Π. Καβάφης: Ανεπηρέαστος τόσο από τον Παλαμά όσο και από τα καθιερωμένα σχήματα στη θεματολογία και στα εκφραστικά μέσα.

Α. Σικελιανός: πληθωρικό ταλέντο, βαθιά λατρεία για την ελληνική παράδοση και φύση, γνήσιος λυρισμός.

Ν. Καζαντζάκης: στροφή ενδιαφέροντός του στην πεζογραφία.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ: Κ. Χατζόπουλος (ο πιο γνήσιος εκπρόσωπος – εκδότης του βραχύβιου περιοδικού ΤΕΧΝΗ), Γ. Καμπύσης, Λ. Πορφύρας, Απ. Μελαχροινός, Πιο ανεξάρτητοι: Μιλ. Μαλακάσης, Ζ. Παπαντωνίου.

Πεζογραφία: Ηθογραφία: στροφή στην ύπαιθρο, απεικόνιση ηθών και εθίμων του ελληνικού λαού à δημιουργία εθνικής πεζογραφίας, απαλλαγή από ξένα πρότυπα (< ανάπτυξη λαογραφίας) à στροφή στο ρεαλισμό και νατουραλισμό (< Νανά του Εμίλ Ζολά) σε μια προσπάθεια για πιστή απεικόνιση της υπαίθρου (βλ. ο Ζητιάνος του Α. Καρκαβίτσα και η Φόνισσα του Αλ. Παπαδιαμάντη). ΑΛΛΑ: η άντληση υποθέσεων από ιδιαίτερες πατρίδες πεζογράφων à τοπικό χαρακτήρα στο έργο τους, εθιμογραφία και λαογραφισμός.

ΑΝΑΝΕΩΣΗ: Κων. Θεοτόκης, Κων. Χατζόπουλος, Δημ. Βικέλας (άνοιξε το δρόμο για το ηθογραφικό μυθιστόρημα με το Λουκή Λάρα – θεωρείται πρόδρομος της γενιάς του ’80), αλλά πραγματική ώθηση:  η έκδοση από το Βιζυηνό του Αμαρτήματος της μητρός μου και ‚ έκδοση του περιοδικού ΕΣΤΙΑ – πρώτος διαγωνισμός για τη συγγραφή ελληνικού διηγήματος (πήραν μέρος οι Καρκαβίτσας, Δροσίνης, Κονδυλάκης, Μητσάκης, Ξενόπουλος κ.ά.).

Αρχές αιώνα (πολιτικός ηγέτης ο Ελ. Βενιζέλος): Κων. Θεοτόκης, Κων. Ξενόπουλος (και οι δυο – διάχυτος κοινωνικός προβληματισμός), Δημ. Βουτυράς (ίδιοι προβληματισμοί), Κ. Παρορίτης, Πέτρος Πικρός, Περικλής Γιαννόπουλος, Ίων Δραγούμης, Π. Δέλτα, Πλάτων Ροδοκανάκης, Ν. Καζαντζάκης (αν και το αφηγηματικό του έργο μετά το 1945).

ΘΕΑΤΡΟ (επιρροή από Ίψεν και Ντ’ Ανούτσιο): Δημ. Κορομηλάς – Η τύχη της Μαρούλας, Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας, Γρ. Ξενόπουλος – Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας κ.ά, Σπ. Περεσιάδης – Γκόλφω, Παντελής Χορν Το φυντανάκι, Σπύρος Μελάς – Το κόκκινο πουκάμισο, Κ. Παλαμάς – Τρισεύγενη, Δημήτρης Μπόγρης – Τ’ αρραβωνιάσματα, Κ. Χρηστομάνος – Τρία φιλιά (ο Χρηστομάνος ίδρυσε τη Νέα Σκηνή που μαζί με το Βασιλικό Θέατρο προώθησαν τη θεατρική τέχνη).

Κριτική [στήλες περιοδικών Εικονογραφημένη Εστία, Τέχνη, Παναθήναια, Νουμάς, Νέα Ζωή (Αλεξάνδρεια) κ.ά.].

Εκπρόσωποι: Ηλ. Βουτιερίδης, Άριστος Καμπάνης, Γιάννης Αποστολάκης, Φώτος Πολίτης, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης.

ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ: Υιοθέτηση δημοτικής γλώσσας και από την ποίηση και από την πεζογραφία της γενιάς του ’80. Ώθηση: Ψυχάρης – Το ταξίδι μου. Περιοδικά: Τέχνη, Διόνυσος, Νουμάς (μαχητικό όργανο των δημοτικιστών). Η δημοτική χρησιμοποιείται και σε δοκίμια για την αναγέννηση της νεοελληνικής παιδείας (Φ. Φωτιάδης, Στ. Ράμας, Αλ. Δελμούζος) καθώς και σε έργα με κοινωνικό περιεχόμενο ( Γ. Σκληρός, Ελισαίος Γιανίδης, Ίων Δραγούμης, Μ. Τριανταφυλλίδης, Δ. Γληνός).

§ ¦ §

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Το μυθιστόρημα

Ιστορία με τις περιπέτειες ενός ατόμου, ενός βασικού ήρωα με τη δική ερμηνεία για τον κόσμο μέσα στην κοινωνία. Προϋπόθεση μυθιστορήματος: ένας μύθος με ορισμένη πλοκή και με άλλα πρόσωπα, εκτός του βασικού, που με τις συγκρούσεις τους και τις διαφορές τους φωτίζουν καθαρότερα τις πλευρές του κεντρικού ήρωα και τον ολοκληρώνουν ως πρόσωπο λογοτεχνικό.

Μυθιστόρημα και διήγημα: Από άποψη έκτασης της αφηγηματικής ύλης, πλοκής, πλάτους συνδέσεως, ποικιλίας προσώπου και καταστάσεων à ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ > ΔΙΗΓΗΜΑ.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ *

[αναγνώριση του προσώπου που μιλάει κάθε φορά, προσδιορισμός της ταυτότητας του αφηγητή]

Αριστοτελικοί όροι

α) Διήγηση ή Απαγγελία: αφηγητής – μια απρόσωπη φωνή που έχει αφομοιώσει όλες τις φωνές της αφηγηματικής του ύλης, ≠ αυτολεξεί αναφορά στο λόγο των άλλων προσώπων (≠ ευθύς λόγος) αλλά χρήση γ΄ προσώπου (πλάγιος λόγος). Αφηγητής – οπτική γωνία ενός παντογνώστη αφηγητή που βλέπει τα πάντα· η παράσταση ιστορίας – ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ.

Κριτική: Δεν είναι δυνατόν ένας μυθιστοριογράφος να ξέρει τόσο βαθιά την ανθρώπινη ψυχή, τα κίνητρα πράξεων, τα κοινωνικά ήθη και τους θεσμούς, αφού κι αυτός είναι ένας άνθρωπος με προσωπικά πάθη και γνώμη υποκειμενική. Γι’ αυτό φορτώνει τα κείμενά του με σχόλια και εξηγήσεις, αναλύει εξαντλητικά τα ελατήρια των πράξεων των ηρώων (οι καταχρήσεις αυτές ≠ σύγχρονη λογοτεχνία).

β) Μίμηση; Ο αφηγητής προσποιείται τη φωνή ενός άλλου ή άλλων πλαστών προσώπων συνηθέστερα σε α΄ πρόσωπο (είναι δυνατόν ωστόσο η αφήγηση να γίνεται σε γ΄ πρόσωπο από την οπτική γωνία ενός ήρωα).

Κριτική: πλεονέκτημα: η χρήση α΄ προσώπου à αμεσότητα – δύναμη προσωπικής μαρτυρίας – μειονέκτημα: μεταδίδει την περιορισμένη εμπειρία ενός προσώπου που δεν μπορεί να τα ξέρει όλα.

Άλλοι όροι

γ) Μεικτός τρόπος: αφηγητής (είτε απρόσωπος είτε πλαστός) παρεμβολή προσώπων που διαλέγονται σε ευθύ λόγο (δηλ. συνδυασμός αφήγησης – διαλόγου) [Αυτός ο τρόπος συναντάται περισσότερο στα διηγήματα και μυθιστορήματα].

δ) Διάλογος: Παντελής απουσία αφηγητή (θεατρική τεχνική που κάπου κάπου τη βρίσκουμε και στο σύγχρονο διήγημα: βλ. λ.χ. τη Μνήμη του Στρατή Τσίρκα).

Ανακεφαλαίωση:  απρόσωπος αφηγητής με δική του φωνή à ΔΙΗΓΗΣΗ

‚ ένα πλαστό πρόσωπο (α΄ ή γ΄ ενικό)

