Νέες προσθήκες στη σελίδα του Blog μας «Ο Νεοελληνιστής»


Στη σελίδα μας » Ο Νεοελληνιστής» ( Το Υλικό μας) θα βρείτε ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,καθώς και τις προηγούμενες παρουσιάσεις για Καβάφη και Νάνο Βαλαωρίτη….

Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες


solomosdionysios_gr.JPGsolomosdionisios.jpg

«O Πειρασμός»


διαβάζει: Παππά Eιρήνη, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962
 
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςAνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,

Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·

Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

 

«Ύμνος εις την ελευθερίαν», απόσπασμα

imnos_s.jpg

διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971
 
1 Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

2

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

3

Eκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες

Έλα πάλι» να σου πη.

4

Άργειε να ‘λθη εκείνη η μέρα

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σού έμεινε να λες

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

6

Kαι ακαρτέρει και ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

από την απελπισιά,

7

κι έλεες «πότε, α! πότε βγάνω

το κεφάλι από τς ερμιές;».

Kαι αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

8

Tότε εσήκωνες το βλέμμα

μες στα κλάιματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα

πλήθος αίμα ελληνικό.

9

Mε τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύης εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10

Mοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή

δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τές κουρταλή.

11

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια

αλλ’ ανάσασιν καμιά

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

12

Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου,

οπού εχαίροντο πολύ,

«σύρε να ‘βρης τα παιδιά σου,

σύρε», ελέγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι

και ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σού ενθυμεί.

14

Tαπεινότατη σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Nαι αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

που ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή!

16

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

17

Mόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τς εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή

και του Pήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή (1)

19

όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν,

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Iονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια,

για να δείξουνε χαρά,

21

μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: ψεύτρα Eλευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Bάσιγκτον η γη

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

23

Aπ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέη «σε χαιρετώ»,

και τη χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Iσπανό.

24

Eλαφιάσθη της Aγγλίας

το θηρίο και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Pουσίας

τα μουγκρίσματα τς οργής.

25

Eις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά

και στου Aιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Aετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Iταλού

27

και σ’ εσέ καταγειρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ πού θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς

29

σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνη

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθή

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ’ εκείνο αντισταθή.

32

Tο θηρίο, π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34

ερμιά, θάνατος και φρίκη,

όπου επέρασες κι εσύ

ξίφος έξω από την θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Iδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Tριπολιτσάς

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψης πιθυμάς.

36

Mεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

και ας είναι άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδής πως είν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά; (2)

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά,

για να κλαύσετε τα σώματα,

που θενά ‘βρη η συμφορά.

39

Kατεβαίνουνε, και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Tον εχθρό θωρώ να φύγη

και στο κάστρο ν’ ανεβή. (3)

41

Mέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42

Eκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνει αποκριθήτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά. (4)

43

Aποκρίνονται, και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44

Aκούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

A! τι νύκτα ήταν εκείνη

που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ύπνος δεν εγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Tης σκηνής η ώρα, ο τόπος,

οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές, και το σκοτάδι,

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48

τ’ ακαρτέρειε. –Eφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Tόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Tόσα πέφτουνε τα θέρι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνη μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Mε τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στ’ αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά,

56

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Eκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Tότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59

Kτυπούν όλοι απάνου κάτου

κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθή.

60

Kάθε σώμα ιδρώνει, ρέει

λες και εκείθεν η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθή.

61

Tης καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

62

Oυρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Tόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεσαι, μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν μείνη ένας ζωντανός.

64

Kοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Xάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθή;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Oλιγόστευαν οι σκύλοι,

και «αλλά» εφώναζαν, «αλλά»

και των χριστιανών τα χείλη

«φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «αλλά».

70

Παντού φόβος και τρομάρα

και φωνές και στεναγμοί

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι

εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Tης αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι (5)

φύσα, φύσα εις το Σταυρό.

74

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

75

Tης Kορίνθου ιδού και οι κάμποι

δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76

εις τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί

77

τρέχουν άρματα χιλιάδες

σαν το κύμα εις το γιαλό

αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

και ξανάλθετε σ’ εμάς

τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε

πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

και με πάτημα τυφλό

εις την Kόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

Πείναν και Θανατικό

που σε σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο.

81

Kαι πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82

Kαι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

που ό,τι θέλεις ημπορείς,

εις τον κάμπο, Eλευθερία,

ματωμένη περπατείς.

83

Στη σκιά χεροπιασμένες, (6)

στη σκιά βλέπω κι εγώ

κρινοδάκτυλες παρθένες,

οπού κάνουνε χορό

84

στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

H ψυχή μου αναγαλλιάζει

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86

Mες στα χόρτα, τα λουλούδια,

το ποτήρι δεν βαστώ

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

88

Πήγες εις το Mεσολόγγι

την ημέρα του Xριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι (7)

για το τέκνο του Θεού.

89

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα

στάσου ολόρθη, Eλευθεριά»

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά. (8)

91

Eις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Aγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

Eπετάχτηκες Eσύ.

94

A! το φως, που σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη

95

λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Tο σπαθί σου αντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

και εις το τέταρτο κτυπάς

97

με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

«Aυτός λέγει… Aφοκρασθήτε

Eγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ (9)

πέστε, πού θ’ αποκρυφθήτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

«Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ’ αυτήν αν συγκριθή

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100

«Kατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δένδρα και θνητούς,

101

«και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του ανέμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή».

102

Kάποιος ήθελε ερωτήσει:

του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήση

ή μ’ εσέ να μετρηθή;

103

H γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104

Tην αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Kακορίζικοι, που πάτε

του Aχελώου μες στη ροή (10)

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106

ν’ αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Bλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθή

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει,

όσο οπού να νεκρωθή

110

κεφαλές απελπισμένες

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται –αυξαίνοντας η πρώτη

του Aχελώου νεροσυρμή–

το χλιμίτρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν’ άκουα να βουίξη

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξη

κάθε σπέρμα Aγαρηνό

113

Kαι εκεί που ‘ναι η Aγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξη

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξη

ο αδελφός του Φεγγαριού (11)

115

Kάθε πέτρα μνήμα ας γένη,

και η Θρησκεία κι η Eλευθεριά

μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Kαι χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός

πάντα πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

A! γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Mωυσή;

Mεγαλόφωνα, την ώρα

οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός

120

ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Aαρών,

η προφήτισσα Mαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν, (12)

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τς αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

123

Eις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Tο στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Mε βρυχίσματα σαλεύει,

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί

126

φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις

130

με επιθύμια να τηράζης

δύο μεγάλα σε θωρώ, (13)

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί

χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σ’ επέταξεν εκεί.

133

Eκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Kειές τες δάφνες που εσκορπίστε (14)

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε αποθαμένος

ο αρχηγός της Eκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς.

136

Έχει ολάνοιχτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθή

τ’ Άγιον Aίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θενά ξαναβγή

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθή

εις οποίον δεν πολεμήση

και ημπορεί να πολεμή.

138

Tην ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

H καρδιά συχνοσπαράζει…

Πλην τί βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Kοιτάει γύρω εις την Eυρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Eλλάδα, και αρχινά:

141

«Παλικάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

«Aπ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σάς μαδεί

143

«μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ! τον νουν σάς τυραννεί.

144

«H Διχόνια, που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145

«Kειο το σκήπτρο που σας δείχνει,

έχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

«Aπό στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην ‘πωθή,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

«Mην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

«Eάν μισούνται ανάμεσό τους,

δεν τους πρέπει ελευθεριά».

148

«Tέτοια αφήστενε φροντίδα

όλο το αίμα οπού χυθή

για θρησκεία και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

«Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε,

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

πόσο ακόμη να παρθή

πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151

«Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…

Kαταστήστε ένα σταυρό

και φωνάξετε με μία:

Bασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152

«Tο σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153

«Aκατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν

και την πίστη αναγελούν.

154

«Eξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: «Nα ‘κδικηθώ».

155

«Δεν ακούτε εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Tώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

«Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος

σαν του Aβέλ καταβοά

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

«Tί θα κάμετε; θ’ αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν ή θα την λύστε

εξ αιτίας Πολιτικής;

158

«Tούτο ανίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό

Bασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ».

 
Επανάληψη

 

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857) Κυρίαρχη μορφή της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κόντε Νικόλαος αποκατέστησε με γάμο τη μητέρα του ποιητή, πέθανε όμως γρήγορα και εκείνη παντρεύτηκε το 1807 σε δεύτερο γάμο το Μανώλη Λεονταράκη, ενώ ο Διονύσιος τέθηκε υπό την εποπτεία επιτροπής. Το 1810 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία με τη συνοδεία του ιταλού ιερωμένου και δασκάλου του Don Santo Rossi. Φοίτησε στο Λύκειο της Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Πάβια, όπου πραγματοποίησε νομικές σπουδές κατά την περίοδο 1815-1817, χωρίς να πάρει πτυχίο. Στην Πάβια ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των ρομαντικών και τον κλασικιστή ποιητή Βιτσέντζο Μόντι. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα θρησκευτικής θεματολογίας στα ιταλικά και συνδέθηκε φιλικά με τον Γεώργιο Τερτσέτη και τον Αντώνιο Μάτεσι. Το 1822 τυπώθηκε στην Κέρκυρα η συλλογή σονέτων του Rime improvisate. Τότε έγραψε επίσης ποιήματα στα ελληνικά με επιρροές από τους Χριστόπουλο και Βηλαρά. Την περίοδο 1821-1822 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας για την πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα και το Σύνταγμα του 1817, προς τον Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Το Μάη του 1823 έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και το 1824 την πρώτη εκδοχή του Λάμπρου και το πεζό κείμενο Διάλογος, όπου εκφράστηκε ενάντια στη γλωσσική θεωρία του Κοραή για τη μέση οδό. Το 1825 έγραψε την Καταστροφή των Ψαρών. Το 1826 ξεκίνησε τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δημοσίευσε δύο χειρόγραφα ποιήματά του και ξαναεπεξεργάστηκε το Λάμπρο. Το 1827 εκφώνησε στην καθολική μητρόπολη της Ζακύνθου το Εγκώμιο στον Ugo Foscolo, με το οποίο ολοκληρώθηκε η λεγόμενη Ζακυνθινή δεκαετία της δημιουργίας του. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο, επηρεάστηκε από το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Το 1829 έγραψε την Εις Μοναχήν Νεκρική Ωδή ΙΙ , την τρίτη μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος και ένα ποίημα για το Μεσολόγγι, που δημοσίευσε ο Πολυλάς το 1859 ως πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Το 1833 αναγκάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του Δημήτριου, που είχε οικειοποιηθεί το όνομα του Σολωμού. Η υπόθεση έληξε με δικαίωση του ποιητή, κράτησε όμως μέχρι το 1838 και τον καταπόνησε ψυχικά. Στο μεσοδιάστημα έγραψε τον Κρητικό, εγκατέλειψε το σχέδιο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος, με την οποία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο της ποίησης και της πεζογραφίας λογοτεχνικό είδος, επέμεινε ωστόσο στο θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου, γράφοντας το 1834 τη δεύτερη ημιτελή μορφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων και την τρίτη το 1844, σε στίχο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα, ωριμότερη δημιουργική του περίοδο. Το 1847 έγραψε το ποίημα Εις τον θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο και το 1849 το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φράιζερ. Την τελευταία αυτή περίοδο δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, τα αποσπάσματα που σώζονται όμως (όπως ο Πόρφυρας) είναι αποκαλυπτικά του νέου εύρους του στοχασμού του. Ο Σολωμός πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Δύο χρόνια αργότερα ο Πολυλάς εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, τα οποία έτυχαν ψυχρής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους. Προσεκτικότερη μελέτη του έργου του Σολωμού και ανίχνευση των οραματισμών του πραγματοποιήθηκαν μετά από αρκετά χρόνια. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Διονύσιου Σολωμού βλ. Ανδρειωμένος Γιώργος, «Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (1798-1857)», Διαβάζω213, 12/4/1989, σ.28-37, Καψωμένος Ερατοσθένης Γ., «Χρονολόγιο Σολωμού», Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση· Ερμηνευτική μελέτη, σ.127-148. Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998, Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Διονύσιος Σολωμός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΒ΄,2, σ.124-142. Αθήνα, Σοκόλης, 1999, Κριαράς Εμμανουήλ, Διονύσιος Σολωμός· Ο βίος – Το έργο. Αθήνα, Εστία, 1969 (έκδοση β΄) και «Σολωμός, Βίος και έργο», Νέα Εστία104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235, σ.3-25 και Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Οιπρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) Ι.Ποίηση
Rime improvisate. Κέρκυρα, 1822.
Ύμνος εις την Ελευθερίαν Imno alla Liberta. Μεσολόγγι, 1825.
Εγκώμιο για τον Ούγο Φόσκολο (Elogio di Ugo Foscolo)
Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ. Παλίτη. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών- Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1978.
Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού
Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11
Εκδοτική δοκιμή. Αθήνα, Ερμής, 1982 [από την Ελένη Τσαντσάνογλου]. ΙΙ.Πεζογραφία
Η γυναίκα της Ζάκυθος
Νέα έκδοση φροντισμένη από τον Λίνο Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1944. ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Διονυσίου Κόμητος Σολωμου [Ρωσολίμου]. Ζάκυνθος, 1857.
Ποιήματα Σολωμού και ωδή εις τον θάνατόν του · υπό Ανδρ. Δαλλαπόρτα. Αθήναιον, 1858.
Διονυσίου Σολωμού· Τα ευρισκόμενα μετά προλόγου υπό Ιακ. Πολυλά. Κέρκυρα, τυπ. Ερμής, 1859.
Άπαντα Διονυσίου Σολωμόυ· Ήτοι τα μέχρι σήμερον εκδοθέντα μετά προσθήκης πλείστων ανεκδότων προλεγομένων και σημειώσεων [υπό Σπ.Δε Βιάζη]· Εκδιδόμενα υπό Σεργίου Χ.Ραφτάνη. Ζάκυνθος, τυπ. Παρνασσός, 1880.
Άπαντα τα ευρισκόμενα μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κ.Παλαμά. Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1901 (και ανατύπωση Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921).
Άπαντα τα ευρισκόμενα · Προλεγόμενα Ιακ.Πολυλά – Μελέτη και μετάφρασις των ιταλικών Γ.Καλοσγούρου. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
Άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα· Με τον Διάλογον και τα Προλεγόμενα του Ιακ.Πολυλά· Φροντίδα, σχόλια και κατάταξη Γερ.Σπαταλά. Αθήνα, Βασιλείου, 1936.
Άπαντα, τόμος πρώτος, Ποιήματα
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1948.
Ιταλικά ποιήματα
Μετάφραση, προλεγόμενα, κατάταξη και σχόλια Γεράσιμου Σπαταλά. Αθήνα, 1948.
Δ.Σολωμός· Επιμέλεια Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη).
Τα ιταλικά ποιήματα· με έμμετρη μετάφραση και σχόλια Κώστα Καιροφύλλα και πρόλογο του ακαδημαϊκού κ.Σπύρου Μελά. Αθήνα,1954.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1955.
Άπαντα· Ποιήματα και πεζά· Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, 1957.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, παράρτημα
Ιταλικά (ποιήματα και πεζά). Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ.Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Αυτόγραφα έργα
επιμέλεια Λίνου Πολίτη. Α.Φωτοτυπίες Β. Τυπογραφική μεταγραφή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964.
Άπαντα· Εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις, γλωσσάριον Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1969.
ΆπανταΑ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1970.
ΆπανταΒ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1972.
Άπαντα, τόμος τρίτος· Αλληλογραφία· Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Ποιήματα και πεζά· Επιμ. – Εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου. Αθήνα, Στιγμή, 1994.
Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους· Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Βελουδής. Αθήνα, Περίπλους, 1997.

[ΠΗΓΗ: EKEBI]

Άρθρο Νάσου Βαγενά,Το ΒΗΜΑ, 21/01/2007

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (17 Δεκεμβρίου), μιλώντας για την αφανή επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Κοτζιούλα, έγραφα ότι οι λογοτεχνικές επέτειοι είναι χρήσιμες, γιατί προσφέρονται για επανεξετάσεις έργων και απόψεων. Εννοούσα βέβαια ότι υπάρχουν και επέτειοι συμβατικές, όταν τίποτε το καινούργιο δεν έχει ειπωθεί (ή δεν έχει να ειπωθεί) και οι εκδηλώσεις τους αναλώνονται στην επανάληψη των τετριμμένων. Δεν είχα σκεφτεί ότι οι συμβατικές επέτειοι μπορούν κάποτε να αποβούν βλαπτικές, γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί επετειακό αφιέρωμα στον Σολωμό μεγάλης απογευματινής εφημερίδας. Ο σχολιασμός αυτού του αφιερώματος θα μπορούσε να γίνει αφορμή να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις όχι μόνο για τη λειτουργία των συμβατικών επετείων αλλά και για τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας τα ένθετα βιβλίων ορισμένων εφημερίδων.

Το πρώτο χαρακτηριστικό του εν λόγω αφιερώματος, που αποτελείται από δώδεκα κείμενα εννέα συνεργατών, τα οποία καταλαμβάνουν δεκαπέντε σελίδες, είναι η ταχύτητα (το ένθετο έχει τον τίτλο «Βιβλιοδρόμιο»). Πριν ακόμη μπούμε στο 2007, στις 30 Δεκεμβρίου 2006, το ένθετο εγκαινιάζει μιαν επέτειο του ερχόμενου έτους (150 χρόνια από τον θάνατο του Σολωμού) διεκδικώντας έτσι μια δημοσιογραφική πρωτιά. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αυτοπεποίθηση: οι υπεύθυνοι του ενθέτου και του αφιερώματος ονομάζουν το 2007 «Ετος Σολωμού», προφανώς γιατί είναι βέβαιοι ότι αποτελεί τη σημαντικότερη λογοτεχνική επέτειο του έτους.

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αγνοούσαν ότι το 2007 έχουμε δύο ακόμη λογοτεχνικές επετείους (πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και εκατό χρόνια από τη γέννηση του Εγγονόπουλου)· ούτε θα πρέπει να τους είχε διαφύγει το γεγονός ότι επέτειος Σολωμού, και μάλιστα χρονικά σημαντικότερη, ως εκατονταετηρίδα (διακόσια χρόνια από τη γέννησή του), εορτάσθηκε εννέα μόλις χρόνια πριν: το 1998 είχε ονομαστεί «Ετος Σολωμού». Φαίνεται ότι έσπευσαν να προτάξουν τον Σολωμό, γιατί ανακάλυψαν ότι ο Σολωμός – όπως υπογραμμίζουν με τον τίτλο του αφιερώματος – παραμένει έως σήμερα «το εθνικό μας φάντασμα» («άγνωστος, αφανής και παραγνωρισμένος») και ότι «ήρθε η ώρα για νέες προσεγγίσεις» του.

Ομως ο Σολωμός ούτε φάντασμα είναι, ούτε άγνωστος, ούτε παραγνωρισμένος. Είναι ο πλέον γνωστός (με όποια σημασία και αν δίναμε στη λέξη) Ελληνας ποιητής: ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση, ο πλέον μελετημένος – αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι ακριβώς γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο· όγκος που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο με το πλήθος των νέων μελετών που παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, συμπόσια, ημερίδες και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων του πρόσφατου «Ετους Σολωμού», η χρονική εγγύτητα του οποίου με το 2007 καθιστά περιττό τον ορισμό του παρόντος έτους ως ενός ακόμη «Ετους Σολωμού» (σωστά το υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε το 2007 «Ετος Μαρίας Κάλλας»).

Αλλά το πλέον ενδιαφέρον στο αφιέρωμα του «Βιβλιοδρομίου» δεν είναι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως αφανούς ή αγνώστου. Είναι το γεγονός ότι, αν και αναγγέλλει τυμπανοκρουστικά θησαυρούς νέων προσεγγίσεων, τα κείμενά του δεν περιέχουν ούτε ένα νέο στοιχείο. Απλώς επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά, τα οποία το αφιέρωμα προβάλλει με τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει νέες σολωμικές αναγνώσεις (φοβάμαι ότι στο παιχνίδι των εντυπώσεων έχουν περιπλακεί, προφανώς άθελά τους, και οι συγγραφείς των κειμένων του, έγκυροι σολωμιστές).

Ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω ένθετο επέλεξε και πλάσαρε το αφιέρωμα στον Σολωμό έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας βιβλιοκριτικής συμπεριφοράς την οποία σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ονομάσαμε λογοτεχνική κριτική life-style. Πρόκειται για έναν τρόπο παρουσίασης της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί από την άκρατη εμπορευματοποίηση του λογοτεχνικού βιβλίου και έχει γίνει χαρακτηριστικός των ενθέτων βιβλίου ορισμένων εφημερίδων. Κύριο γνώρισμα του τρόπου αυτού, που είναι προφανές ότι βρίσκεται υπό την σκιά του βιβλιοεκδοτικού marketing, είναι η πριμοδότηση των δυνάμει ή εν ενεργεία «ευπώλητων» βιβλίων, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ένθετα αυτά παρουσιάζουν – σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – σχεδόν αποκλειστικά βιβλία πεζού λόγου (κυρίως μυθιστορήματα), ότι καλλιεργούν περισσότερο τη βιβλιοπαρουσίαση παρά τη βιβλιοκριτική, και ότι από τις σελίδες τους έχουν σχεδόν αποκλειστεί τα ποιητικά βιβλία, που, ως γνωστόν, «δεν πουλάνε». Οι ελάχιστες αναφορές τους σε έργα ποιητικά είναι κυρίως θεωρήσεις φαντασμαγορικές (όπως αυτή του βιβλιοδρομικού αφιερώματος) μεγάλων έργων του παρελθόντος, που αισθάνεται κανείς ότι χρησιμοποιούνται ως κριτικά φύλλα συκής, για να κρατηθούν τα ποιητικά προσχήματα.

Η απαξίωση της ποίησης από τα ένθετα αυτά δηλώνεται και από το γεγονός ότι στους ετήσιους απολογισμούς τους τα ποιητικά βιβλία απουσιάζουν. Ενα παράδειγμα: Στα «100 βιβλία της χρονιάς που αξίζει να διαβάσετε», τα οποία επέλεξε (10.12.2006) το ένθετο βιβλίου μεγάλης εφημερίδας (τα περισσότερα λογοτεχνικά), δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ποίησης. Κι ας εμφανίστηκαν το 2006 ποιητικά βιβλία σημαντικότερα από πολλά μυθιστορήματα που εκθειάζονται σε αυτόν τον απολογισμό. Εννοείται ότι και στις 62 διαφημίσεις λογοτεχνικών βιβλίων, που φιλοξενεί το ένθετο, για βιβλίο ποιητικό δεν υπάρχει ούτε μία.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νάσου Βαγενά

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Έτσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ήταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

To Βήμα της Κυριακής, 13-12-1998

 

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Α»

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Β»

1.

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2.

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ»

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες


solomosdionysios_gr.JPGsolomosdionisios.jpg

«O Πειρασμός»

διαβάζει: Παππά Eιρήνη, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,

Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,

Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·

Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

 «Ύμνος εις την ελευθερίαν»

 

διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971
 1

 Σε γνωρίζω από την κόψη

 του σπαθιού την τρομερή,

 σε γνωρίζω από την όψη,

 που με βία μετράει τη γη.

 

2

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

 3

 Eκεί μέσα εκατοικούσες

 πικραμένη, εντροπαλή,

 κι ένα στόμα ακαρτερούσες

 Έλα πάλι» να σου πη.

 

 4

 Άργειε να ‘λθη εκείνη η μέρα

 κι ήταν όλα σιωπηλά,

 γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα

 και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

 

 5

 Δυστυχής! Παρηγορία

 μόνη σού έμεινε να λες

 περασμένα μεγαλεία

 και διηγώντας τα να κλαις.

 

6

 Kαι ακαρτέρει και ακαρτέρει

 φιλελεύθερη λαλιά,

 ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

 από την απελπισιά,

 

7

 κι έλεες «πότε, α! πότε βγάνω

 το κεφάλι από τς ερμιές;».

 Kαι αποκρίνοντο από πάνω

 κλάψες, άλυσες, φωνές.

 

 8

 Tότε εσήκωνες το βλέμμα

 μες στα κλάιματα θολό,

 και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα

 πλήθος αίμα ελληνικό.

 

 9

 Mε τα ρούχα αιματωμένα

 ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

 να γυρεύης εις τα ξένα

 άλλα χέρια δυνατά.

 

 10

 Mοναχή το δρόμο επήρες,

 εξανάλθες μοναχή

 δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

 εάν η χρεία τές κουρταλή.

 

 11

 Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια

 αλλ’ ανάσασιν καμιά

 άλλος σου έταξε βοήθεια

 και σε γέλασε φρικτά.

 

12

 Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου,

 οπού εχαίροντο πολύ,

 «σύρε να ‘βρης τα παιδιά σου,

 σύρε», ελέγαν οι σκληροί.

 

13

 Φεύγει οπίσω το ποδάρι

 και ολογλήγορο πατεί

 ή την πέτρα ή το χορτάρι

 που τη δόξα σού ενθυμεί.

 

14

 Tαπεινότατη σου γέρνει

 η τρισάθλια κεφαλή,

 σαν πτωχού που θυροδέρνει

 κι είναι βάρος του η ζωή.

 

 15

 Nαι αλλά τώρα αντιπαλεύει

 κάθε τέκνο σου με ορμή,

 που ακατάπαυστα γυρεύει

 ή τη νίκη ή τη θανή!

 

16

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

17

Mόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τς εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή

και του Pήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή  (1)

19

όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν,

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Iονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια,

για να δείξουνε χαρά,

21

μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: ψεύτρα Eλευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Bάσιγκτον η γη

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

23

Aπ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέη «σε χαιρετώ»,

και τη χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Iσπανό.

24

Eλαφιάσθη της Aγγλίας

το θηρίο και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Pουσίας

τα μουγκρίσματα τς οργής.

25

Eις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά

και στου Aιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Aετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Iταλού

27

και σ’ εσέ καταγειρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ πού θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς

29

σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνη

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31

 Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

 οποιανού θέλει βρεθή

 στο μαχαίρι σου αποκάτου

 και σ’ εκείνο αντισταθή.

32

Tο θηρίο, π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34

 ερμιά, θάνατος και φρίκη,

 όπου επέρασες κι εσύ

 ξίφος έξω από την θήκη

 πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

 Iδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

 της αθλίας Tριπολιτσάς

 τώρα τρόμου αστροπελέκι

 να της ρίψης πιθυμάς.

 

36

Mεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

και ας είναι άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδής πως είν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;  (2)

38

 Λίγα μάτια, λίγα στόματα

 θα σας μείνουνε ανοιχτά,

 για να κλαύσετε τα σώματα,

 που θενά ‘βρη η συμφορά.

39

 Kατεβαίνουνε, και ανάφτει

 του πολέμου αναλαμπή

 το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

 λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Tον εχθρό θωρώ να φύγη

και στο κάστρο ν’ ανεβή.  (3)

41

Mέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42

Eκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνει αποκριθήτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά.  (4)

43

 Aποκρίνονται, και η μάχη

 έτσι αρχίζει, οπού μακριά

 από ράχη εκεί σε ράχη

 αντιβούιζε φοβερά.

44

 Aκούω κούφια τα τουφέκια,

 ακούω σμίξιμο σπαθιών,

 ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

 ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

 A! τι νύκτα ήταν εκείνη

 που την τρέμει ο λογισμός;

 Άλλος ύπνος δεν εγίνη

 πάρεξ θάνατου πικρός.

46

 Tης σκηνής η ώρα, ο τόπος,

 οι κραυγές, η ταραχή,

 ο σκληρόψυχος ο τρόπος

 του πολέμου, και οι καπνοί,

47

 και οι βροντές, και το σκοτάδι,

 οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

 επαράσταιναν τον άδη

 που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48

τ’ ακαρτέρειε. –Eφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Tόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Tόσα πέφτουνε τα θέρι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνη μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Mε τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στ’ αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά,

56

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Eκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Tότε αυξαίνει του πολέμου

 ο χορός τρομακτικά,

 σαν το σκόρπισμα του ανέμου

 στου πελάου τη μοναξιά.

59

Kτυπούν όλοι απάνου κάτου

κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθή.

60

Kάθε σώμα ιδρώνει, ρέει

λες και εκείθεν η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθή.

61

Tης καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

62

Oυρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Tόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεσαι, μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν μείνη ένας ζωντανός.

64

Kοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Xάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθή;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Oλιγόστευαν οι σκύλοι,

και «αλλά» εφώναζαν, «αλλά»

και των χριστιανών τα χείλη

«φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «αλλά».

70

 Παντού φόβος και τρομάρα

 και φωνές και στεναγμοί

 παντού κλάψα, παντού αντάρα,

 και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι

 εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

 Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

 εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

 και κυλάει στη λαγκαδιά,

 και το αθώο χόρτο πίνει

 αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

 Tης αυγής δροσάτο αέρι,

 δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

 στων ψευδόπιστων το αστέρι  (5)

 φύσα, φύσα εις το Σταυρό.

74

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

 

75

Tης Kορίνθου ιδού και οι κάμποι

 δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

 εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

 εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76

εις τον ήσυχον αιθέρα

 τώρα αθώα δεν αντηχεί

 τα λαλήματα η φλογέρα,

 τα βελάσματα το αρνί

77

 τρέχουν άρματα χιλιάδες

 σαν το κύμα εις το γιαλό

 αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες

 δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

 και ξανάλθετε σ’ εμάς

 τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε

 πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

 και με πάτημα τυφλό

 εις την Kόρινθο αποκλειούνται

 κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

 Πείναν και Θανατικό

 που σε σχήμα ενός σκελέθρου

 περπατούν αντάμα οι δυο.

81

 Kαι πεσμένα εις τα χορτάρια

 απεθαίνανε παντού

 τα θλιμμένα απομεινάρια

 της φυγής και του χαμού.

 

82

Kαι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

 που ό,τι θέλεις ημπορείς,

 εις τον κάμπο, Eλευθερία,

 ματωμένη περπατείς.

83

 Στη σκιά χεροπιασμένες,  (6)

 στη σκιά βλέπω κι εγώ

 κρινοδάκτυλες παρθένες,

 οπού κάνουνε χορό

84

στο χορό γλυκογυρίζουν

 ωραία μάτια ερωτικά,

 και εις την αύρα κυματίζουν

 μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

 

85

H ψυχή μου αναγαλλιάζει

 πως ο κόρφος καθεμιάς

 γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

 γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86

 Mες στα χόρτα, τα λουλούδια,

 το ποτήρι δεν βαστώ

 φιλελεύθερα τραγούδια

 σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

 Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

 των Eλλήνων τα ιερά,

 και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

 χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

88

Πήγες εις το Mεσολόγγι

την ημέρα του Xριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι  (7)

για το τέκνο του Θεού.

89

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα

στάσου ολόρθη, Eλευθεριά»

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά.  (8)

91

Eις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Aγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν

 με πολλή ποδοβολή,

 κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

 Eπετάχτηκες Eσύ.

94

A! το φως, που σε στολίζει

 σαν ηλίου φεγγοβολή

 και μακρόθεν σπινθηρίζει,

 δεν είναι, όχι, από τη γη

95

λάμψιν έχει όλη φλογώδη

 χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

 φως το χέρι, φως το πόδι,

 κι όλα γύρω σου είναι φως.

 

96

Tο σπαθί σου αντισηκώνεις,

 τρία πατήματα πατάς,

 σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

 και εις το τέταρτο κτυπάς

97

με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

«Aυτός λέγει… Aφοκρασθήτε

Eγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ  (9)

πέστε, πού θ’ αποκρυφθήτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

«Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ’ αυτήν αν συγκριθή

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100

«Kατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δένδρα και θνητούς,

101

«και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του ανέμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή».

102

Kάποιος ήθελε ερωτήσει:

του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήση

ή μ’ εσέ να μετρηθή;

103

H γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104

Tην αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Kακορίζικοι, που πάτε

του Aχελώου μες στη ροή  (10)

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106

ν’ αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Bλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθή

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει,

όσο οπού να νεκρωθή

110

κεφαλές απελπισμένες

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται –αυξαίνοντας η πρώτη

του Aχελώου νεροσυρμή–

το χλιμίτρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν’ άκουα να βουίξη

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξη

κάθε σπέρμα Aγαρηνό

113

Kαι εκεί που ‘ναι η Aγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξη

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξη

ο αδελφός του Φεγγαριού  (11)

115

Kάθε πέτρα μνήμα ας γένη,

και η Θρησκεία κι η Eλευθεριά

μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Kαι χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός

πάντα πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

A! γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Mωυσή;

Mεγαλόφωνα, την ώρα

οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός

120

ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Aαρών,

η προφήτισσα Mαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,  (12)

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τς αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

123

Eις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Tο στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Mε βρυχίσματα σαλεύει,

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί

126

φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις

130

με επιθύμια να τηράζης

δύο μεγάλα σε θωρώ,  (13)

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί

χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σ’ επέταξεν εκεί.

133

Eκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Kειές τες δάφνες που εσκορπίστε  (14)

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε αποθαμένος

ο αρχηγός της Eκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς.

136

Έχει ολάνοιχτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθή

τ’ Άγιον Aίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θενά ξαναβγή

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθή

εις οποίον δεν πολεμήση

και ημπορεί να πολεμή.

138

Tην ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

H καρδιά συχνοσπαράζει…

Πλην τί βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Kοιτάει γύρω εις την Eυρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Eλλάδα, και αρχινά:

141

«Παλικάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

«Aπ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σάς μαδεί

143

«μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ! τον νουν σάς τυραννεί.

144

«H Διχόνια, που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145

«Kειο το σκήπτρο που σας δείχνει,

έχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

«Aπό στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην ‘πωθή,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

«Mην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

«Eάν μισούνται ανάμεσό τους,

δεν τους πρέπει ελευθεριά».

148

«Tέτοια αφήστενε φροντίδα

όλο το αίμα οπού χυθή

για θρησκεία και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

«Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε,

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

πόσο ακόμη να παρθή

πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151

«Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…

Kαταστήστε ένα σταυρό

και φωνάξετε με μία:

Bασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152

«Tο σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153

«Aκατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν

και την πίστη αναγελούν.

154

«Eξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: «Nα ‘κδικηθώ».

155

«Δεν ακούτε εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Tώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

«Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος

σαν του Aβέλ καταβοά

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

«Tί θα κάμετε; θ’ αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν ή θα την λύστε

εξ αιτίας Πολιτικής;

158

«Tούτο ανίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό

Bασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ».