ƒ εναλλαγή αφήγησης με διάλογο à ΜΙΜΗΣΗ

„ υπάρχει μόνο διάλογος

§ ¦ §

Ρεαλισμός και Νατουραλισμός

Ρεαλισμός: Ο καλλιτέχνης οφείλει να αποδώσει, στο έργο του, πιστά την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας – αντικειμενική στάση απέναντι στα γεγονότα ≠ συναισθήματά του στη διήγηση, ≠ κρίσεις και προσωπικές ερμηνείες à ο αναγνώστης αίσθηση ότι συμμετέχει κι ο ίδιος (βλ. παρόμοια αίσθηση, όταν διαβάζουμε Όμηρο). Ωστόσο η πραγματικότητα δεν είναι δυνατό να απεικονιστεί απόλυτα πιστά· ανάμεσα στα πραγματικά γεγονότα και το λογοτεχνικό έργο βρίσκεται ο συγγραφέας – μυθιστοριογράφος (μετασχηματισμός πραγματικότητας μέσω της δημιουργικότητάς του, του βαθμού συγκίνησης του ψυχισμού του και της προσωπικότητάς του). Άρα ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος ≠ φωτογραφική αναπαράσταση της ζωής αλλά κάποια άποψή της με πληρότητα, ζωντάνια πειστικότητα. Εξάλλου και ο βασικός ήρωας έχει επινοηθεί από τη φαντασία. Επομένως δεν επιδιώκει να διηγηθεί γεγονότα πραγματικά (αυτό είναι έργο της ιστορίας) αλλά όσα θα μπορούσαν να συμβούν κατά το εικός και το αναγκαίον, να μπορεί να μας πείσει ότι έτσι έπρεπε να συμβούν, όπως συμβαίνουν κατά κανόνα στην πραγματικότητα. Βασικό κριτήριο για την αξία ενός ρεαλιστικού μυθιστορήματος είναι αν κατορθώνει ο μυθιστοριογράφος να δώσει στο πλαστό πρόσωπο ή σε μια φανταστική κατάσταση μια εντύπωση αλήθειας.

Εισηγητής: Φλωμπέρ (Γαλλία β΄ μισό 19ου αι.).

Βασικά χαρακτηριστικά:  τάση προς αντικειμενικότητα, ‚ αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους, ƒ παρουσιάζει κοινές εμπειρίες και θέματα (≠ ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες αλλά καθημερινά επεισόδια), „ κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία και στις συμβατικές αξίες· οι ήρωές του θύματα της κοινωνίας.

Νατουραλισμός: Ομοιότητες με ρεαλισμό:  μιμητική απεικόνιση της πραγματικότητας, ‚ επιλογή κοινών θεμάτων από την καθημερινή ζωή. Βασικές θέσεις:  Οι άνθρωποι – δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων (φυσικές και κοινωνικές à περιορισμός της ελευθερίας τους) και εξωτερικών παρορμήσεων (γενετήσιο ένστικτο, πείνα, σκληρότητα και μοχθηρία à αφαίρεση ιδιότητας λογικού και ηθικού όντος à κατώτερο ζώο), ‚ συμπεριφορά ανθρώπων < αποτέλεσμα διαθέσεων στιγμής και κληρονομικών παρορμήσεων, ƒ επιλογή προκλητικότερων θεμάτων, „ εξονυχιστική περιγραφή, φωτογραφική λεπτομέρεια.

Εισηγητής: Εμίλ Ζολά.

§ ¦ §

ΙV. Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1922 – ΣΉΜΕΡΑ)

Α. 1922 -1945

 Η πρώτη δεκαετία (1922 -1930)

Ποίηση: ψυχικός κάματος, δυσκολία προσαρμογής στην πραγματικότητα ζωής, αίσθημα ανικανοποίητου και παρακμής.

Εκπρόσωποι: Ρ. Φιλύρας, Κ. Ουράνης, Ν. Λαπαθιώτης, Κ. Καρυωτάκης (αντιηρωική στάση, διαμαρτυρία à σαρκασμός).

«ΚΑΡΥΩΤΑΚΙΚΟΙ»: Μ. Πολυδούρη, Μ. Παπανικολάου, Τ. Άγρας, Γ. Σκαρίμπας.

Γ. Παπατσώνης: βαθιά θρησκευτική πίστη και γενικότερα πίστη στις υψηλές αξίες της ζωής.

‚ Η γενιά του ’30

Διάλυση παλιάς τάξης πραγμάτων à ποίηση βρίσκει νέους εκφραστικούς τρόπους [Ευρωπαϊκή ποίηση: φουτουρισμός (< λατ. futurus= Μέλλοντας) (έκφραση με μοντέρνα μέσα της σύγχρονης ζωής), ντανταϊσμός (αυθόρμητη έκφραση ασυνείδητου) και υπερρεαλισμός. Ελληνική ποίηση: γενιά ’30 – αρχές συμβολισμού και υπερρεαλισμού:  ελεύθερος στίχος, ‚ χρήση λεξιλογίου καθημερινής ομιλίας, ƒ κατάργηση λογικής αλληλουχίας του ποιήματος, „ απουσία μέτρου, … απουσία ομοιοκαταληξίας κλπ.].

Συμβολισμός (τέλη 19ου αι. – Γαλλία, ως αντίδραση στη ρομαντική ποίηση και τη νατουραλιστική πεζογραφία):  περιορισμός στο ελάχιστο του εννοιολογικού περιεχομένου του ποιήματος, ‚ μουσικότητα και υποβλητικότητα: η ακουστική ποιότητα λέξεων και η κατάλληλη τοποθέτησή τους υποβάλλουν τις ψυχικές διαθέσεις, ƒ συσχέτιση αντικειμένων (συμβόλων) και ψυχικών καταστάσεων (συμβολιζόμενων).

Ακρότατα όρια συμβολισμούκαθαρή ποίηση – Βαλερί και Μαλαρμέ (Γαλλία) [ποίηση με εσωτερική μουσικότητα, απαλλαγμένη, καθαρή από μη γλωσσικά στοιχεία (εννοιολογικό, θεματογραφικό κλπ.) à ποίηση σε αποτελμάτωση.

Υπερρεαλισμός (υπέρβαση της πραγματικότητας με την καταγραφή των υποσυνείδητων ενεργειών της ψυχής χωρίς την παρέμβαση της λογικής).

Ιδρυτής: Α. Μπρετόν – Γαλλία – μανιφέστο 1924:  διακήρυξε την παντοδυναμία ονείρου, ενστίκτου και επανάστασης, ‚ στράφηκε σε κάθε μορφή λογικής, ηθικής ή κοινωνικής τάξης, ƒ χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, „ ο μηχανισμός της τύχης προσδιορίζει τη μορφή του έργου του ποιητή, χωρίς προκαθορισμένο στόχο, κατ’ επίδραση του υποσυνείδητου, … η δύναμη των λέξεων προέρχεται από το βαθμό που ξεφεύγουν από το επιβεβλημένο τους νόημα, συνδυάζονται μεταξύ τους, χωρίς να υπακούουν σε ορθολογικούς νόμους.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ και ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ άσκησαν μεγάλη επιρροή στη νεότερη ποίηση.

ΘΕΑΤΡΟ: Α. Τερζάκης, Γ. Θεοτοκάς, Π. Πρεβελάκης (θέματα από την ιστορία), λίγο αργότερα: Β. Ρώτας, Δ. Ψαθάς.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης ποίησης

Εξωτερικά – μορφικά χαρακτηριστικά: Η νεότερη ποίηση εγκαταλείπει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της νεότερης ποίησης (λ.χ. ομοιόμορφες ως προς τον αριθμό στίχων στροφές, ομοιοκαταληξία, μέτρο κλπ.).

Εσωτερικά χαρακτηριστικά:  ≠ λογική αλληλουχία, είναι σα να παρακολουθούμε ένα ποίημα την ώρα της δημιουργίας του, ‚ ασχημάτιστες εικόνες, όπως ανεβαίνουν από το υποσυνείδητο την ώρα της δημιουργίας του, ƒ το ποίημα λειτουργεί με το μηχανισμό των συνειρμών.

* Όποιος διαβάζει νεότερη ποίηση πρέπει να επιστρατεύει περισσότερο τη δημιουργική του φαντασία και λιγότερο τη λογική. Έτσι θα συλλάβει όχι όσα λέγονται αλλά όσα προκαλείται ο αναγνώστης να υπονοήσει και να αισθανθεί.

Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ (1922 – 1945)

Ανάπτυξη και καλλιέργεια του μυθιστορήματος: Γ. ΘεοτοκάςΕλεύθερο Πνεύμα μανιφέστο γενιάς ’30 – διακήρυξε τη ρήξη με την παράδοση και την ανανέωση.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Μ. Καραγάτσης, Θ. Πετσάλης, Α. Τερζάκης, Γ. Μπεράτης, Πέτρος Χάρης, Μέλπω Αξιώτη, Γ. Σκαρίμπας.

ΔΥΟ ΤΑΣΕΙΣ (ως προς τη μορφή):  ρεαλιστική: συνέχεια και ανανέωση παράδοση (πεζογράφοι Αθήνας), ‚ μοντερνιστική ή νεοτερική (πεζογράφοι Θεσσαλονίκης) – περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ.

Εκπρόσωποι: Στ. Ξεφλούδας, Γεωρ. Δέλιος, Αλκ. Γιαννόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πετζίκης. Εισάγουν νέα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως τον εσωτερικό μονόλογο, τη ροή συνείδησης κλπ.