 

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857) Κυρίαρχη μορφή της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κόντε Νικόλαος αποκατέστησε με γάμο τη μητέρα του ποιητή, πέθανε όμως γρήγορα και εκείνη παντρεύτηκε το 1807 σε δεύτερο γάμο το Μανώλη Λεονταράκη, ενώ ο Διονύσιος τέθηκε υπό την εποπτεία επιτροπής. Το 1810 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία με τη συνοδεία του ιταλού ιερωμένου και δασκάλου του Don Santo Rossi. Φοίτησε στο Λύκειο της Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Πάβια, όπου πραγματοποίησε νομικές σπουδές κατά την περίοδο 1815-1817, χωρίς να πάρει πτυχίο. Στην Πάβια ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των ρομαντικών και τον κλασικιστή ποιητή Βιτσέντζο Μόντι. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα θρησκευτικής θεματολογίας στα ιταλικά και συνδέθηκε φιλικά με τον Γεώργιο Τερτσέτη και τον Αντώνιο Μάτεσι. Το 1822 τυπώθηκε στην Κέρκυρα η συλλογή σονέτων του Rime improvisate. Τότε έγραψε επίσης ποιήματα στα ελληνικά με επιρροές από τους Χριστόπουλο και Βηλαρά. Την περίοδο 1821-1822 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας για την πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα και το Σύνταγμα του 1817, προς τον Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Το Μάη του 1823 έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και το 1824 την πρώτη εκδοχή του Λάμπρου και το πεζό κείμενο Διάλογος, όπου εκφράστηκε ενάντια στη γλωσσική θεωρία του Κοραή για τη μέση οδό. Το 1825 έγραψε την Καταστροφή των Ψαρών. Το 1826 ξεκίνησε τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δημοσίευσε δύο χειρόγραφα ποιήματά του και ξαναεπεξεργάστηκε το Λάμπρο. Το 1827 εκφώνησε στην καθολική μητρόπολη της Ζακύνθου το Εγκώμιο στον Ugo Foscolo, με το οποίο ολοκληρώθηκε η λεγόμενη Ζακυνθινή δεκαετία της δημιουργίας του. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο, επηρεάστηκε από το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Το 1829 έγραψε την Εις Μοναχήν Νεκρική Ωδή ΙΙ , την τρίτη μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος και ένα ποίημα για το Μεσολόγγι, που δημοσίευσε ο Πολυλάς το 1859 ως πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Το 1833 αναγκάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του Δημήτριου, που είχε οικειοποιηθεί το όνομα του Σολωμού. Η υπόθεση έληξε με δικαίωση του ποιητή, κράτησε όμως μέχρι το 1838 και τον καταπόνησε ψυχικά. Στο μεσοδιάστημα έγραψε τον Κρητικό, εγκατέλειψε το σχέδιο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος, με την οποία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο της ποίησης και της πεζογραφίας λογοτεχνικό είδος, επέμεινε ωστόσο στο θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου, γράφοντας το 1834 τη δεύτερη ημιτελή μορφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων και την τρίτη το 1844, σε στίχο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα, ωριμότερη δημιουργική του περίοδο. Το 1847 έγραψε το ποίημα Εις τον θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο και το 1849 το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φράιζερ. Την τελευταία αυτή περίοδο δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, τα αποσπάσματα που σώζονται όμως (όπως ο Πόρφυρας) είναι αποκαλυπτικά του νέου εύρους του στοχασμού του. Ο Σολωμός πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Δύο χρόνια αργότερα ο Πολυλάς εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, τα οποία έτυχαν ψυχρής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους. Προσεκτικότερη μελέτη του έργου του Σολωμού και ανίχνευση των οραματισμών του πραγματοποιήθηκαν μετά από αρκετά χρόνια. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Διονύσιου Σολωμού βλ. Ανδρειωμένος Γιώργος, «Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (1798-1857)», Διαβάζω213, 12/4/1989, σ.28-37, Καψωμένος Ερατοσθένης Γ., «Χρονολόγιο Σολωμού», Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση· Ερμηνευτική μελέτη, σ.127-148. Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998, Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Διονύσιος Σολωμός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΒ΄,2, σ.124-142. Αθήνα, Σοκόλης, 1999, Κριαράς Εμμανουήλ, Διονύσιος Σολωμός· Ο βίος – Το έργο. Αθήνα, Εστία, 1969 (έκδοση β΄) και «Σολωμός, Βίος και έργο», Νέα Εστία104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235, σ.3-25 και Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Οιπρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) Ι.Ποίηση
Rime improvisate. Κέρκυρα, 1822.
Ύμνος εις την Ελευθερίαν Imno alla Liberta. Μεσολόγγι, 1825.
Εγκώμιο για τον Ούγο Φόσκολο (Elogio di Ugo Foscolo)
Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ. Παλίτη. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών- Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1978.
Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού
Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11
Εκδοτική δοκιμή. Αθήνα, Ερμής, 1982 [από την Ελένη Τσαντσάνογλου]. ΙΙ.Πεζογραφία
Η γυναίκα της Ζάκυθος
Νέα έκδοση φροντισμένη από τον Λίνο Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1944. ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Διονυσίου Κόμητος Σολωμου [Ρωσολίμου]. Ζάκυνθος, 1857.
Ποιήματα Σολωμού και ωδή εις τον θάνατόν του · υπό Ανδρ. Δαλλαπόρτα. Αθήναιον, 1858.
Διονυσίου Σολωμού· Τα ευρισκόμενα μετά προλόγου υπό Ιακ. Πολυλά. Κέρκυρα, τυπ. Ερμής, 1859.
Άπαντα Διονυσίου Σολωμόυ· Ήτοι τα μέχρι σήμερον εκδοθέντα μετά προσθήκης πλείστων ανεκδότων προλεγομένων και σημειώσεων [υπό Σπ.Δε Βιάζη]· Εκδιδόμενα υπό Σεργίου Χ.Ραφτάνη. Ζάκυνθος, τυπ. Παρνασσός, 1880.
Άπαντα τα ευρισκόμενα μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κ.Παλαμά. Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1901 (και ανατύπωση Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921).
Άπαντα τα ευρισκόμενα · Προλεγόμενα Ιακ.Πολυλά – Μελέτη και μετάφρασις των ιταλικών Γ.Καλοσγούρου. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
Άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα· Με τον Διάλογον και τα Προλεγόμενα του Ιακ.Πολυλά· Φροντίδα, σχόλια και κατάταξη Γερ.Σπαταλά. Αθήνα, Βασιλείου, 1936.
Άπαντα, τόμος πρώτος, Ποιήματα
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1948.
Ιταλικά ποιήματα
Μετάφραση, προλεγόμενα, κατάταξη και σχόλια Γεράσιμου Σπαταλά. Αθήνα, 1948.
Δ.Σολωμός· Επιμέλεια Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη).
Τα ιταλικά ποιήματα· με έμμετρη μετάφραση και σχόλια Κώστα Καιροφύλλα και πρόλογο του ακαδημαϊκού κ.Σπύρου Μελά. Αθήνα,1954.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1955.
Άπαντα· Ποιήματα και πεζά· Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, 1957.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, παράρτημα
Ιταλικά (ποιήματα και πεζά). Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ.Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Αυτόγραφα έργα
επιμέλεια Λίνου Πολίτη. Α.Φωτοτυπίες Β. Τυπογραφική μεταγραφή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964.
Άπαντα· Εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις, γλωσσάριον Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1969.
ΆπανταΑ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1970.
ΆπανταΒ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1972.
Άπαντα, τόμος τρίτος· Αλληλογραφία· Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Ποιήματα και πεζά· Επιμ. – Εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου. Αθήνα, Στιγμή, 1994.
Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους· Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Βελουδής. Αθήνα, Περίπλους, 1997.

[ΠΗΓΗ: EKEBI]

Άρθρο Νάσου Βαγενά,Το ΒΗΜΑ, 21/01/2007

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (17 Δεκεμβρίου), μιλώντας για την αφανή επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Κοτζιούλα, έγραφα ότι οι λογοτεχνικές επέτειοι είναι χρήσιμες, γιατί προσφέρονται για επανεξετάσεις έργων και απόψεων. Εννοούσα βέβαια ότι υπάρχουν και επέτειοι συμβατικές, όταν τίποτε το καινούργιο δεν έχει ειπωθεί (ή δεν έχει να ειπωθεί) και οι εκδηλώσεις τους αναλώνονται στην επανάληψη των τετριμμένων. Δεν είχα σκεφτεί ότι οι συμβατικές επέτειοι μπορούν κάποτε να αποβούν βλαπτικές, γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί επετειακό αφιέρωμα στον Σολωμό μεγάλης απογευματινής εφημερίδας. Ο σχολιασμός αυτού του αφιερώματος θα μπορούσε να γίνει αφορμή να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις όχι μόνο για τη λειτουργία των συμβατικών επετείων αλλά και για τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας τα ένθετα βιβλίων ορισμένων εφημερίδων.

Το πρώτο χαρακτηριστικό του εν λόγω αφιερώματος, που αποτελείται από δώδεκα κείμενα εννέα συνεργατών, τα οποία καταλαμβάνουν δεκαπέντε σελίδες, είναι η ταχύτητα (το ένθετο έχει τον τίτλο «Βιβλιοδρόμιο»). Πριν ακόμη μπούμε στο 2007, στις 30 Δεκεμβρίου 2006, το ένθετο εγκαινιάζει μιαν επέτειο του ερχόμενου έτους (150 χρόνια από τον θάνατο του Σολωμού) διεκδικώντας έτσι μια δημοσιογραφική πρωτιά. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αυτοπεποίθηση: οι υπεύθυνοι του ενθέτου και του αφιερώματος ονομάζουν το 2007 «Ετος Σολωμού», προφανώς γιατί είναι βέβαιοι ότι αποτελεί τη σημαντικότερη λογοτεχνική επέτειο του έτους.

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αγνοούσαν ότι το 2007 έχουμε δύο ακόμη λογοτεχνικές επετείους (πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και εκατό χρόνια από τη γέννηση του Εγγονόπουλου)· ούτε θα πρέπει να τους είχε διαφύγει το γεγονός ότι επέτειος Σολωμού, και μάλιστα χρονικά σημαντικότερη, ως εκατονταετηρίδα (διακόσια χρόνια από τη γέννησή του), εορτάσθηκε εννέα μόλις χρόνια πριν: το 1998 είχε ονομαστεί «Ετος Σολωμού». Φαίνεται ότι έσπευσαν να προτάξουν τον Σολωμό, γιατί ανακάλυψαν ότι ο Σολωμός – όπως υπογραμμίζουν με τον τίτλο του αφιερώματος – παραμένει έως σήμερα «το εθνικό μας φάντασμα» («άγνωστος, αφανής και παραγνωρισμένος») και ότι «ήρθε η ώρα για νέες προσεγγίσεις» του.

Ομως ο Σολωμός ούτε φάντασμα είναι, ούτε άγνωστος, ούτε παραγνωρισμένος. Είναι ο πλέον γνωστός (με όποια σημασία και αν δίναμε στη λέξη) Ελληνας ποιητής: ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση, ο πλέον μελετημένος – αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι ακριβώς γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο· όγκος που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο με το πλήθος των νέων μελετών που παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, συμπόσια, ημερίδες και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων του πρόσφατου «Ετους Σολωμού», η χρονική εγγύτητα του οποίου με το 2007 καθιστά περιττό τον ορισμό του παρόντος έτους ως ενός ακόμη «Ετους Σολωμού» (σωστά το υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε το 2007 «Ετος Μαρίας Κάλλας»).

Αλλά το πλέον ενδιαφέρον στο αφιέρωμα του «Βιβλιοδρομίου» δεν είναι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως αφανούς ή αγνώστου. Είναι το γεγονός ότι, αν και αναγγέλλει τυμπανοκρουστικά θησαυρούς νέων προσεγγίσεων, τα κείμενά του δεν περιέχουν ούτε ένα νέο στοιχείο. Απλώς επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά, τα οποία το αφιέρωμα προβάλλει με τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει νέες σολωμικές αναγνώσεις (φοβάμαι ότι στο παιχνίδι των εντυπώσεων έχουν περιπλακεί, προφανώς άθελά τους, και οι συγγραφείς των κειμένων του, έγκυροι σολωμιστές).

Ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω ένθετο επέλεξε και πλάσαρε το αφιέρωμα στον Σολωμό έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας βιβλιοκριτικής συμπεριφοράς την οποία σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ονομάσαμε λογοτεχνική κριτική life-style. Πρόκειται για έναν τρόπο παρουσίασης της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί από την άκρατη εμπορευματοποίηση του λογοτεχνικού βιβλίου και έχει γίνει χαρακτηριστικός των ενθέτων βιβλίου ορισμένων εφημερίδων. Κύριο γνώρισμα του τρόπου αυτού, που είναι προφανές ότι βρίσκεται υπό την σκιά του βιβλιοεκδοτικού marketing, είναι η πριμοδότηση των δυνάμει ή εν ενεργεία «ευπώλητων» βιβλίων, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ένθετα αυτά παρουσιάζουν – σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – σχεδόν αποκλειστικά βιβλία πεζού λόγου (κυρίως μυθιστορήματα), ότι καλλιεργούν περισσότερο τη βιβλιοπαρουσίαση παρά τη βιβλιοκριτική, και ότι από τις σελίδες τους έχουν σχεδόν αποκλειστεί τα ποιητικά βιβλία, που, ως γνωστόν, «δεν πουλάνε». Οι ελάχιστες αναφορές τους σε έργα ποιητικά είναι κυρίως θεωρήσεις φαντασμαγορικές (όπως αυτή του βιβλιοδρομικού αφιερώματος) μεγάλων έργων του παρελθόντος, που αισθάνεται κανείς ότι χρησιμοποιούνται ως κριτικά φύλλα συκής, για να κρατηθούν τα ποιητικά προσχήματα.

Η απαξίωση της ποίησης από τα ένθετα αυτά δηλώνεται και από το γεγονός ότι στους ετήσιους απολογισμούς τους τα ποιητικά βιβλία απουσιάζουν. Ενα παράδειγμα: Στα «100 βιβλία της χρονιάς που αξίζει να διαβάσετε», τα οποία επέλεξε (10.12.2006) το ένθετο βιβλίου μεγάλης εφημερίδας (τα περισσότερα λογοτεχνικά), δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ποίησης. Κι ας εμφανίστηκαν το 2006 ποιητικά βιβλία σημαντικότερα από πολλά μυθιστορήματα που εκθειάζονται σε αυτόν τον απολογισμό. Εννοείται ότι και στις 62 διαφημίσεις λογοτεχνικών βιβλίων, που φιλοξενεί το ένθετο, για βιβλίο ποιητικό δεν υπάρχει ούτε μία.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νάσου Βαγενά

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Έτσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ήταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

To Βήμα της Κυριακής, 13-12-1998

 

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Α»

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Β»

1.

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2.

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ»

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Nεοελληνική Λογοτεχνία : «EΙΣΑΓΩΓΗ «, επιμέλεια: Όλγα Παλαιοχωρίτου, Φιλόλογος


ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

10ος αι.: αρχή διαμόρφωσης της νεοελληνικής γλώσσας και πολιτισμού.

Χαρακτηριστικά – μάρτυρες της μετάβασης: 1) Γλώσσα: 10ος αι.: η ομιλούμενη γλώσσα – φθογγολογικές, τυπικές και συντακτικές αλλαγές. 11ος αι.: πληθαίνουν τα λογοτεχνικά κείμενα σε δημωδέστερη γλώσσα, 2) Εκφραστικοί τρόποι: οι εκφραστικοί τρόποι των πρώτων κειμένων της δημώδους νεοελ. λογοτεχνίας είναι ίδιοι με τους εκφραστικούς τρόπους των κειμένων του 18ου αι. (αδιάπτωτη χρήση – ένδειξη καθαρά νεοελληνική), 3) Στιχουργική: Στην ελληνιστική κοινή χάνεται η προσωδία (εκφώνηση λέξης σύμφωνα με την ποσότητα της συλλαβής) à συνέπειες στη μετρική (ο ρυθμός τώρα δημιουργείται από την εναλλαγή άτονων – τονισμένων συλλαβών και όχι μακρών – βραχέων) à ΙΑΜΒΙΚΟΣ 15ΣΥΛΛΑΒΟΣ ή ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ, 4) Θεματική ανανέωση: Από τη βυζαντινή ποίηση (κοσμική ποίηση: διδακτικά ποιήματα, ηθικοδιδακτικά και θρησκευτική ποίηση: υμνογραφία) à νεοελληνική ποίηση – επιρροές από τη Δύση à ιπποτικά μυθιστορήματα (ιπποτικός ρομαντισμός, υποταγή ηρώων στον έρωτα, μονομαχίες, αγάπη για περιπέτεια σε χώρες μακρινές κλπ.) και επιρροές από την Ανατολή (κόσμος παραμυθιού, μάγισσες, δράκοι, μαγικά δαχτυλίδια). Παράλληλα και ηθικοδιδακτική ποίηση (τελευταίοι αιώνες πριν από την Άλωση), 5) Διαμόρφωση νεοελληνικής συνείδησης: Αρχαιότερο μνημείο λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας – Έπος Βασιλείου Διγενή Ακρίταέκφραση των ιδεωδών και πόθων του ελληνικού γένους.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 10ος αι. – 1453:

i. Πρώτη φάση: 10ος αι. – 1204

ii. Δεύτερη φάση: 1204 – 1453

Β΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1453 – 1669 (κατάληψη Κρήτης από Τούρκους)

Γ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ : χρόνοι αφύπνισης νέου ελληνισμού (1669 – 1830):

i. Πρώτη φάση: 1669 – 1774 (Θρησκευτικός Ουμανισμός)

ii. Δεύτερη φάση: 1774 – 1830 (Ακμή Νεοελληνικού Διαφωτισμού)

Δ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1830 – Σήμερα.

§ ¦ §

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (10ος αι. – 1453)

Ι. 10ος αι. – 1204: δημοτικό τραγούδι και λόγια παραγωγή.

Δημοτικό τραγούδι: Ακριτικά: < ειδικές αμυντικές συνθήκες – ανατολικά σύνορα κράτους (9ος – 11ος αι.) – εναντίον Αράβων à ακριτικά τραγούδια: ηρωικός χαρακτήρας και επική μορφή (ανδρεία ακριτών με υπερφυσικές διαστάσεις).

Λόγια παραγωγή: Έπος Διγενή Ακρίτα: μέσα 11ου αι. / το πρωτότυπο δεν έχει σωθεί. Σώζονται έξι μεταγενέστερες παραλλαγές [Κρυπτοφέρης ή Grottaferrata (μοναστήρι κοντά στη Ρώμη), Τραπεζούντας (μονή Σουμελά), Άνδρου – Αθηνών, Εσκοριάλ (Ισπανία), Οξφόρδης (Αγγλία) και Άνδρου (πεζή παραλλαγή)]. Πρόκειται για την έμμετρη βιογραφία της ζωής του Βασίλειου Διγενή.

ΙΙ. 1204 – 1353: α) Έργα με δυτικές επιδράσεις:  Χρονικόν του Μορέως: παρουσιάζει γλωσσικό και ιστορικό ενδιαφέρον δεν έχει όμως ποιητική αξία. Ο συγγραφέας του ήταν κάποιος εξελληνισμένος Φράγκος, ‚ Ιπποτικά μυθιστορήματα (ακριτικό και ιπποτικό πνεύμα) [Λίβιστρος και Ροδάμνη, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Ιμπέριος και Μαργαρώνα, Φλώριος και Πλαντζιαφλώρα], β) Έργα με επιρροές από τη βυζαντινή παράδοση:  Αυτά που έχουν πρόθεση ηθικοδιδακτική και ‚ Ιστορίες ζώων.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1453 – 1669)

Ελληνισμός κατά την περίοδο αυτή: Α. λατινοκρατούμενος ελληνισμός, Β. ελληνισμός της διασποράς, Γ. τουρκοκρατούμενος ελληνισμός.

Α. λατινοκρατούμενος ελληνισμός: α) Ρόδος (1309: κατάκτηση από ιππότες Αγίου Ιωάννη – 1522: κατάκτηση από Τούρκους): Ερωτοπαίγνια ή Καταλόγια (ερωτικά τραγούδια πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι) [μέσα 15ου αι.], β) Κύπρος (1191 – Φράγκοι, 1489 – Ενετοί, 1571 – Τούρκοι): Φραγκοκρατία à Χρονικά (κυπριακή διάλεκτος): +) Λ. ΜαχαίραςΕξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου , ++) Γ. Βουστρώνιος – συλλογή λυρικών ποιημάτων, γ) Κρήτη (1211 – Ενετοί, 1669 – Τούρκοι):

Πρώιμη περίοδος (15ος 16ος αι.) [επιβίωση βυζαντινής παράδοσης και βυζαντινής Αναγέννησης]: +) Θέμα – έρωτας: Ριμάδα κόρης και νιου, ++) Σάτιρα σύγχρονων ηθών:  Στεφ. Σαχλίκης – εικόνα αστικής ζωής του καιρού του, ‚ Γαδάρου λύκου κι αλουπούς διήγησις χαρίεις < βυζ. Παράδοση με ιστορίες ζώων, +++) Αναφορά στο θάνατο και την παροδικότητα της ζωής:  Ιωάννης Πικατόρος: Ρίμα θρηνητική και πένθιμη εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην, ‚ Μπεργαδής: Απόκοπος.

Περίοδος ακμής (βλ. παρακάτω)

Β. Ελληνισμός της διασποράς: Ν. Σοφιανός: +) μετάφραση ψευδοπλουτάρχειου έργου Περί παίδων αγωγής και ++) Γραμματική τέχνη (γραμματική δημοτικής γλώσσας) [1544].

Γ. Τουρκοκρατούμενος ελληνισμός (β΄ μισό 16ου αι.): Αποφασιστικός ο ρόλος της Εκκλησίας à αντικατέστησε την ανύπαρκτη πολιτική εξουσία, ενίσχυσε τη θρησκευτική πίστη και το εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων και ίδρυσε σχολεία (ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ).

Εκπρόσωποι: Μελέτιος Πηγάς (κληρικός και λόγιος): λόγοι σε δημοτική γλώσσα (αρχή καλλιέργειας εκκλησιαστικής ρητορικής), Θεόφιλος Κορυδαλεύς: δάσκαλος της Πατριαρχικής Σχολής και συγγραφέας υπομνημάτων του Αριστοτέλη, Ευγένιος Γιαννούλης Αιτωλός: δίδαξε σε μικρές πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας.

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1669 – 1830)

Ευρωπαϊκός διαφωτισμός: ευρωπαϊκή ιδεολογική κίνηση à πολιτική και πνευματική απελευθέρωση ανθρώπου. Αισιόδοξο κίνημα:  μεγάλη σημασία στα θέματα αγωγής, ‚ προάγει ξένες γλώσσες, ƒ καλλιεργεί κριτική έρευνα και γνώση του φυσικού κόσμου με τη χρήση του ορθού λόγου εναντίον κάθε έννοιας αυθεντίας, „ κηρύττει την ανεξιθρησκία και … αξιοπρέπεια ανθρώπου. Στάση απέναντι στην αρχαιότητα και αρνητική (βασίζεται στα επιτεύγματα των νεότερων και καταδικάζει κάθε παρελθόν) και θετική (ο αρχαίος (κλασικός) κόσμος – πρότυπο ελεύθερης σκέψης ≠ μεσαίωνα à ανάπτυξη αρχαιολογίας, κλασικών σπουδών, εμφάνιση νεοκλασικισμού στην τέχνη και τη λογοτεχνία).

Νεοελληνικός διαφωτισμός (3 ΠΕΡΙΟΔΟΙ): α) Προδρομική: Βολταίρος – σύμβολο ελευθεροφροσύνης à Θωμάς Μανδαράσης, Ιώσηπος ΜοισιόδακαςΑπολογία, Ευγένιος Βούλγαρης, β) Γαλλική Εγκυκλοπαίδεια (Ντιντερό) à Καταρζής, Ρήγας, Φιλιππίδης και ΚωνσταντάςΝεωτερική Γεωγραφία, γ) Κίνηση ιδεολόγων (ομάδα Γάλλων διανοούμενων – ελευθερόφρονες, ενάντια στη χρήση βίας) à Αδ. Κοραής – άνοδος ελληνικής παιδείας.

+) Διαμόρφωση μεσαίας αστικής τάξης – Έλληνες έμποροι – πάθος για την παιδεία και την απελευθέρωση του έθνους, ++) Εκκλησία και Φαναριώτες ρέπουν προς τη συντήρηση, +++) διάδοση ρεύματος νεοκλασικισμού – μίμηση κλασικής αρχαιότητας στην τέχνη και τη λογοτεχνία à αναβίωση Ανακρεοντισμού και του ευρύτερου λογοτεχνικού ρεύματος του Αρκαδισμού (σχολή λογοτεχνική – όνομα < ποιμενική περιοχή της Ελλάδας. Ιδανικό – επιστροφή στη φυσικότητα και την απλότητα· αρχικά στην Ιταλία και μετά στην Ευρώπη – εποχή διαφωτισμού). Το 1559 εκδόθηκαν 60 ποιήματα που αποδόθηκαν στον Ανακρέοντα (6ος αι. π.Χ.). στην πραγματικότητα γράφτηκαν κατά μίμηση των ποιημάτων του στη βυζαντινή περίοδο. Εξυμνούν τις χαρές και τα θέλγητρα του έρωτα, των συμποσίων, της Άνοιξης, της Αφροδίτης και του Βάκχου à αντίστοιχη παραγωγή στην Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. Στην Ελλάδα – Χριστόπουλος, Βηλαράς.

1. Η ΠΟΙΗΣΗ (κάμψη): – Άνθη Ευλαβείας (έκδοση του Φλαγγινιανού Φροντιστηίου της Βενετίας – στιχουργικά γυμνάσματα για την Κοίμηση της Θεοτόκου), – Καισάριος Δαπόντες (έμμετρα πεζολογήματα με ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο), – Φαναριώτικη ποίηση (ερωτική στοχοπλοκία): Χριστόπουλος, Βηλαράς (λαϊκή γλώσσα, πρόδρομοι Σολωμού), Ρήγας Βελεστινλής (λαϊκή γλώσσα, ποίηση στην υπηρεσία της απελευθέρωσης του Γένους).

2. Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: α) Εκκλησιαστική Ρητορική: Φραγκίσκος Σκούφος Τέχνη Ρητορική (απλή γλώσσα), Ηλίας ΜηνιάτηςΔιδαχές (απλή γλώσσα), Ευγένιος Βούλγαρης (αρχαΐζουσα), Νικηφόρος Θεοτόκης. Κοσμάς ο Αιτωλός, Νεόφυτος Ροδινός, β) Επιστολογραφία (ανάμεσα σε εμπ΄ρους και λόγιους, έκφραση στοχασμών για διδαχή – Κοραής), γ) Αφηγηματική πεζογραφία: +) Ανώνυμος 1789, ++) Το σχολείον των ντελικάτων εραστών (μεταφράσεις Ρήγα από γαλλικά), +++) Έρωτος Αποτελέσματα.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1830 – σήμερα)

Ι. ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ (εμφανίζεται λίγο νωρίτερα από τη χρονολογία του τίτλου).

ΙΙ. ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (1830 – 1880)

ΙΙΙ. Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880 – 1922)

ΙV. Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1922 – σήμερα):

Α) 1922 – 1945:  Πρώτη δεκαετία μεσοπολέμου (1922 – 1930), ‚ Γενιά του 1930.

Β) 1945 – σήμερα: Μεταπολεμική λογοτεχνία.

§ ¦ §

Ι. ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

Μακροχρόνια επαφή με τη Δύση: 1204 (Ενετοκρατία), 1497 (Τουρκοκρτία – κυρίως στη Λευκάδα ≠ επιρροή), 1797 [συνθήκη Καμποφόρμιο: ο γαλλικός στόλος κατέλυσε το φεουδαρχικό καθεστώς και πρόσφερε την απελευθέρωση από την «τυραννία των ευγενών»· οι κάτοικοι καίνε το Λίμπρο ντ’ όρο (Χρυσή βίβλος: περιείχε τα ονόματα των ευγενών). 1798 (Ρώσοι), 1800 (ίδρυση πρώτου ελληνικού ανώτατου ιδρύματος με την επικυριαρχία της Υψυλής Πύλης), 1815 (συνθήκη Βιέννης – Αγγλική κυριαρχία), 1864 (ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό)].

Επιρροές στην τεχνοτροπία της επτανησιακής σχολής: α) ιταλική επιρροή και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, β) Κρητική επιρροή (μετά το 1669 πολλοί Κρητικοί à Επτάνησα), γ) δημοτικό τραγούδι, δ) Βηλαράς και Χριστόπουλος.

ΘΕΜΑΤΑ:  θρησκεία, ‚ πατρίδα, ƒ γυναίκα, „ φύση.

Προσωλομικοί: Α. Μαρτελάος (αντίστοιχο του Ρήγα στα Επτάνησα), Ν. Κουτούζης (ιδεολογικός αντίπαλος προηγούμενου), Θωμάς Δανελάκης, Ανδρέας Σιγούρος, Νικ. Κούρτσολας.

ΣΟΛΩΜΟΣ (< αγώνας εθνεγερσίας): επιδίωξή του η τελειότητα με την απόλυτη ταύτιση τω ποιητικών του συλλήψεων με την εκφραστική τους απόδοση.

Σολωμικοί & Μετασολωμικοί (επιρροές από Σολωμό): Γ. Τερτσέτης, Α. Μάτεσης, Ι. Τυπάλδος, Ι. Πολυλάς, Γ. Μαρκοράς, Σπυρ. Μελισσηνός, Αντώνιος Μανούσος, / μετασολωμικοί: Γεωρ. Καλοσγούρος, Λ. Μαβίλης.

* Μικέλης Άβλιχος: από αυτούς που απομακρύνονται από την επτανησιακή παράδοση και συγχωνεύονται με το κέντρο της ελληνικής πνευματικής ζωής στην Αθήνα.

Εξωσολωμικοί: Α. Κάλβος, Αρ. Βαλαωρίτης, Α. Λασκαράτος.

ΔΟΚΙΜΙΟ (σχετικά με τη σημασία της δημοτικής γλώσσας): Έγραψαν σχεδόν όλοι οι Επτανήσιοι: Ι. ΠολυλάςΠρολεγόμενα στην έκδοση των «ευρισκομένων» του Σολωμού.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στη δημοτική – έργα αρχαιοελληνικά, λατινικά, γερμανικά, αγγλικά, ιταλικά, ακόμη και σανσκριτικά.

ΘΕΑΤΡΟ: 1η ΦΑΣΗ: < κρητική παράδοση ακόμη και στη γλώσσα. Παράλληλα Ομιλίες (υπαίθριες ιταλικές παραστάσεις σε πανηγύρια – διασκευές γνωστών τραγωδιών ή μυθιστορημάτων).

2η ΦΑΣΗ: Δημήτριος Γουζέλης – ο Χάσης (διακωμώδηση τύπου λεονταρή – ψευδοπαλικαρά), Αντ. Μάτεσης – ο Βασιλικός (κοινωνικό δράμα – απόδοση επτανησιακής κοινωνίας).

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτζάν (αυτοβιογραφικό αφήγημα για την κοινωνία της εποχής και για τη θέση της γυναίκας σ’ αυτή).

§ ¦ §

ΙΙ. ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

(1830 – 1880)

ΑΘΗΝΑ – έντονη λογοτεχνική κίνηση < Έλληνες λόγιοι από την Πόλη, οι Φαναριώτες στην Αθήνα.

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ:  Στροφή στην αδέσμευτη φαντασία και το συναίσθημα, ‚ επιστροφή στη φύση και στο παρελθόν, ƒ αντίθεση με τον κλασικισμό – αυστηροί μορφολογικοί κανόνες και ισορροπία λόγου και συναισθήματος ≠ ρομαντισμός: ελευθερία στη μορφή, „ χαλαρή έκφραση που φτάνει ως την προχειρολογία, … πομπώδες ύφος, † στροφή στο ένδοξο παρελθόν (αρχαίο και πρόσφατο), ‡ μελαγχολική διάθεση à απαισιοδοξία και εμμονή θανάτου, ˆ καθαρεύουσα.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ:

Ποίηση: Π. Σούτσος – Ο Οδοιπόρος, Αλ. Σούτσος – Τουρκομάχος Ελλάς, Περπλανώμενος, Αλ. Ρίζος Ραγκαβής – Δήμος και Ελένη (δημοτική γλώσσα), Διονύσου Πλους (στροφή προς την αρχαΐζουσα και το νεοκλασικισμό), Γεωρ. Ζαλόκωστας, Θεοδ. Ορφανίδης, Ιω. Καρασούτσας, Δημ. Βαλαβάνης (οι δυο τελευταίοι αξιολογότεροι), Δ. Παπαρηγόπουλος, Σπ. Βασιλειάδης (οι δυο τελευταίοι κυριαρχία θανάτου), Αχ. Παράσχος.

Πεζογραφία: Δεν ακολουθεί αυστηρά το πνεύμα του ρομαντισμού με εξαίρεση τα ιστορικά μυθιστορήματα: Ο Αυθέντης του Μορέως Αλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ηρωίδα της Ελληνικής επαναστάσεως Στεφ. Ξένου, Κατσαντώνης και Τελευταία μέρα του Αλή Πασά Κων. Ράμφου.

Επίσης: Εμ. Ροΐ δης Πάπισσα Ιωάννα, Παύλος Καλλιγάς Θάνος Βλέκας (όμως όλα σε αρχαΐζουσα).

ΘΕΑΤΡΟ (μακριά από το ρομαντισμό): Δημ. Βυζάντιος Βαβυλωνία, μεταγενέστερα (σε καθαρεύουσα): Δημ. Βερναρδάκης Μαρία Δοξαπατρή, Κυψελίδες, η Μερόπη και η Φαύστα.

§ ¦ §

ΙΙΙ. Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880 – 1922)

Ποίηση: 1870 – 1880 (όροι αναγέννησης της πνευματικής ζωής – ευνοϊκοί):

Εκπροσωποι – φορείς των σημαδιών της αλλαγής: Γ. Βιζυηνός, Αριστομένης Προβελέγγιος, Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος (Jean Moreas) (με τη συλλογή του Τρυγόνες και Έχιδναι αποχαιρετά κάτι που έσβηνε). Έκδοση φιλολογικού περιοδικού Ραμπαγάς από τους δημοσιογράφους Κλεάνθης Τριντάφυλλος και Βλάσης Γαβριηλίδης. Σ’ αυτό εμφανίζονται οι Γ. Δροσίνης, Κ. Παλαμάς, Γ. Σουρής, Ιω. Πολέμης· όλοι τους εναντιώνονται στο ρομαντισμό και την καθαρεύουσα.

ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΣ:  έμπνευση από την κλασική παράδοση, ‚ έμβλημά του η απάθεια, ƒ ιδανικό: η άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων (ηχηρός και ρωμαλέος στίχος, πλαστική επεξεργασία, πλούσια ομοιοκαταληξία, ανεύρεση και χρήση της μοναδικής λέξης), „ εκρηκτικές εικόνες και φράσεις. ΑΛΛΑ: Λείπει η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα.

Επίσημη παρουσία πρώτων παρνασσιστών: Νίκος Καμπάς (συλλογή: Στίχοι), Γεωρ. Δροσίνης (συλλογή: Ιστοί Αράχνης), Κ. Παλαμάς, Α. Σικελιανός, Κ. Βάρναλης, Ιω. Γρυπάρης.

Κ. Π. Καβάφης: Ανεπηρέαστος τόσο από τον Παλαμά όσο και από τα καθιερωμένα σχήματα στη θεματολογία και στα εκφραστικά μέσα.

Α. Σικελιανός: πληθωρικό ταλέντο, βαθιά λατρεία για την ελληνική παράδοση και φύση, γνήσιος λυρισμός.

Ν. Καζαντζάκης: στροφή ενδιαφέροντός του στην πεζογραφία.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ: Κ. Χατζόπουλος (ο πιο γνήσιος εκπρόσωπος – εκδότης του βραχύβιου περιοδικού ΤΕΧΝΗ), Γ. Καμπύσης, Λ. Πορφύρας, Απ. Μελαχροινός, Πιο ανεξάρτητοι: Μιλ. Μαλακάσης, Ζ. Παπαντωνίου.