ΔΟΚΙΜΙΟ: Μια δοκιμή, μια προσπάθεια να διερευνηθεί ένα θέμα – πρόβλημα (φιλολογικό, φιλοσοφικό, επιστημονικό, λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, πολιτικό, κοινωνιολογικό) με σαφήνεια, συντομία και καλλιέπεια. Ένα κράμα στοχασμού και καλλιτεχνικής έκφρασης. Προϋποθέτει ποικίλες ικανότητες (βαθιά γνώση του θέματος, δύναμη στοχασμού, ικανότητα για απλούστευση, λογοτεχνικά χαρίσματα). Προσφέρει στον αναγνώστη γνώσεις και προβληματισμούς με λογοτεχνικό τρόπο, οξύνει την ικανότητα στην κατανόηση των διαφόρων προβλημάτων, προκαλεί νέα ερωτήματα και απορίες και μας παρακινεί να εκφράσουμε κι εμείς τις δικές μας σκέψεις με σαφήνεια, πληρότητα και χάρη. Διαφέρει από την πραγματεία και τη μελέτη – διατριβή. Το δοκίμιο εκφράζει προσωπικές απόψεις ου συγγραφέα ενώ τα άλλα δυο είδη αναπτύσσουν ένα θέμα με βάση επιστημονικές γνώσεις που έχουν συσσωρευτεί από την έρευνα. Είναι δηλαδή εργασίες πιο αντικειμενικές.

Εκπρόσωποι: Γ. Θεοτοκάς, Δ. Γληνός, Β. Τατάκης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Γ. Σεφέρης, Ε. Παπανούτσος κ.ά..

ΘΕΑΤΡΟ (για εκπροσώπους και έργα βλ. προηγούμενα σχόλια): Θέατρο (δράμα, κωμωδία κ.ά.) – είδη: λυρικό θέατρο – όπερα, μουσικό θέατρο – επιθεώρηση, μπαλέτο, παντομίμα, θέατρο σκιών, κουκλοθέατρο κ.ά.. Θέατρο είναι η παράσταση από ένα θίασο ενός θεατρικού έργου που έγραψε ένας θεατρικός συγγραφέας. Χωρίζεται σε πράξεις και οι πράξεις σε σκηνές. Οφείλει να έχει ενότητα, σκηνική οικονομία, εξέλιξη, θεαματικότητα, να διαγράφει ζωντανούς χαρακτήρες και αληθινές καταστάσεις, να μεταδίδει μηνύματα άμεσα και παραστατικά. Το θέατρο είναι τέχνη συνθετική (λογοτεχνία, ζωγραφική, μουσική, χορός, ενδυματολογία). Όλους του τους συντελεστές (σκηνογράφοι, μουσικοί, χορογράφοι, ενδυματολόγοι, υπεύθυνοι για φωτισμό και φυσικά ηθοποιοί) συντονίζει ο σκηνοθέτης. Ακόμη ο σκηνοθέτης καθορίζει την ερμηνευτική άποψη με την οποία πρέπει να ερμηνευτεί ο κάθε ρόλος από τους ηθοποιούς.

Β. ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1945 – σήμερα)

Ποίηση: Κριτήρια χωρισμού της μεταπολεμικής λογοτεχνίας σε δυο γενιές είναι:  η χρονολογία γέννησης των ποιητών και ‚ η χρονολογία εμφάνισής τους στα γράμματα.

1η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1918 – 1928. πρώτη ποιητική συλλογή μετά το 1940. Δημιούργησε δική της ποιητική φυσιογνωμία. Θεματολογία < εμπειρίες δεκαετίας ’40 – ’50. Τεχνοτροπικά επηρεάστηκε από τη γενιά του ’30, αν και οι ποιητές του ’30 έμειναν ανεπηρέαστοι από τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής τους (υποανάπτυξη, δικτατορία Μεταξά, το άλυτο προσφυγικό πρόβλημα). Πίστη σε ορισμένες ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες· κυριαρχεί το όραμα για έναν πολιτικά και κοινωνικά δικαιότερο κόσμο.

ΤΑΣΕΙΣ (ανάλογα με το θεματικό υλικό):

α) Αντιστασιακή ή κοινωνική ποίηση: Εκφράζει τα σήματα των ελπίδων και των διαψεύσεών της στην ποίηση. Αρχικά οι ποιητές αυτής της τάσης – γεμάτοι αγωνιστική διάθεση , εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους και τα οράματά τους για έναν καλύτερο κόσμο (αγωνιστική – αντιστασιακή φάση της ποίησης). Οι ανωμαλίες όμως της μετακατοχικής περιόδου (εμφύλιος και ήττα της αριστερής παράταξης) à ενδοσκόπηση και διερεύνηση αιτίων (κοινωνική φάση ποίησης)

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Μ. Αναγνωστάκης, Γ. Δάλλας, Δ. Δούκαρης, Τ. Καρβέλης, Μ. Κατσαρός, Κ. Κύρου, Θ. Κωσταβάρας, Τ. Λειβαδίτης, Τ. Πατρίκιος, Γ. Παυλόπουλος, Γ. Σαράντης, Δ. Χριστοδούλου.