Πεζογραφία: Ηθογραφία: στροφή στην ύπαιθρο, απεικόνιση ηθών και εθίμων του ελληνικού λαού à δημιουργία εθνικής πεζογραφίας, απαλλαγή από ξένα πρότυπα (< ανάπτυξη λαογραφίας) à στροφή στο ρεαλισμό και νατουραλισμό (< Νανά του Εμίλ Ζολά) σε μια προσπάθεια για πιστή απεικόνιση της υπαίθρου (βλ. ο Ζητιάνος του Α. Καρκαβίτσα και η Φόνισσα του Αλ. Παπαδιαμάντη). ΑΛΛΑ: η άντληση υποθέσεων από ιδιαίτερες πατρίδες πεζογράφων à τοπικό χαρακτήρα στο έργο τους, εθιμογραφία και λαογραφισμός.

ΑΝΑΝΕΩΣΗ: Κων. Θεοτόκης, Κων. Χατζόπουλος, Δημ. Βικέλας (άνοιξε το δρόμο για το ηθογραφικό μυθιστόρημα με το Λουκή Λάρα – θεωρείται πρόδρομος της γενιάς του ’80), αλλά πραγματική ώθηση:  η έκδοση από το Βιζυηνό του Αμαρτήματος της μητρός μου και ‚ έκδοση του περιοδικού ΕΣΤΙΑ – πρώτος διαγωνισμός για τη συγγραφή ελληνικού διηγήματος (πήραν μέρος οι Καρκαβίτσας, Δροσίνης, Κονδυλάκης, Μητσάκης, Ξενόπουλος κ.ά.).

Αρχές αιώνα (πολιτικός ηγέτης ο Ελ. Βενιζέλος): Κων. Θεοτόκης, Κων. Ξενόπουλος (και οι δυο – διάχυτος κοινωνικός προβληματισμός), Δημ. Βουτυράς (ίδιοι προβληματισμοί), Κ. Παρορίτης, Πέτρος Πικρός, Περικλής Γιαννόπουλος, Ίων Δραγούμης, Π. Δέλτα, Πλάτων Ροδοκανάκης, Ν. Καζαντζάκης (αν και το αφηγηματικό του έργο μετά το 1945).

ΘΕΑΤΡΟ (επιρροή από Ίψεν και Ντ’ Ανούτσιο): Δημ. Κορομηλάς – Η τύχη της Μαρούλας, Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας, Γρ. Ξενόπουλος – Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας κ.ά, Σπ. Περεσιάδης – Γκόλφω, Παντελής Χορν Το φυντανάκι, Σπύρος Μελάς – Το κόκκινο πουκάμισο, Κ. Παλαμάς – Τρισεύγενη, Δημήτρης Μπόγρης – Τ’ αρραβωνιάσματα, Κ. Χρηστομάνος – Τρία φιλιά (ο Χρηστομάνος ίδρυσε τη Νέα Σκηνή που μαζί με το Βασιλικό Θέατρο προώθησαν τη θεατρική τέχνη).

Κριτική [στήλες περιοδικών Εικονογραφημένη Εστία, Τέχνη, Παναθήναια, Νουμάς, Νέα Ζωή (Αλεξάνδρεια) κ.ά.].

Εκπρόσωποι: Ηλ. Βουτιερίδης, Άριστος Καμπάνης, Γιάννης Αποστολάκης, Φώτος Πολίτης, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης.

ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ: Υιοθέτηση δημοτικής γλώσσας και από την ποίηση και από την πεζογραφία της γενιάς του ’80. Ώθηση: Ψυχάρης – Το ταξίδι μου. Περιοδικά: Τέχνη, Διόνυσος, Νουμάς (μαχητικό όργανο των δημοτικιστών). Η δημοτική χρησιμοποιείται και σε δοκίμια για την αναγέννηση της νεοελληνικής παιδείας (Φ. Φωτιάδης, Στ. Ράμας, Αλ. Δελμούζος) καθώς και σε έργα με κοινωνικό περιεχόμενο ( Γ. Σκληρός, Ελισαίος Γιανίδης, Ίων Δραγούμης, Μ. Τριανταφυλλίδης, Δ. Γληνός).

§ ¦ §

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Το μυθιστόρημα

Ιστορία με τις περιπέτειες ενός ατόμου, ενός βασικού ήρωα με τη δική ερμηνεία για τον κόσμο μέσα στην κοινωνία. Προϋπόθεση μυθιστορήματος: ένας μύθος με ορισμένη πλοκή και με άλλα πρόσωπα, εκτός του βασικού, που με τις συγκρούσεις τους και τις διαφορές τους φωτίζουν καθαρότερα τις πλευρές του κεντρικού ήρωα και τον ολοκληρώνουν ως πρόσωπο λογοτεχνικό.

Μυθιστόρημα και διήγημα: Από άποψη έκτασης της αφηγηματικής ύλης, πλοκής, πλάτους συνδέσεως, ποικιλίας προσώπου και καταστάσεων à ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ > ΔΙΗΓΗΜΑ.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ *

[αναγνώριση του προσώπου που μιλάει κάθε φορά, προσδιορισμός της ταυτότητας του αφηγητή]

Αριστοτελικοί όροι

α) Διήγηση ή Απαγγελία: αφηγητής – μια απρόσωπη φωνή που έχει αφομοιώσει όλες τις φωνές της αφηγηματικής του ύλης, ≠ αυτολεξεί αναφορά στο λόγο των άλλων προσώπων (≠ ευθύς λόγος) αλλά χρήση γ΄ προσώπου (πλάγιος λόγος). Αφηγητής – οπτική γωνία ενός παντογνώστη αφηγητή που βλέπει τα πάντα· η παράσταση ιστορίας – ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ.

Κριτική: Δεν είναι δυνατόν ένας μυθιστοριογράφος να ξέρει τόσο βαθιά την ανθρώπινη ψυχή, τα κίνητρα πράξεων, τα κοινωνικά ήθη και τους θεσμούς, αφού κι αυτός είναι ένας άνθρωπος με προσωπικά πάθη και γνώμη υποκειμενική. Γι’ αυτό φορτώνει τα κείμενά του με σχόλια και εξηγήσεις, αναλύει εξαντλητικά τα ελατήρια των πράξεων των ηρώων (οι καταχρήσεις αυτές ≠ σύγχρονη λογοτεχνία).

β) Μίμηση; Ο αφηγητής προσποιείται τη φωνή ενός άλλου ή άλλων πλαστών προσώπων συνηθέστερα σε α΄ πρόσωπο (είναι δυνατόν ωστόσο η αφήγηση να γίνεται σε γ΄ πρόσωπο από την οπτική γωνία ενός ήρωα).

Κριτική: πλεονέκτημα: η χρήση α΄ προσώπου à αμεσότητα – δύναμη προσωπικής μαρτυρίας – μειονέκτημα: μεταδίδει την περιορισμένη εμπειρία ενός προσώπου που δεν μπορεί να τα ξέρει όλα.

Άλλοι όροι

γ) Μεικτός τρόπος: αφηγητής (είτε απρόσωπος είτε πλαστός) παρεμβολή προσώπων που διαλέγονται σε ευθύ λόγο (δηλ. συνδυασμός αφήγησης – διαλόγου) [Αυτός ο τρόπος συναντάται περισσότερο στα διηγήματα και μυθιστορήματα].

δ) Διάλογος: Παντελής απουσία αφηγητή (θεατρική τεχνική που κάπου κάπου τη βρίσκουμε και στο σύγχρονο διήγημα: βλ. λ.χ. τη Μνήμη του Στρατή Τσίρκα).

Ανακεφαλαίωση:  απρόσωπος αφηγητής με δική του φωνή à ΔΙΗΓΗΣΗ

‚ ένα πλαστό πρόσωπο (α΄ ή γ΄ ενικό)

ƒ εναλλαγή αφήγησης με διάλογο à ΜΙΜΗΣΗ

„ υπάρχει μόνο διάλογος

§ ¦ §

Ρεαλισμός και Νατουραλισμός

Ρεαλισμός: Ο καλλιτέχνης οφείλει να αποδώσει, στο έργο του, πιστά την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας – αντικειμενική στάση απέναντι στα γεγονότα ≠ συναισθήματά του στη διήγηση, ≠ κρίσεις και προσωπικές ερμηνείες à ο αναγνώστης αίσθηση ότι συμμετέχει κι ο ίδιος (βλ. παρόμοια αίσθηση, όταν διαβάζουμε Όμηρο). Ωστόσο η πραγματικότητα δεν είναι δυνατό να απεικονιστεί απόλυτα πιστά· ανάμεσα στα πραγματικά γεγονότα και το λογοτεχνικό έργο βρίσκεται ο συγγραφέας – μυθιστοριογράφος (μετασχηματισμός πραγματικότητας μέσω της δημιουργικότητάς του, του βαθμού συγκίνησης του ψυχισμού του και της προσωπικότητάς του). Άρα ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος ≠ φωτογραφική αναπαράσταση της ζωής αλλά κάποια άποψή της με πληρότητα, ζωντάνια πειστικότητα. Εξάλλου και ο βασικός ήρωας έχει επινοηθεί από τη φαντασία. Επομένως δεν επιδιώκει να διηγηθεί γεγονότα πραγματικά (αυτό είναι έργο της ιστορίας) αλλά όσα θα μπορούσαν να συμβούν κατά το εικός και το αναγκαίον, να μπορεί να μας πείσει ότι έτσι έπρεπε να συμβούν, όπως συμβαίνουν κατά κανόνα στην πραγματικότητα. Βασικό κριτήριο για την αξία ενός ρεαλιστικού μυθιστορήματος είναι αν κατορθώνει ο μυθιστοριογράφος να δώσει στο πλαστό πρόσωπο ή σε μια φανταστική κατάσταση μια εντύπωση αλήθειας.

Εισηγητής: Φλωμπέρ (Γαλλία β΄ μισό 19ου αι.).

Βασικά χαρακτηριστικά:  τάση προς αντικειμενικότητα, ‚ αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους, ƒ παρουσιάζει κοινές εμπειρίες και θέματα (≠ ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες αλλά καθημερινά επεισόδια), „ κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία και στις συμβατικές αξίες· οι ήρωές του θύματα της κοινωνίας.

Νατουραλισμός: Ομοιότητες με ρεαλισμό:  μιμητική απεικόνιση της πραγματικότητας, ‚ επιλογή κοινών θεμάτων από την καθημερινή ζωή. Βασικές θέσεις:  Οι άνθρωποι – δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων (φυσικές και κοινωνικές à περιορισμός της ελευθερίας τους) και εξωτερικών παρορμήσεων (γενετήσιο ένστικτο, πείνα, σκληρότητα και μοχθηρία à αφαίρεση ιδιότητας λογικού και ηθικού όντος à κατώτερο ζώο), ‚ συμπεριφορά ανθρώπων < αποτέλεσμα διαθέσεων στιγμής και κληρονομικών παρορμήσεων, ƒ επιλογή προκλητικότερων θεμάτων, „ εξονυχιστική περιγραφή, φωτογραφική λεπτομέρεια.

Εισηγητής: Εμίλ Ζολά.

§ ¦ §

ΙV. Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1922 – ΣΉΜΕΡΑ)

Α. 1922 -1945

 Η πρώτη δεκαετία (1922 -1930)

Ποίηση: ψυχικός κάματος, δυσκολία προσαρμογής στην πραγματικότητα ζωής, αίσθημα ανικανοποίητου και παρακμής.

Εκπρόσωποι: Ρ. Φιλύρας, Κ. Ουράνης, Ν. Λαπαθιώτης, Κ. Καρυωτάκης (αντιηρωική στάση, διαμαρτυρία à σαρκασμός).

«ΚΑΡΥΩΤΑΚΙΚΟΙ»: Μ. Πολυδούρη, Μ. Παπανικολάου, Τ. Άγρας, Γ. Σκαρίμπας.

Γ. Παπατσώνης: βαθιά θρησκευτική πίστη και γενικότερα πίστη στις υψηλές αξίες της ζωής.

‚ Η γενιά του ’30

Διάλυση παλιάς τάξης πραγμάτων à ποίηση βρίσκει νέους εκφραστικούς τρόπους [Ευρωπαϊκή ποίηση: φουτουρισμός (< λατ. futurus= Μέλλοντας) (έκφραση με μοντέρνα μέσα της σύγχρονης ζωής), ντανταϊσμός (αυθόρμητη έκφραση ασυνείδητου) και υπερρεαλισμός. Ελληνική ποίηση: γενιά ’30 – αρχές συμβολισμού και υπερρεαλισμού:  ελεύθερος στίχος, ‚ χρήση λεξιλογίου καθημερινής ομιλίας, ƒ κατάργηση λογικής αλληλουχίας του ποιήματος, „ απουσία μέτρου, … απουσία ομοιοκαταληξίας κλπ.].

Συμβολισμός (τέλη 19ου αι. – Γαλλία, ως αντίδραση στη ρομαντική ποίηση και τη νατουραλιστική πεζογραφία):  περιορισμός στο ελάχιστο του εννοιολογικού περιεχομένου του ποιήματος, ‚ μουσικότητα και υποβλητικότητα: η ακουστική ποιότητα λέξεων και η κατάλληλη τοποθέτησή τους υποβάλλουν τις ψυχικές διαθέσεις, ƒ συσχέτιση αντικειμένων (συμβόλων) και ψυχικών καταστάσεων (συμβολιζόμενων).

Ακρότατα όρια συμβολισμούκαθαρή ποίηση – Βαλερί και Μαλαρμέ (Γαλλία) [ποίηση με εσωτερική μουσικότητα, απαλλαγμένη, καθαρή από μη γλωσσικά στοιχεία (εννοιολογικό, θεματογραφικό κλπ.) à ποίηση σε αποτελμάτωση.

Υπερρεαλισμός (υπέρβαση της πραγματικότητας με την καταγραφή των υποσυνείδητων ενεργειών της ψυχής χωρίς την παρέμβαση της λογικής).

Ιδρυτής: Α. Μπρετόν – Γαλλία – μανιφέστο 1924:  διακήρυξε την παντοδυναμία ονείρου, ενστίκτου και επανάστασης, ‚ στράφηκε σε κάθε μορφή λογικής, ηθικής ή κοινωνικής τάξης, ƒ χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, „ ο μηχανισμός της τύχης προσδιορίζει τη μορφή του έργου του ποιητή, χωρίς προκαθορισμένο στόχο, κατ’ επίδραση του υποσυνείδητου, … η δύναμη των λέξεων προέρχεται από το βαθμό που ξεφεύγουν από το επιβεβλημένο τους νόημα, συνδυάζονται μεταξύ τους, χωρίς να υπακούουν σε ορθολογικούς νόμους.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ και ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ άσκησαν μεγάλη επιρροή στη νεότερη ποίηση.

ΘΕΑΤΡΟ: Α. Τερζάκης, Γ. Θεοτοκάς, Π. Πρεβελάκης (θέματα από την ιστορία), λίγο αργότερα: Β. Ρώτας, Δ. Ψαθάς.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης ποίησης

Εξωτερικά – μορφικά χαρακτηριστικά: Η νεότερη ποίηση εγκαταλείπει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της νεότερης ποίησης (λ.χ. ομοιόμορφες ως προς τον αριθμό στίχων στροφές, ομοιοκαταληξία, μέτρο κλπ.).

Εσωτερικά χαρακτηριστικά:  ≠ λογική αλληλουχία, είναι σα να παρακολουθούμε ένα ποίημα την ώρα της δημιουργίας του, ‚ ασχημάτιστες εικόνες, όπως ανεβαίνουν από το υποσυνείδητο την ώρα της δημιουργίας του, ƒ το ποίημα λειτουργεί με το μηχανισμό των συνειρμών.

* Όποιος διαβάζει νεότερη ποίηση πρέπει να επιστρατεύει περισσότερο τη δημιουργική του φαντασία και λιγότερο τη λογική. Έτσι θα συλλάβει όχι όσα λέγονται αλλά όσα προκαλείται ο αναγνώστης να υπονοήσει και να αισθανθεί.

Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ (1922 – 1945)

Ανάπτυξη και καλλιέργεια του μυθιστορήματος: Γ. ΘεοτοκάςΕλεύθερο Πνεύμα μανιφέστο γενιάς ’30 – διακήρυξε τη ρήξη με την παράδοση και την ανανέωση.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Μ. Καραγάτσης, Θ. Πετσάλης, Α. Τερζάκης, Γ. Μπεράτης, Πέτρος Χάρης, Μέλπω Αξιώτη, Γ. Σκαρίμπας.

ΔΥΟ ΤΑΣΕΙΣ (ως προς τη μορφή):  ρεαλιστική: συνέχεια και ανανέωση παράδοση (πεζογράφοι Αθήνας), ‚ μοντερνιστική ή νεοτερική (πεζογράφοι Θεσσαλονίκης) – περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ.

Εκπρόσωποι: Στ. Ξεφλούδας, Γεωρ. Δέλιος, Αλκ. Γιαννόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πετζίκης. Εισάγουν νέα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως τον εσωτερικό μονόλογο, τη ροή συνείδησης κλπ.

ΔΟΚΙΜΙΟ: Μια δοκιμή, μια προσπάθεια να διερευνηθεί ένα θέμα – πρόβλημα (φιλολογικό, φιλοσοφικό, επιστημονικό, λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, πολιτικό, κοινωνιολογικό) με σαφήνεια, συντομία και καλλιέπεια. Ένα κράμα στοχασμού και καλλιτεχνικής έκφρασης. Προϋποθέτει ποικίλες ικανότητες (βαθιά γνώση του θέματος, δύναμη στοχασμού, ικανότητα για απλούστευση, λογοτεχνικά χαρίσματα). Προσφέρει στον αναγνώστη γνώσεις και προβληματισμούς με λογοτεχνικό τρόπο, οξύνει την ικανότητα στην κατανόηση των διαφόρων προβλημάτων, προκαλεί νέα ερωτήματα και απορίες και μας παρακινεί να εκφράσουμε κι εμείς τις δικές μας σκέψεις με σαφήνεια, πληρότητα και χάρη. Διαφέρει από την πραγματεία και τη μελέτη – διατριβή. Το δοκίμιο εκφράζει προσωπικές απόψεις ου συγγραφέα ενώ τα άλλα δυο είδη αναπτύσσουν ένα θέμα με βάση επιστημονικές γνώσεις που έχουν συσσωρευτεί από την έρευνα. Είναι δηλαδή εργασίες πιο αντικειμενικές.