β) Νεοϋπερρεαλιστική ποίηση: Οι ποιητές αυτής της τάσης ≠ ιδεολογική τοποθέτηση στις πολιτικές διαμάχες της εποχής αλλά επηρεάζονται από το δράμα που εκτυλίσσεται γύρω τους. Χρησιμοποιούν την τεχνική του υπερρεαλισμού, για να περιγράψουν τη γύρω τους εφιαλτική πραγματικότητα, αντίθετα από τους μεσοπολεμικούς υπερρεαλιστές, που χρησιμοποιούν την ίδια τεχνική, για να εντυπωσιάσουν και να προκαλέσουν έκπληξη. Άλλη μια αντίθεση ανάμεσα σε νεοϋπερρεαλιστές και υπερρεαλιστές του πολέμου είναι ότι οι πρώτοι σιγά σιγά αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής ενώ οι δεύτεροι τηρούν μια πιο αισιόδοξη στάση.

Διαφορές νεοϋπερρεαλιστών με αντιστασιακή και υπαρξιακή τάση: Αντιστασιακή – ιδεολογικές σκοπιμότητες / υπαρξιακή – χάνει την επαφή με τα πράγματα à ιδεαλιστική διάχυση / νεοϋπερρεαλιστές – απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις ή επιρροές κρατιέται μέσα στα πράγματα και τα παρακολουθεί.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ε. Βακαλό, Ν. Βαλαωρίτης, Ε. Χ. Γονατάς, Ε. Κακναβάτος, Δ. Π. παπαδίτσας, Μ. Σαχτούρης.

γ) Υπαρξιακή ή μεταφυσική ποίηση: ≠ κοινωνικά ενδιαφέροντα, γεμάτη από μεταφυσική αγωνία, προσπαθεί να εκφράσει το άγχος του μοναχικού ατόμου μπροστά στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, της καθημερινής φθοράς.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ό. Βότση, Γ. Κότσιρας.

2η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1928 – 1940. πρώτη ποιητική συλλογή από το 1955 – 1965. Οι περισσότεροι από τους ποιητές της δεν έζησαν ως έφηβοι μέσα στην Κατοχή, ζουν σε μεταβατική εποχή όπου η συλλογική μνήμη έχει καταπέσει και η πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας δεν έχει βρει τον κανονικό της ρυθμό. Αίσθηση διάψευσης οραμάτων και μιας ζωής χαμένης, αρνούνται να συμμετάσχουν στο πολιτικό και κοινωνικό παιχνίδι. Επιρροές:  αντιστασιακή τάση, ‚ υπαρξιακή τάση, ƒ Καρυωτάκης. ΚΡΙΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ και ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ. Αντιλυρικός ποιητικός λόγος, τραχύτητα, αιχμηρότητα και σκληρότητα εκφραστικών μέσων.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Α. Αγγελάκης, Ο. Αλεξάκης, Ν. Α. Ασλάνογλου, Θ. Γκόρμπας, Ν. Γρηγοριάδης, Ζ. Δαράκη, Τ. Δενέγρης, Κ. Δημουλά, Μ. Ελευθερίου, Α. Ευγγέλου, Α. Ζακυθηνός, Β. Καραβίτης, Μ. Κέντρου – Αγαθοπούλου, Τ. Κόρφης, Λ. Κούσουλας, Χ. Λάσκαρης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Γ. Μανουσάκης, Π. Μάρκογλου, Μ. Μέσκος, Μ. Μουντές, Τ. Πορφύρης, Θ. Τζούλης, Σ. Τσακνιάς, Κ. Χαραλαμπίδης, Ντ. Χριστιανόπουλος.

Ποιητές της δεκαετίας του ’70 (ή ποιητές της αμφισβήτησης): Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1940 – 1955. Πρώτη ποιητική συλλογή με τα το 1965.