Εκπρόσωποι: Γ. Θεοτοκάς, Δ. Γληνός, Β. Τατάκης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Γ. Σεφέρης, Ε. Παπανούτσος κ.ά..

ΘΕΑΤΡΟ (για εκπροσώπους και έργα βλ. προηγούμενα σχόλια): Θέατρο (δράμα, κωμωδία κ.ά.) – είδη: λυρικό θέατρο – όπερα, μουσικό θέατρο – επιθεώρηση, μπαλέτο, παντομίμα, θέατρο σκιών, κουκλοθέατρο κ.ά.. Θέατρο είναι η παράσταση από ένα θίασο ενός θεατρικού έργου που έγραψε ένας θεατρικός συγγραφέας. Χωρίζεται σε πράξεις και οι πράξεις σε σκηνές. Οφείλει να έχει ενότητα, σκηνική οικονομία, εξέλιξη, θεαματικότητα, να διαγράφει ζωντανούς χαρακτήρες και αληθινές καταστάσεις, να μεταδίδει μηνύματα άμεσα και παραστατικά. Το θέατρο είναι τέχνη συνθετική (λογοτεχνία, ζωγραφική, μουσική, χορός, ενδυματολογία). Όλους του τους συντελεστές (σκηνογράφοι, μουσικοί, χορογράφοι, ενδυματολόγοι, υπεύθυνοι για φωτισμό και φυσικά ηθοποιοί) συντονίζει ο σκηνοθέτης. Ακόμη ο σκηνοθέτης καθορίζει την ερμηνευτική άποψη με την οποία πρέπει να ερμηνευτεί ο κάθε ρόλος από τους ηθοποιούς.

Β. ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1945 – σήμερα)

Ποίηση: Κριτήρια χωρισμού της μεταπολεμικής λογοτεχνίας σε δυο γενιές είναι:  η χρονολογία γέννησης των ποιητών και ‚ η χρονολογία εμφάνισής τους στα γράμματα.

1η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1918 – 1928. πρώτη ποιητική συλλογή μετά το 1940. Δημιούργησε δική της ποιητική φυσιογνωμία. Θεματολογία < εμπειρίες δεκαετίας ’40 – ’50. Τεχνοτροπικά επηρεάστηκε από τη γενιά του ’30, αν και οι ποιητές του ’30 έμειναν ανεπηρέαστοι από τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής τους (υποανάπτυξη, δικτατορία Μεταξά, το άλυτο προσφυγικό πρόβλημα). Πίστη σε ορισμένες ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες· κυριαρχεί το όραμα για έναν πολιτικά και κοινωνικά δικαιότερο κόσμο.

ΤΑΣΕΙΣ (ανάλογα με το θεματικό υλικό):

α) Αντιστασιακή ή κοινωνική ποίηση: Εκφράζει τα σήματα των ελπίδων και των διαψεύσεών της στην ποίηση. Αρχικά οι ποιητές αυτής της τάσης – γεμάτοι αγωνιστική διάθεση , εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους και τα οράματά τους για έναν καλύτερο κόσμο (αγωνιστική – αντιστασιακή φάση της ποίησης). Οι ανωμαλίες όμως της μετακατοχικής περιόδου (εμφύλιος και ήττα της αριστερής παράταξης) à ενδοσκόπηση και διερεύνηση αιτίων (κοινωνική φάση ποίησης)

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Μ. Αναγνωστάκης, Γ. Δάλλας, Δ. Δούκαρης, Τ. Καρβέλης, Μ. Κατσαρός, Κ. Κύρου, Θ. Κωσταβάρας, Τ. Λειβαδίτης, Τ. Πατρίκιος, Γ. Παυλόπουλος, Γ. Σαράντης, Δ. Χριστοδούλου.

β) Νεοϋπερρεαλιστική ποίηση: Οι ποιητές αυτής της τάσης ≠ ιδεολογική τοποθέτηση στις πολιτικές διαμάχες της εποχής αλλά επηρεάζονται από το δράμα που εκτυλίσσεται γύρω τους. Χρησιμοποιούν την τεχνική του υπερρεαλισμού, για να περιγράψουν τη γύρω τους εφιαλτική πραγματικότητα, αντίθετα από τους μεσοπολεμικούς υπερρεαλιστές, που χρησιμοποιούν την ίδια τεχνική, για να εντυπωσιάσουν και να προκαλέσουν έκπληξη. Άλλη μια αντίθεση ανάμεσα σε νεοϋπερρεαλιστές και υπερρεαλιστές του πολέμου είναι ότι οι πρώτοι σιγά σιγά αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής ενώ οι δεύτεροι τηρούν μια πιο αισιόδοξη στάση.

Διαφορές νεοϋπερρεαλιστών με αντιστασιακή και υπαρξιακή τάση: Αντιστασιακή – ιδεολογικές σκοπιμότητες / υπαρξιακή – χάνει την επαφή με τα πράγματα à ιδεαλιστική διάχυση / νεοϋπερρεαλιστές – απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις ή επιρροές κρατιέται μέσα στα πράγματα και τα παρακολουθεί.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ε. Βακαλό, Ν. Βαλαωρίτης, Ε. Χ. Γονατάς, Ε. Κακναβάτος, Δ. Π. παπαδίτσας, Μ. Σαχτούρης.

γ) Υπαρξιακή ή μεταφυσική ποίηση: ≠ κοινωνικά ενδιαφέροντα, γεμάτη από μεταφυσική αγωνία, προσπαθεί να εκφράσει το άγχος του μοναχικού ατόμου μπροστά στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, της καθημερινής φθοράς.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ό. Βότση, Γ. Κότσιρας.

2η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1928 – 1940. πρώτη ποιητική συλλογή από το 1955 – 1965. Οι περισσότεροι από τους ποιητές της δεν έζησαν ως έφηβοι μέσα στην Κατοχή, ζουν σε μεταβατική εποχή όπου η συλλογική μνήμη έχει καταπέσει και η πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας δεν έχει βρει τον κανονικό της ρυθμό. Αίσθηση διάψευσης οραμάτων και μιας ζωής χαμένης, αρνούνται να συμμετάσχουν στο πολιτικό και κοινωνικό παιχνίδι. Επιρροές:  αντιστασιακή τάση, ‚ υπαρξιακή τάση, ƒ Καρυωτάκης. ΚΡΙΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ και ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ. Αντιλυρικός ποιητικός λόγος, τραχύτητα, αιχμηρότητα και σκληρότητα εκφραστικών μέσων.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Α. Αγγελάκης, Ο. Αλεξάκης, Ν. Α. Ασλάνογλου, Θ. Γκόρμπας, Ν. Γρηγοριάδης, Ζ. Δαράκη, Τ. Δενέγρης, Κ. Δημουλά, Μ. Ελευθερίου, Α. Ευγγέλου, Α. Ζακυθηνός, Β. Καραβίτης, Μ. Κέντρου – Αγαθοπούλου, Τ. Κόρφης, Λ. Κούσουλας, Χ. Λάσκαρης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Γ. Μανουσάκης, Π. Μάρκογλου, Μ. Μέσκος, Μ. Μουντές, Τ. Πορφύρης, Θ. Τζούλης, Σ. Τσακνιάς, Κ. Χαραλαμπίδης, Ντ. Χριστιανόπουλος.

Ποιητές της δεκαετίας του ’70 (ή ποιητές της αμφισβήτησης): Γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1940 – 1955. Πρώτη ποιητική συλλογή με τα το 1965.

Ιστορικό πλαίσιο: Ελληνική κοινωνία – σημαντική οικονομική άνοδος και καταναλωτισμός, οδυνηρή εμπειρία από δικτατορία (1967 – 1974) à ενισχύουν την τάση τους για ένα πνεύμα επαναστατικότητας και αντίθεσης σ’ οποιασδήποτε μορφής κατεστημένο. Δέχονται επιρροές από την ποιητική μας παράδοση (Καβάφης, Καρυωτάκης, γενιά ’30, πρώτη μεταπολεμική γενιά – αντιστασιακή τάση) και από σύγχρονη αμερικανική ποίηση. Αποστρέφουν ωστόσο το πρόσωπο από τις ιδεοληψίες των προκατόχων τους à ποιητική γραφή και γλώσσα < τρέχουσα καθημερινή ομιλία, εριστικότητα ύφους, σαρκασμός, ειρωνεία, ρεαλιστική γλώσσα à Στόχος – η αμφισβήτηση κατεστημένης τάξης.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Ν. Βαγενάς, Γ. Βερβέρης, Γ. Βέης, Α. Βιστωνίτης, Μ. Γκανάς, Β. Δαλακούρα, Δ. Καλοκύρης, Γ. Καραβασίλης, Γ. Κοντός, Ν. Λάζαρης, Μ. Λαϊνά, Χ. Λιοντάκης, Γ. Μαρκόπουλος, Τ. Μαστοράκη, Κ. Μαυρουδής, Σ. Μπεκατώρος, Π. Παμπούδη, Κ. Παπαγεωργίου, Γ. Πατίλης, Λ. Πούλιος, Μ. Πρατικάκης, Β. Στεριάδης, Γ. Υφαντής, Γ. Χρονάς.

* Υπάρχουν ποιητές που δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια από τις παραπάνω τάσεις όπως οι: Ν. Καρούζος, Τ. Σινόπουλος, Κ. Στεριόπουλος κ.ά..

Πεζογραφία:

1η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν μετά το 1920 1930. Ωρίμανση μετά το 1940. Ο πόλεμος επηρέασε το έργο τους à πεζογραφία με σκυθρωπό χαρακτήρα. Πρώτη εμφάνιση στα γράμματα μεταξύ 1944 – 1947. 1954: Έκδοση περιοδικού ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ.

2η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Γεννήθηκαν μετά το 1930. πρώτη εμφάνιση στη δεκαετία του ’60. ψυχολογικά διαφοροποιημένη από τους πρώτους, καθώς, λόγω ηλικίας, δε διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στα γεγονότα της δεκαετίας του ’40 à Κείμενα με βιωματικό χαρακτήρα, υπαρξιακά θέματα (μοναξιά, περιθωριοποίηση, ψυχολογικά αδιέξοδα). Ωστόσο με πολιτικά θέματα ασχολούνται οι: Β. Βασιλικός, Μένης Κουμανταρέας, Π. Αμπατζόγλου, Χ. Μηλιώνης, Τ. Καζαντζής κ.ά. και με θέματα του παρελθόντος με νοσταλγική διάθεση οι: Χριστ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης κ.ά..

* Γέφυρα ανάμεσα στις δυο γενιές – ο Κ. Ταχτσής με το Τρίτο στεφάνι και ο Γ. Ιωάννου (αφήγημα με αναφορές σε προσωπικά βιώματα).

Σύγχρονη πεζογραφία: Γεννήθηκαν μετά το τέλος του εμφυλίου (1949) και δε έχουν βιώματα από τη δεκαετία του ’40.

ΤΑΣΕΙΣ

Ρεαλισμός: αποκρουστική και ωμή απεικόνιση της πραγματικότητας, με κριτική διάθεση, χωρίς κανέναν συμβατικό εξωραϊσμό (Ν. Κάσδαγλης, Κ. Ταχτσής, Αλ. Κοτζιάς, Ανδ. Φραγκιάς, Δημ. Χατζής κ.ά.). Αρκετοί της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς και κυρίως οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιούν την αυτοαναφορικότητα. (Χρήση α΄ προσώπου, αυτοβιογραφικά στοιχεία) (Γ. Ιωάννου, Τ. Καζαντζής, Χρ. Μηλιώνης, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Περ. Σφυρίδης κ.ά.), Ονομάζονται και πεζογράφοι της μνήμης.

Κοινωνική και πολιτικοί προβληματισμοί: Τα πρόσωπα δεν είναι απλοί θεατές των γεγονότων, συμμετέχουν στη δίνη τους (πολ. και κοιν. συγκρούσεις, αυταρχική εξουσία, οικον. και κοιν. Αλλαγές, αβεβαιότητα για το μέλλον). Η μεταπολεμική πεζογραφία επανασυνδέεται με τη ρεαλιστική παράδοση της γενιάς του ’80 και τους κοινωνικούς ηθογράφους (Δημ. Χατζής, Κ. Κοτζιάς, Ανδ. Φραγκιάς, Στρ. Τσίρκας, Μ. αλεξανδρόπουλος, Σπ. Πλασκοβίτης κ.ά).

Φυγή από την πραγματικότητα: φυγή από τη ζοφερή πραγματικότητα και καταφύγιο στη λυρική πεζογραφία του κλειστού χώρου (ήρωες αντιμέτωποι με τα ιδιωτικά τους προβλήματα: Μ. Λυμπεράκη – Τα ψάθινα καπέλα, Μ. Κρανάκη – Contrestemps, Τ. Γκρίτση Μιλλιέξ – Πλατεία Θησείου, Αστέρη Κοβατζή – Χωριάτες, Κ. Στεριόπουλου – Κλειστή ζωή, Εύας Βλάμη – Γαλαξίδι και Σκελετόβραχος (< ιστορία, θρύλοι από την ιδιαίτερη πατρίδα της), Α. Βλάχου – Ο κύριός μου ο Αλκιβιάδης και Οι τελευταίοι γαληνότατοι, Γαλάτειας Σαράντη – το βιβλίο της χαράς και το παλιό μας σπίτι ).

Νέες εκφραστικές αναζητήσεις: < ευρωπαϊκός μοντερνισμός, ≠ ρεαλιστική παράδοση της πεζογραφίας που καλλιεργείται στο κέντρο. Εμφάνιση – δεκαετία 30 στη Θεσσαλονίκη (περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ, Στ. Ξεφλούδας, Γ. Δέλιος, Αλκ. Γιαννόπουλος, Γ. Βαφόπουλος, Ν. Γ. Πεντζίκης,), στη Χαλκίδα (Γ. Σκαρίμπας: ροπή προς διογκωμένη φαντασία, παράλογο και κωμικές καταστάσεις).

Άλλο εκπρόσωποι: Μ. Αξιώτη – Δύσκολες νύχτες, Γ. Μπεράτης – Διασπορά.

Συμπαγής η ομάδα της Θεσσαλονίκης αφομοιώνουν τεχνικές αντίθετες προς το πνεύμα του ρεαλισμού, όπως ο εσωτερικός μονόλογος (εισηγητής: Εντουάρ Ντεζαρντέν) και η ροή συνείδησης (= stream of consciousness / εισηγητής: Τζέρεμυ Τζόυς). Επιδίωξη να δώσουν την εντύπωση της συνεχούς ροής σκέψεων, αισθημάτων, διαθέσεων και αναμνήσεων όπως έρχονται στη συνείδηση χωρίς κάποια ακολουθία διευθετημένη με τη λογική.

* Εσωτερικός μονόλογος: μια παράδοση που ξεκινά από το μεσοπόλεμο και συνεχίζεται στη μεταπολεμική περίοδο (Ν. Μπακόλας).

Παράλληλα – εμφάνιση μιας αντίρροπης κίνησης – συνδυασμός νεοτερικών στοιχείων με την παράδοση της αφηγηματογραφίας (ροπή δηλ. προς το ρεαλισμό και τη βιωματικότητα) μέσω του περιοδικού ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ του Ντ. Χριστιανόπουλου.

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Γ. Ιωάννου, Ν. Καχτίτσης, Τ. Καζαντζής, Σ. Παπαδημητρίου, Περ. Σφυρίδης, Τ. Καλούτσας κ.ά..

Ακόμα μερικοί μεταπολεμικοί πεζογράφοι θα καταφύγουν στη φαντασία, στην απεικόνιση εφιαλτικών κόσμων με τολμηρούς εκφραστικούς τρόπους, έντονες και παράλογες εικόνες (< ευρωπαϊκές επιρροές, κυρίως θέατρο του παραλόγου).

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ: Τ. Κουφόπουλος, Γ. Χειμωνάς κ.ά..

Η ρεαλιστική γλώσσα: Η μεταπολεμική πεζογραφία χρησιμοποιεί τολμηρή ρεαλιστική γλώσσα που είναι κοντά στην καθημερινότητα, τα πράγματα δηλώνονται με το όνομά τους, χωρίς σεμνοτυφία, εγκαταλείπεται η συμβατική καλλιέπεια και ωραιολογία των παλαιοτέρων. Κάποτε γίνεται τραχιά, αποδιοργανώνεται συντακτικά και λογικά, , για να αποδώσει πειστικότερα βάναυσες, παράλογες και εφιαλτικές καταστάσεις.


* Για τον αφηγητή και την εστίαση βλ. σελλ. 13 – 14, βιβλίο Β΄Λυκείου.

Νέα Ελληνική Λογοτεχνία: Βιζυηνός, «Ένας Μοντερνιστής Ηθογράφος» της Ανδρονίκης Μαστοράκη


Στα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκε στην Ευρώπη ένα καλλιτεχνικό κίνημα που έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Το κίνημα αυτό, που ονομάστηκε ρεαλισμός, αποτέλεσε τον πρόδρομο του νατουραλισμού και πρότεινε, μέσα από την αντικειμενική παρατήρηση, την αντίδραση στις ρομαντικές υπερβολές της φαντασίας: την κυριαρχία του επιστημονισμού, του εμπειρισμού και του θετικισμού. Η εφαρμογή του θεμελιακού αιτήματος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού, η πιστή αναπαράσταση της σύγχρονης πραγματικότητας, σε χώρες με καθυστερημένη βιομηχανική ανάπτυξη, δεν μπορούσε ν’ αγνοήσει βέβαια μια βασική όψη της δικής τους πραγματικότητας: την αγροτική. Έτσι, δημιουργείται ένας ξεχωριστός κλάδος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού που επικεντρώνεται στη ζωή μικρών, αγροτικών κοινωνιών.

Οι Έλληνες πεζογράφοι που εμφανίστηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1870 και στη δεκαετία του 1880 προσάρμοσαν στα ελληνικά τις συμβάσεις αυτού του είδους του ρεαλισμού που έγινε γνωστός με το συμβατικό όρο ηθογραφία[1].Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα οι νεοέλληνες συγγραφείς ηθογραφικών διηγημάτων αναλαμβάνουν ν’ αναπαραστήσουν την ποιμενική ζωή κάποιας συγκεκριμένης περιοχής βασίζοντας την αναπαράσταση αυτή στην ιδιαίτερη διάλεκτο, στο λαϊκό πολιτισμό και στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η ηθογραφική πεζογραφία καταλήγει σε δύο βασικές κατευθύνσεις: α) ειδυλλιακή ωραιοποίηση της καθημερινής ζωής στην ύπαιθρο, και β) ενασχόληση και με τις σκοτεινές, σκληρές όψεις της καθημερινής ζωής στον ίδιο πάλι φυσικό χώρο[2].

Τον Βιζυηνό μπορούμε να κατατάξουμε σ’ αυτό που ο Βουτουρής ονομάζει ‘ρεαλιστική αγροτική ηθογραφία’[3]. Χρησιμοποιεί μεν τις συμβάσεις του ρεαλισμού, αλλά ακραία με σκοπό να τις ανατρέψει[4]. Από την μια μεριά χρησιμοποιεί τους νόμους του ρεαλισμού, κατά το πρότυπο του Balzac[5], την εξονυχιστική δηλαδή παρατήρηση και την φροντίδα για τεκμηρίωση έτσι ώστε να επιτυγχάνει την πειστική αναπαράσταση των πράξεων των ηρώων του, την επιτυχημένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και την επιτυχημένη ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Από την άλλη όμως, χρησιμοποιεί και «τους νόμους της αγωνίας και της πλάνης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη μιας και μοναδικής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται ότι αποδίδει ο ρεαλισμός»[6].

Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί όλες τις αφηγηματικές τεχνικές του ηθογραφικού διηγήματος, για διαφορετικό όμως σκοπό και με διαφορετικό αποτέλεσμα από τους σύγχρονούς του ηθογράφους. Για παράδειγμα, και τα δύο διηγήματα αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν, η άμεση παρουσία όμως του αφηγητή, με την χρήση πρωτοπρόσωπης αφήγησης, «καθορίζει αυτόματα και τη φύση του αντικειμένου του, μεταβάλλοντάς το σε σύγχρονο και πραγματικό, δηλ. σε ντοκουμέντο»[7]. Επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτό, ταυτόχρονα, η απαίτηση για το σύγχρονο του θέματος και για την αληθοφάνεια της αφήγησης. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η υιοθεσία λόγιου λόγου –καθαρεύουσα– όταν απευθύνεται ο αφηγητής άμεσα στον αναγνώστη, και λαϊκού λόγου –δημοτική με στοιχεία ντοπιολαλιάς– όταν απευθύνεται έμμεσα σ’ αυτόν μέσω των διαλόγων των ηρώων[8]. Στο διήγημα “Μοσκώβ-Σελήμ” για παράδειγμα «ο αφηγητής περιγράφει τον τόπο με τρόπο ανάλογο αυτού που ο χαρακτήρας αφηγείται στην ιστορία, υπογραμμίζοντας έτσι το ρόλο του αφηγητή ως αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων του παρόντος της αφήγησης και το ρόλο του Σελήμ ως αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων του παρελθόντος»[9].

Εντούτοις, ο Βιζυηνός δεν εμμένει στη θεματολογία, στο να επιλέξει δηλαδή ένα σύγχρονο και αληθοφανές αντί ενός ιστορικού θέματος· αυτό που τον ενδιαφέρει πρώτιστα είναι να δείξει τις δύσκολες συνθήκες της ζωής ώστε να αφυπνίσει την συνείδηση του αναγνώστη. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η χρήση των λοιπών λαογραφικών στοιχείων στα διηγήματά του. Φαινομενικά μόνο ανταποκρίνονται στο κάλεσμα της ηθογραφίας για απεικόνιση των ηθών και των εθίμων· στην ουσία συμφωνούν με τις ψυχολογικές αναλύσεις των ηρώων του[10]. Αυτό στο οποίο επικεντρώνονται οι συνθέσεις του Βιζυηνού είναι, εν τέλει, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί συγκρούονται με τις δομές και τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους[11].

Συνακόλουθα και οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, στοιχείο καθαρά ηθογραφικό, δεν έχουν σκοπό να αποδώσουν το ειδυλλιακό του περιβάλλοντος αλλά βρίσκονται «σε ανταπόκριση ή αντίθεση με ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις»[12]. Έτσι, στο “Μόνον της ζωής του ταξείδιον” η περιγραφή που δείχνει την «αγρίαν μελαγχολίαν της Φύσεως» σκοπό έχει να συμβάλει στους εφιάλτες του μικρού εγγονού, ενώ η περιγραφή του τοπίου της Βιζώς ταυτίζεται με την ψυχολογία του παππού: «Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!…». Στο “Μοσκώβ-Σελήμ”, επίσης, η περιγραφή του τοπίου της Καϊνάρτζας μας προετοιμάζει εύστοχα για την ιστορία του ήρωα: «ενόμισα ότι μετετέθην αίφνης εις τινα μικράν όασιν των στεππών της μεσημβρινής Ρωσσίας».

Ενδιάμεσα, εντούτοις, στην αφήγηση του συγγραφέα παρεμβάλλονται συχνά οι αφηγήσεις των ίδιων των ηρώων του. Η λειτουργία των εγκιβωτισμένων αυτών αφηγήσεων είναι διττή: αφενός εξυπηρετεί στην εξέλιξη της πλοκής και στη δημιουργία ρεαλιστικών ανατροπών και αφετέρου μετέχει στα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία των διηγημάτων.

Στο διήγημα “Μοσκώβ-Σελήμ” ο συγγραφέας διεκδικεί το ρόλο ενός απλού χρονογράφου («ως απλούς χρονογράφος … θα γράψω την ιστορία σου») που, αφού παρουσιάσει τον ήρωά του και διηγηθεί το χρονικό της γνωριμίας τους, του παραχωρεί αμέσως το λόγο. Έτσι, ο κύριος φορέας της αφήγησης είναι ο Μοσκώβ-Σελήμ, ενώ ο αρχικός αφηγητής παρεμβάλλεται συχνά για να δώσει εξηγήσεις ή να βγάλει συμπεράσματα. Όπως εύστοχα αναφέρει ο Μουλλάς «είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκιβωτισμένη αφήγηση του Μοσκώβ-Σελήμ εγκιβωτίζει και άλλες με τη σειρά της (….) τα πρόσωπα του διηγήματος μεταβάλλονται σε αφηγητές με την ίδια ευκολία που οι αφηγητές μεταβάλλονται σε πρόσωπα του διηγήματος»[13]. Αναλογικά, στο διήγημα “Το μόνον της ζωής του ταξείδιον” κύριος αφηγητής είναι ο συγγραφέας, ο ενήλικος του σήμερα, αλλά ταυτόχρονα και ο Γεωργάκης, το δεκάχρονο παιδί του παρελθόντος. Η συνύπαρξη αυτή, ενός παιδιού κι ενός ενηλίκου στο πρώτο ενικό πρόσωπο, σε συνδυασμό μ’ έναν ομώνυμο χαρακτήρα, τον παππού, «δημιουργεί μια σύντηξη ονομάτων, χαρακτήρων και λειτουργιών, μια και ένα όνομα δηλώνει τρεις διαφορετικές γενιές και τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες: την παιδική, την του ενηλίκου και τη γεροντική»[14].

Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις αναγνωρίζουμε και τη συμμετρία που υπάρχει ανάμεσα στον συγγραφέα και τη διαδικασία συγγραφής αφενός και στον αφηγητή και την περιγραφή των χαρακτήρων αφετέρου: «Σ’ αυτόν αν πης τον πόνο σου, είναι σαν να τον είπες εις όλο τον κόσμο» μονολογεί ο Σελήμ. Όπως το χαρτί για τον συγγραφέα, έτσι και ο αφηγητής θα μείνει «ακίνητος, αμίλητος» ώστε να μπορέσει ο Σελήμ να πει τον πόνο του. Πιο ορατή αυτή η συμμετρική σχέση γίνεται στο διήγημα “Το μόνον της ζωής του ταξείδιον”, καθώς υπογραμμίζεται από τη συνειρμική συγγένεια των επαγγελμάτων του συγγραφέα και του ράφτη[15]. Τη συμμετρικότητα αυτή τονίζει και η φράση «τότε δεν ήξευρον ακόμη να γράφω» αφού εντείνει τη σύγκριση μεταξύ των δύο τεχνών: της ραπτικής, στην οποία ο Γεωργάκης μαθήτευε, και της συγγραφής, την οποία ακόμη δεν ήξερε. Η αντιπαράθεσή τους αυτή «διαλύει κάθε αμφιβολία για τη συνάφεια και τη συμμετρικότητά τους, ταυτόχρονα όμως φωτίζει και τον αυτοαναφορικό άξονα συγγραφέα-συγγραφής (κειμένου)»[16].

Στον ίδιο αυτοαναφορικό άξονα κινούνται και οι προφορικές αφηγήσεις του παππού που περνούν από γενιά σε γενιά. Αν και βασίζονται σ’ ένα γραπτό κείμενο (στις ιστορίες του Ηρόδοτου), μετασχηματίζονται σε ένα άλλο γραπτό κείμενο. Έτσι η ιστορία ξαναγράφεται και η διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο γίνεται πιο φανερή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Χρυσανθόπουλος, το συγκεκριμένο διήγημα «είναι καθ’ ολοκληρίαν αφιερωμένο στον προσδιορισμό του λογοτεχνικού χώρου και στην προβληματική της διάρθρωσής του, προσπαθώντας εναγωνίως να κρύψει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και «να ράψη τα νυφιάτικα χωρίς ραφή και ράμμα»»[17]. Έτσι, ο συγγραφέας βρίσκεται ‘εγγεγραμμένος’ στο κείμενο με τον ίδιο τρόπο που έχουν ‘εγγραφεί’ και οι χαρακτήρες του.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο, εκτός από τα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία, στα διηγήματα του Βιζυηνού είναι και το θέμα «της απατηλής συνείδησης και της πλάνης σχετικά με την πραγματικότητα»[18]. Οι ήρωες των διηγημάτων του δεν γνωρίζουν δηλαδή ακριβώς τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά. Η σύνθεση των διαφορετικών πραγματικοτήτων εκφράζεται μέσα από αντιθέσεις στο επίπεδο του φύλου, της οικογένειας και της εθνικότητας, «αφού οι χαρακτήρες έχουν δύο ταυτότητες ή εκφράζουν διαφορετικές, συχνά συγκρουόμενες, θέσεις»[19].

Στο διήγημα “Το μόνον της ζωής του ταξείδιον” βλέπουμε τον παππού να αφηγείται στον εγγονό τα παραμύθια που άκουσε από τη γιαγιά του και να τα πιστεύει για αληθινά. Ο εγγονός με τη σειρά του φαντάζεται τη ζωή του με βάση τις περιπέτειες που του αφηγείται ο παππούς του και που νομίζει για δικές του. Οι προσωπικότητες και των δύο χαρακτήρων έχουν καθοριστεί από τον ρόλο των μελών της οικογένειας. «Η εμπιστοσύνη του εγγονού προς τον παππού αποτελεί επανάληψη της εμπιστοσύνης που έδειξε ο παππούς προς την δική του γιαγιά»[20]. Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό σημείο όπου η οικογένεια επεμβαίνει βίαια στη ζωή των ηρώων και τους στιγματίζει. Ο πατέρας του παππού, όπως και η μητέρα του Μοσκώβ-Σελήμ, έπαιξαν τον ρόλο τους από πολύ νωρίς μετατρέποντας τα αγόρια τους σε κορίτσια, αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας: ο πρώτος για να αποφύγει την αρπαγή του γιου του από τους γενίτσαρους και η δεύτερη για να έχει ένα ψυχολογικό στήριγμα μιας και δεν κατάφερε να αποκτήσει μια κόρη.

Έτσι ο παππούς θα περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του νομίζοντας ότι είναι κορίτσι και θα μάθει να κεντάει και να πλέκει. Στα δέκα του χρόνια θα του αλλάξουν τα κοριτσίστικα ρούχα, θα τον μετατρέψουν «έτσι δια μιας» σε αγόρι και θα τον παντρέψουν με την πρώην καλύτερή του φίλη. Όμως άνδρας από τη μια στιγμή στην άλλη δεν μπορεί να γίνει: «Ακόμα δεν έμαθα πως να δένω το καινούριο μου καβάδι, και μ’ έδωσαν και γυναίκα για να κυβερνήσω!». Ενενήντα περίπου χρόνια μετά ο εγγονός διαπιστώνει ότι η μορφή του παππού, με το γυναικείο εργόχειρο στα χέρια του, ενέχει «πολύ το θηλυπρεπές και γυναικείον». Η αυταρχική γιαγιά από την άλλη μεριά, η οποία εξομοιώνεται με γενίτσαρο («… αντί να με πάρη κανένας Γιανίτσαρος – μ’ επήρε η γιαγιά σου»), «τυπική περίπτωση γυναικείας αλλοτρίωσης, μεταβάλλει τη στέρησή της σε επιθετικότητα και ανάγκη κυριαρχίας»[21]. Έτσι, τα χαρακτηριστικά των δυο φύλων εμφανίζονται αντιστραμμένα: η ύπαρξη μιας ‘αρσενικής’ γιαγιάς αντισταθμίζει την παρουσία ενός ‘θηλυκού’ παππού.

Η διάκριση αρσενικού και θηλυκού είναι γενικά επισφαλής στο διήγημα: από τη μια μεριά ο παππούς που μέχρι τα δέκα του χρόνια νόμιζε ότι ήταν κορίτσι, κι από την άλλη ο εγγονός που νόμιζε ότι άκουγε τη φωνή βασιλοπούλας, ενώ όλοι οι συμμαθητές του ήξεραν ότι επρόκειτο για τη φωνή ευνούχου. Ό,τι ενώνει παππού και εγγονό είναι η εμπειρία της καταπίεσης και το όνειρο της φυγής, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και οι αποδράσεις στο χώρο του μύθου. Όταν ο εγγονός μιλάει για τις πραγματικές εμπειρίες του στην Πόλη, το «Ας τ’ αυτά!» του παππού τον επαναφέρει στον κόσμο της φαντασίας· όταν ο παππούς μιλάει για τα ανεκπλήρωτα ταξίδια του, ο εγγονός δυσκολεύεται να δεχτεί τη δυσαρμονία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μύθο. Έτσι και το ταξίδι της επιστροφής[22] του Γεωργάκη μεταφράζει αυτό ακριβώς το «αδιάκοπο πέρασμα από το φανταστικό στο πραγματικό και από τη μεταφορά στην κυριολεξία»[23].

Ο χαρακτήρας του παππού έχει πολλά κοινά σημεία με αυτόν του Μοσκώβ-Σελήμ. Έχουν κοινή αφετηρία –αν και ο Μοσκώβ, αντίθετα απ’ τον παππού, ήξερε ότι ήταν αγόρι και σιχαινόταν να τον ντύνουν σαν κορίτσι– και κοινή κατάληξη. Αν όμως ο παππούς, υποταγμένος στη θέληση της γυναίκας του, αντισταθμίζει την ασάλευτη ζωή του με φανταστικά ταξίδια και οράματα, ο Μοσκώβ-Σελήμ ζει μέσα στον πραγματικό κόσμο της δράσης, διασχίζοντας τεράστιες εκτάσεις ως πολεμιστής του σουλτάνου. Περιφρονημένος και αδικημένος από τον πατέρα του μέσα στην οικογένεια, επιζητεί την δικαίωσή του με τη δράση και με την ηρωική συμπεριφορά του στα πεδία των μαχών. «Ο παππούς καταφεύγει στο μύθο. Ο Μοσκώβ-Σελήμ αγωνίζεται μέσα στην ιστορία»[24]. Αλλά και όταν ακόμα κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του πατέρα του αυτή πλέον δεν είχε καμία αξία αφού είχε μεταμορφωθεί πλέον σε έναν μέθυσο και ανόητο γέρο και «στοργή και αξιοπρέπεια πατρική δεν υπήρχον πλέον παρ’ αυτώ».

Η αφήγηση στο διήγημα αυτό κυριαρχείται, εκτός από τη σύγκρουση του αρσενικού και του θηλυκού, και από τη σύγκρουση του ρωσικού και του τουρκικού. Απογοητευμένος από την αδικία και την σκληρότητα που γνώρισε από τους ομοεθνείς του, γίνεται μάρτυρας περιποιήσεων «σχεδόν απιστεύτους» από τους μέχρι τότε άσπονδους εχθρούς του: «Και όμως ήσαν Ρώσσοι αυτοί που έβλεπε εμπρός του!». Παρόλο που, όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής, η συμπεριφορά αυτή πήγαζε «εκ πολιτικής οπισθοβουλίας», αυτό ήταν κάτι που ο Σελήμ αγνοούσε. Γι’ αυτόν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο είχε χτίσει όλη την ιδεολογία του γκρεμιζόταν[25]. Ωστόσο στο σημείο αυτό κορυφώνεται το δράμα του ήρωα καθώς ό,τι «φανερώνεται επιτέλους ως αλήθεια δεν είναι παρά μια άλλη μορφή του ψεύδους. (…) Έτσι ο φιλορωσισμός αποτελεί τον καινούριο ιδεολογικό μύθο όπου ο Μοσκώβ-Σελήμ θα επενδύσει τη δίψα του για τρυφερότητα, δικαιοσύνη και ανθρωπιά»[26]. Ως τώρα υπήρχε ένας ταλαιπωρημένος στρατιώτης που γύριζε συνέχεια στο σπίτι του και ξανάφευγε για τον πόλεμο. Τώρα υπάρχει ένας άνθρωπος που γυρίζει οριστικά από την αιχμαλωσία, βρίσκει τους δικούς του νεκρούς και δεν ελπίζει παρά μόνο στον ερχομό των ρώσων. «Άλλοτε ζούσε τις ιδεολογικές του εξάρσεις μαζί με τους συμπατριώτες του, τώρα τις ζει μόνος και σε αντίθεση με τους άλλους»[27]. Το όνομά του και τα παράξενα ρούχα του είναι σημάδια διαφοροποίησης: τον ξεχωρίζουν και συνάμα τον απομονώνουν. Αλλότριος για την κοινωνία και το έθνος του, ο Σελήμ επανέρχεται στην αγκαλιά τους όταν ο θάνατος τον υποχρεώνει σε σιωπή.