Ιστορικό πλαίσιο: Ελληνική κοινωνία – σημαντική οικονομική άνοδος και καταναλωτισμός, οδυνηρή εμπειρία από δικτατορία (1967 – 1974) à ενισχύουν την τάση τους για ένα πνεύμα επαναστατικότητας και αντίθεσης σ’ οποιασδήποτε μορφής κατεστημένο. Δέχονται επιρροές από την ποιητική μας παράδοση (Καβάφης, Καρυωτάκης, γενιά ’30, πρώτη μεταπολεμική γενιά – αντιστασιακή τάση) και από σύγχρονη αμερικανική ποίηση. Αποστρέφουν ωστόσο το πρόσωπο από τις ιδεοληψίες των προκατόχων τους à ποιητική γραφή και γλώσσα < τρέχουσα καθημερινή ομιλία, εριστικότητα ύφους, σαρκασμός, ειρωνεία, ρεαλιστική γλώσσα à Στόχος – η αμφισβήτηση κατεστημένης τάξης.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ν. Βαγενάς, Γ. Βερβέρης, Γ. Βέης, Α. Βιστωνίτης, Μ. Γκανάς, Β. Δαλακούρα, Δ. Καλοκύρης, Γ. Καραβασίλης, Γ. Κοντός, Ν. Λάζαρης, Μ. Λαϊνά, Χ. Λιοντάκης, Γ. Μαρκόπουλος, Τ. Μαστοράκη, Κ. Μαυρουδής, Σ. Μπεκατώρος, Π. Παμπούδη, Κ. Παπαγεωργίου, Γ. Πατίλης, Λ. Πούλιος, Μ. Πρατικάκης, Β. Στεριάδης, Γ. Υφαντής, Γ. Χρονάς.

* Υπάρχουν ποιητές που δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια από τις παραπάνω τάσεις όπως οι: Ν. Καρούζος, Τ. Σινόπουλος, Κ. Στεριόπουλος κ.ά..

Πεζογραφία:

1η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν μετά το 1920 1930. Ωρίμανση μετά το 1940. Ο πόλεμος επηρέασε το έργο τους à πεζογραφία με σκυθρωπό χαρακτήρα. Πρώτη εμφάνιση στα γράμματα μεταξύ 1944 – 1947. 1954: Έκδοση περιοδικού ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ.

2η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν μετά το 1930. πρώτη εμφάνιση στη δεκαετία του ’60. ψυχολογικά διαφοροποιημένη από τους πρώτους, καθώς, λόγω ηλικίας, δε διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στα γεγονότα της δεκαετίας του ’40 à Κείμενα με βιωματικό χαρακτήρα, υπαρξιακά θέματα (μοναξιά, περιθωριοποίηση, ψυχολογικά αδιέξοδα). Ωστόσο με πολιτικά θέματα ασχολούνται οι: Β. Βασιλικός, Μένης Κουμανταρέας, Π. Αμπατζόγλου, Χ. Μηλιώνης, Τ. Καζαντζής κ.ά. και με θέματα του παρελθόντος με νοσταλγική διάθεση οι: Χριστ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης κ.ά..

* Γέφυρα ανάμεσα στις δυο γενιές – ο Κ. Ταχτσής με το Τρίτο στεφάνι και ο Γ. Ιωάννου (αφήγημα με αναφορές σε προσωπικά βιώματα).

Σύγχρονη πεζογραφία: Γεννήθηκαν μετά το τέλος του εμφυλίου (1949) και δε έχουν βιώματα από τη δεκαετία του ’40.

ΤΑΣΕΙΣ

Ρεαλισμός: αποκρουστική και ωμή απεικόνιση της πραγματικότητας, με κριτική διάθεση, χωρίς κανέναν συμβατικό εξωραϊσμό (Ν. Κάσδαγλης, Κ. Ταχτσής, Αλ. Κοτζιάς, Ανδ. Φραγκιάς, Δημ. Χατζής κ.ά.). Αρκετοί της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς και κυρίως οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιούν την αυτοαναφορικότητα. (Χρήση α΄ προσώπου, αυτοβιογραφικά στοιχεία) (Γ. Ιωάννου, Τ. Καζαντζής, Χρ. Μηλιώνης, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Περ. Σφυρίδης κ.ά.), Ονομάζονται και πεζογράφοι της μνήμης.

Κοινωνική και πολιτικοί προβληματισμοί: Τα πρόσωπα δεν είναι απλοί θεατές των γεγονότων, συμμετέχουν στη δίνη τους (πολ. και κοιν. συγκρούσεις, αυταρχική εξουσία, οικον. και κοιν. Αλλαγές, αβεβαιότητα για το μέλλον). Η μεταπολεμική πεζογραφία επανασυνδέεται με τη ρεαλιστική παράδοση της γενιάς του ’80 και τους κοινωνικούς ηθογράφους (Δημ. Χατζής, Κ. Κοτζιάς, Ανδ. Φραγκιάς, Στρ. Τσίρκας, Μ. αλεξανδρόπουλος, Σπ. Πλασκοβίτης κ.ά).

Φυγή από την πραγματικότητα: φυγή από τη ζοφερή πραγματικότητα και καταφύγιο στη λυρική πεζογραφία του κλειστού χώρου (ήρωες αντιμέτωποι με τα ιδιωτικά τους προβλήματα: Μ. Λυμπεράκη – Τα ψάθινα καπέλα, Μ. Κρανάκη – Contrestemps, Τ. Γκρίτση Μιλλιέξ – Πλατεία Θησείου, Αστέρη Κοβατζή – Χωριάτες, Κ. Στεριόπουλου – Κλειστή ζωή, Εύας Βλάμη – Γαλαξίδι και Σκελετόβραχος (< ιστορία, θρύλοι από την ιδιαίτερη πατρίδα της), Α. Βλάχου – Ο κύριός μου ο Αλκιβιάδης και Οι τελευταίοι γαληνότατοι, Γαλάτειας Σαράντη – το βιβλίο της χαράς και το παλιό μας σπίτι ).

Νέες εκφραστικές αναζητήσεις: < ευρωπαϊκός μοντερνισμός, ≠ ρεαλιστική παράδοση της πεζογραφίας που καλλιεργείται στο κέντρο. Εμφάνιση – δεκαετία 30 στη Θεσσαλονίκη (περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ, Στ. Ξεφλούδας, Γ. Δέλιος, Αλκ. Γιαννόπουλος, Γ. Βαφόπουλος, Ν. Γ. Πεντζίκης,), στη Χαλκίδα (Γ. Σκαρίμπας: ροπή προς διογκωμένη φαντασία, παράλογο και κωμικές καταστάσεις).

Άλλο εκπρόσωποι: Μ. Αξιώτη – Δύσκολες νύχτες, Γ. Μπεράτης – Διασπορά.

Συμπαγής η ομάδα της Θεσσαλονίκης αφομοιώνουν τεχνικές αντίθετες προς το πνεύμα του ρεαλισμού, όπως ο εσωτερικός μονόλογος (εισηγητής: Εντουάρ Ντεζαρντέν) και η ροή συνείδησης (= stream of consciousness / εισηγητής: Τζέρεμυ Τζόυς). Επιδίωξη να δώσουν την εντύπωση της συνεχούς ροής σκέψεων, αισθημάτων, διαθέσεων και αναμνήσεων όπως έρχονται στη συνείδηση χωρίς κάποια ακολουθία διευθετημένη με τη λογική.

* Εσωτερικός μονόλογος: μια παράδοση που ξεκινά από το μεσοπόλεμο και συνεχίζεται στη μεταπολεμική περίοδο (Ν. Μπακόλας).

Παράλληλα – εμφάνιση μιας αντίρροπης κίνησης – συνδυασμός νεοτερικών στοιχείων με την παράδοση της αφηγηματογραφίας (ροπή δηλ. προς το ρεαλισμό και τη βιωματικότητα) μέσω του περιοδικού ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ του Ντ. Χριστιανόπουλου.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Γ. Ιωάννου, Ν. Καχτίτσης, Τ. Καζαντζής, Σ. Παπαδημητρίου, Περ. Σφυρίδης, Τ. Καλούτσας κ.ά..

Ακόμα μερικοί μεταπολεμικοί πεζογράφοι θα καταφύγουν στη φαντασία, στην απεικόνιση εφιαλτικών κόσμων με τολμηρούς εκφραστικούς τρόπους, έντονες και παράλογες εικόνες (< ευρωπαϊκές επιρροές, κυρίως θέατρο του παραλόγου).

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Τ. Κουφόπουλος, Γ. Χειμωνάς κ.ά..

Η ρεαλιστική γλώσσα: Η μεταπολεμική πεζογραφία χρησιμοποιεί τολμηρή ρεαλιστική γλώσσα που είναι κοντά στην καθημερινότητα, τα πράγματα δηλώνονται με το όνομά τους, χωρίς σεμνοτυφία, εγκαταλείπεται η συμβατική καλλιέπεια και ωραιολογία των παλαιοτέρων. Κάποτε γίνεται τραχιά, αποδιοργανώνεται συντακτικά και λογικά, , για να αποδώσει πειστικότερα βάναυσες, παράλογες και εφιαλτικές καταστάσεις.


* Για τον αφηγητή και την εστίαση βλ. σελλ. 13 – 14, βιβλίο Β΄Λυκείου.