Ακολουθώντας την αντίστροφη διαδικασία απ’ ότι ως άνδρας, ως τούρκος ο Μοσκώβ-Σελήμ υπηρέτησε τη χώρα του, απέβαλε την εθνική του ταυτότητα και την ανέκτησε. Γίνεται έτσι φανερό ότι η αντίθεση τόσο της φυλής όσο και του φύλου δεν μπορούν να ξεπεραστούν παρά μόνο «σ’ έναν τόπο ψευδαισθήσεων, στιγμιαίας αυταπάτης, σ’ ένα επίπεδο φανταστικό, στο χώρο της επιθυμίας»[28]. Εδώ εγγράφονται: η φαντασίωση του συγγραφέα περί του ρωσικού τοπίου πριν συναντήσει τον Σελήμ[29], οι ψευδαισθήσεις του Γεωργάκη σχετικά με την βασιλοπούλα που θα τον ερωτευτεί, η επιθυμία της μητέρας του Σελήμ να τον κρατήσει κοντά της μεταμφιέζοντάς τον σε κορίτσι, κλπ.. Έτσι και η αποβολή του εθνικού χαρακτήρα του ήρωα, παρόλο που έμοιαζε «αφ’ εαυτού εννοούμενον», αποτελεί τελικά μιαν ακόμη αυταπάτη: «και ο Τούρκος έμεινε Τούρκος».

Αντί επιλόγου, θα κλείσουμε τη συνοπτική αυτή μελέτη με την κατακλείδα του Beaton για τα διηγήματα του Βιζυηνού: «Πρόκειται για ψυχολογικές αινιγματικές ιστορίες, όχι μόνο ως προς το τι αποκαλύπτουν στον αναγνώστη για τους ήρωες, αλλά ως προς το τι αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι ήρωες μέσα στο διήγημα. Ο συνταρακτικός επίσης τρόπος με τον οποίο ο αναγνώστης απορροφάται στο λαβύρινθο των αμφιλογιών οφείλεται στην άρτια τεχνική ικανότητα του Βιζυηνού να παίζει με τις συμβάσεις της ρεαλιστικής αφήγησης»[30].

Σημειώσεις
[1] Βλ. και Αναστασιάδου Α., «Η Γενιά του 1880. Πεζογραφία-Ποίηση», στο: Αναστασιάδου Α., κ.ά., Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σ. 137.
[2] Όπως πολύ όμορφα το θέτει ο Βίττι: «Η παραγωγή που ακολούθησε εκφράζει δύο στάσεις ιδεολογικές, η μία, εμπνευσμένη από τον συναγερμό εθνικής προστασίας, προβάλλει την εποικοδομητική όψη του βίου της υπαίθρου και αρέσκεται στις ειδυλλιακές παραστάσεις· η άλλη είναι αποφασισμένη να διαψεύσει αυτή την ιδεατή κατάσταση αναδεικνύοντας την ανησυχητική πλευρά της κοινωνίας»· Βλ. Βίττι Μ., Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 11991, σσ. 143-180. Στη δικτυακή σελίδα http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/LOG_EIDI/ethografia/ethografia_3. htm, 15 Ιανουαρίου 2003.
[3] Βουτουρής Π., Ως εις καθρέπτην … Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1995, σσ. 259-262. Στη δικτυακή σελίδα http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/LOG_EIDI/ethografia/ ethografia_4.htm, 15 Ιανουαρίου 2003.
[4] Βλ. και Βίττι Μ., «Ο ρεαλισμός στην ηθογραφία από ειδυλλιακό βαυκάλημα σε κοινωνική καταγγελία», Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 31991, σσ. 37-40, 57-65, 68-75, 83-96. Στη δικτυακή σελίδα http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/REVMATA/Realismosl/Realismos_15.htm, 25 Ιανουαρίου 2003.
[5] Πολίτου Μαρμαρινού Ε., «Ηθογραφία», Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, τ. 26, Αθήνα 1987, σ. 220.
[6] Αναστασιάδου Α., ό.π., σ. 139.
[7] Μουλλάς Π., «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός», Εισαγωγή στο Βιζυηνός Γ.Μ., Νεοελληνικά Διηγήματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001, σ. με΄.
[8] Χρυσανθόπουλος Μ., Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1994, σ. 29.
[9] Στο ίδιο, σ. 143.
[10] «Δεν είναι ο αφελής παραμυθάς που ανασκαλεύει τα μεταλλεύματα της μνήμης του, ανυποψίαστος για την αξία τους· είναι ο λόγιος που παρακολούθησε από κοντά στο εξωτερικό την πορεία του θετικισμού ή του νατουραλισμού, την εξέλιξη της πειραματικής ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της αισθητικής»· βλ. Μουλλάς Π., ό.π., σ. νζ΄.
[11] «Η δράση χρησιμεύει ως πρόσχημα για την ανάλυση των ψυχικών, κοινωνικών, εθνικών δυνάμεων που διαμορφώνουν τους δρώντες χαρακτήρες: η έμφαση τίθεται πάντοτε στο ουσιαστικό «χαρακτήρες» και όχι στον προσδιορισμό «δρώντες»· βλ. Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., σ. 18.
[12] Μουλλάς Π., ό.π., σ. ρ΄.
[13] Στο ίδιο, σ. ρκδ΄.
[14] Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., σ. 114.
[15] «Η σχέση μεταξύ των συγγραφέων και των συρραφέων είναι δεδομένη τόσο στην αρχαία γραμματεία όσο και στη δημοτική ποίηση»· βλ. Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., σ. 122.
[16] Στο ίδιο, σ. 124.
[17] Στο ίδιο, σ. 112.
[18] Μουλλάς Π., ό.π., σ. ρκε΄.
[19] Αναστασιάδου Α., ό.π., σ. 140.
[20] Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., σ. 27.
[21] Μουλλάς Π., ό.π., σ. ριθ΄.
[22] «εξηκολούθησα το φανταστικόν εκείνο ταξείδιον», «ο τρόπος της φανταστικής εκείνης ιππασίας».
[23] Μουλλάς Π., ό.π., σ. ριζ΄.
[24] Στο ίδιο, σ. ρκβ΄.
[25] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μουλλάς «πίσω από την αφήγηση ενός απλοϊκού Τούρκου στρατιώτη, υπάρχει μια πολυσήμαντη εμπλοκή του ατομικού με το συλλογικό, της ψυχολογίας με την ιδεολογία, της ιστορίας με την αλλοτρίωση», ό.π., σ. ρκζ΄.
[26] Μουλλάς Π., ό.π., σ. ρκς΄.
[27] Στο ίδιο, σ. ρκς΄.
[28] Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., 147.
[29] Βλ. και Χρυσανθόπουλος Μ., ό.π., σ. 23: «η φαντασίωση του ρωσικού τοπίου υποκαθιστά την κυριολεκτική μεταφορά της αφήγησης σε τόπο ‘ξένο’, με τον ίδιο τρόπο που η φαντασίωση της ιστορίας υποκαθιστά την καθιερωμένη ιστορική άποψη για τα γεγονότα»·
[30] Beaton R., Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, μτφρ. Ε. Ζούργου – Μ. Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996, σσ. 110-1.

Βιβλιογραφία
Αναστασιάδου Α., κ.ά., Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000. Beaton R., Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, μτφρ. Ε. Ζούργου – Μ. Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.
Βίττι Μ., Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1991, σσ. 143-180. Στη δικτυακή σελίδα http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/LOG_EIDI/ethografia/ethografia_ 3.htm, 15 Ιανουαρίου 2003.
Βίττι Μ., «Ο ρεαλισμός στην ηθογραφία από ειδυλλιακό βαυκάλημα σε κοινωνική καταγγελία», Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 3η εκδ., 1991, σσ. 37-40, 57-65, 68-75, 83-96. Στη δικτυακή σελίδα http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/REVMATA/Realismosl/Realismos_15.htm, 25 Ιανουαρίου 2003.
Βουτουρής Π., Ως εις καθρέπτην … Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1995, σσ. 259-262. Στη δικτυακή σελίδα http://www. komvos.edu. gr/diaglossiki/LOG_EIDI/ethografia/ethografia_4.htm, 15 Ιανουαρίου 2003.
Μουλλάς Π., «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός», Εισαγωγή στο Βιζυηνός Γ.Μ., Νεοελληνικά Διηγήματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.
Πολίτου Μαρμαρινού Ε., «Ηθογραφία», Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, τ. 26, Αθήνα 1987.
Χρυσανθόπουλος Μ., Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1994.

Ανδρονίκη Μαστοράκη

Γεώργιος Βιζυηνός: Βιογραφία- Εργογραφία-«Το αμάρτημα της μητρός μου»


74.jpg74.jpg74.jp

[Φωτο και κείμενο από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού http://www.snhell.gr]

 

vizyinosgeorgios_gr.JPG

Μιχαηλίδης Γεώργιος
Ψευδώνυμο: Βιζυηνός Γεώργιος

1849- 1896, Βιζύη Θράκης

Πεζογραφία, Ποίηση, Δοκίμιο, Παιδική Λογοτεχνία

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ (1849-1896) Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε στη Βιζύη της Θράκης 2. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έχασε τον πατέρα του από τα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος στάθηκε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον θεολόγο και ποιητή Ηλία Τανταλίδη. Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του Ζαρίφη τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου αποφοίτησε από το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, βράβευση η οποία προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Την ίδια χρονιά αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο, ενώ το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη αποτυχημένη αυτή τη φορά συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875-1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (με δάσκαλο το Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως σε φιλοσοφικές και ψυχολογικές μελέτες. Η διδακτορική διατριβή του είχε θέμα την παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού. Στο μεταξύ το 1876 βραβεύτηκε ξανά στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με εισήγηση του Θεόδωρου Ορφανίδη για τη λυρική ποιητική συλλογή Βοσπορίδες αύραι, ενώ τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με έπαινο για τις Εσπερίδες. Το 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι (ή Σαμάκοβο) της Ανατολικής Θράκης για να ασχοληθεί με μια επιχείρηση μεταλλείων, υπόθεση η οποία σχετίστηκε στενά με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα και ακολούθησε ταξίδι του στο Παρίσι και εγκατάσταση στο Λονδίνο, όπου ετοίμασε νέα διατριβή με τίτλο Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Το 1884 πέθανε ο Γεώργιος Ζαρίφης και ο Βιζυηνός μπήκε στην τελευταία περίοδο της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι ενώ εργάστηκε παράλληλα ως δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε τη μόλις δεκαεξάχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε. Ο άτυχος έρωτάς του στάθηκε μοιραίος, καθώς προστέθηκε στα προηγούμενα χτυπήματα της ζωής του με μεγαλύτερο εκείνο του θανάτου του προστάτη του και τον οδήγησε στη ψυχασθένεια και τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο, όπου έζησε σε κατάσταση προϊούσας παραλυσίας και πέθανε το 1896 σε ηλικία πενήντα εφτά ετών. Στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού συναντώνται στοιχεία της Φαναριώτικης παράδοσης με στοιχεία ηθογραφίας και ψυχογραφικής διείσδυσης, καθώς επίσης επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύμάτα της εποχής. Οι καρποί της συνύπαρξης αυτής ωριμάζουν στο πέρασμα του χρόνου, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία του. Ως το ωριμότερο από τα ποιητικά έργα του θεωρείται η συλλογή Ατθίδες αύραι, που τυπώθηκε στο Λονδίνο (α΄ εκδ. 1883), σήμανε οριακά την είσοδο του Βιζυηνού στην ποιητική δημιουργία της γενιάς του 1880 και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον Κωστή Παλαμά. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες. Το είδος στο οποίο διέπρεψε ωστόσο στάθηκε το διήγημα. Ο Βιζυηνός ηγήθηκε της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό, ευθυγραμμιζόμενος με τα αιτήματα της γενιάς του 1880. Την πεζογραφική του παραγωγή αποτελούν πέντε διηγήματα (δυο από τα οποία παιδικά), τρεις νουβέλες και τέσσερα αφηγήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά Εστία, Διάπλασις των παίδων, Εβδομάς και στην εφημερίδα Ακρόπολις. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γεώργιου Βιζυηνού βλ. Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Χρονολόγιο Γ.Βιζυηνού (1849-1896)», Διαβάζω278, σ.12-17, Βαλέτας Γ., «Βιζυηνός Γεώργιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μουλλάς Παναγιώτης, «Βιζυηνός Γεώργιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Σπεράντσας Σ.Γ., «Βιζυηνός Γεώργιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια7. Αθήνα, Πυρσός, 1929 και Στεργιόπουλος Κώστας, «Γεώργιος Βιζυηνός», Η παλαιότερη πεζογραφια μαςΣτ΄ · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, σ.34-58. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. 2. Για τη χρονολογία γέννησης του Βιζυηνού υπάρχουν ακόμη αμφιβολίες. Για νεώτερα στοιχεία σχετικά μ’ αυτό το θέμα, βλ. Σιδεράς Αλέξανδρος, «Νέες μαρτυρίες για το έτος γεννήσεως του Γεώργιου Βιζυηνού», Νέα Εστία142, ετ.ΟΑ΄, 1η/9/1997, αρ.1684, σ.1252-1259

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(πρώτες δημοσιεύσεις και εκδόσεις) 1 Ι.Ποίηση
Ποιητικά πρωτόλεια. Αθήνα, 1873.
Ο Κόδρος. Αθήνα, 1874.
Ατθίδες αύραι. Λονδίνο, Trubner & Co. , 1833. (Ανέκδοτη έμεινε η ποιητική συλλογή του Αραις, Μάραις, Κουκουνάραις, την οποία μετονόμασε σε Βοσπορίδες αύραι). ΙΙ.Πεζογραφία
Ο άραψ και η κάμηλος αυτού. Διάπλασις των ΠαίδωνΑ’, 9/1879, αρ.8, σ.123.
Το αμάρτημα της μητρός μου. ΕστίαΕ΄, 10 και 17/4/1883, αρ.380 και 381 σ. 225 και 241.
Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως. ΕστίαΙΣΤ΄, 21 και 28/8/1883 αρ.399 και 400, σ.528 και 541.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου. ΕστίαΙΣΤ΄, 23 και 30/10/1883, 6/11/1883, αρ.408, 409 και 410, σ. 669, 685 και 701.
Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας. ΕστίαΙΖ΄, 1η, 8, 15, 22 και 29/1/1884, αρ.418, 419, 420, και 422, σ. 1, 17, 33, και 65.
Το σκιάχτρο του χωραφιού. Η Διάπλασις των ΠαίδωνΣΤ΄, 2/1884, αρ.2, σ.17.
Πρωτομαγιά. Ακρόπολις, 1η και 2/5/1884.
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον. Εστία442, 443 και 444, 17/6/1884, 24/6/1884 και 1η/7/1884, σ.385, 403 και 417.
Ο κλέπτης. Η Διάπλασις των παίδωνΣΤ΄, 9/1884, αρ.9, σ.135.
Ο Τρομάρας. Η Διάπλασις των Παίδων ΣΤ΄, 11/1884 και 12/1884, αρ.11 και 12, σ.171 και 182.
Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα. ΕβδομάςΒ΄, 27/1/1885, αρ.48, σ.37.
Μοσκώβ Σελήμ. Εστία, 28/4/1895 και 1-16/5/1895. ΙΙΙ.Μελέτες
Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik (Το παιχνίδι από ψυχολογική και παιδαγωγική άποψη). Λειψία, 1881.
Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Αθήνα, 1884.
Στοιχεία λογικής προς χρήσιν της ελληνικής νεολαίας. Αθήνα, 1885.
Ψυχολογικαί μελέται επί του ΚαλούΑ΄· Πνευματικαί ιδιοφυϊαι. Αθήνα, 1885.
Ψυχολογικαί μελέται επί του ΚαλούΒ΄· Αι αρχαί των τεχνών. Αθήνα, 1885.
Στοιχεία Ψυχολογίας. Αθήνα, 1888.
Ανά τον Ελικώνα. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930. ΙV.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Το αμάρτημα της μητρός μου. Αθήνα, Φέξης, 1912. (μαζί τα Ο Μοσκώβ Σελήμ, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον και Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ).
Τα ποιήματα. Αθήνα, Φέξης, 1916.
Το αμάρτημα της μητρός μου – Μοσκώβ Σελήμ. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, χ.χ.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, 1922. (μαζί το Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως και πρόλογος από τον Κωστή Παλαμά).
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον – Αι συνέπαι της παλαιάς ιστορίας. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, χ.χ.
Τα παιδικά τραγούδια του Γεωργίου Βιζυηνού. Αθήνα, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, 1953.
Ο Τρομάρας. Αθήνα, Πηγή, 1948.
Τα Άπαντα του Γεωργίου Βιζυηνού. Αθήνα, Βίβλος, 1955.
Γ.Μ.Βιζυηνός · Τα διηγήματα · Φιλολογική επιμέλεια Βαγγέλης Αθανασόπουλος. Αθήνα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1991.
Τα ποιήματα
Επιμέλεια Μιχάλης Χρυσανθόπουλος. Αθήνα, Εστία,
Παιδικαί ποιήσεις. Θεσσαλονίκη, Ζήτρος, 1997. 1. Για αναλυτικότερα βιβλιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία του Γεωργίου Βιζυηνού, βλ. Μαμώνη Κυριακή, Βιβλιογραφία Γ.Βιζυηνού (1873-1962). Αθήνα, 1963 (ανάτυπο του τόμου του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού).
[Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΖΥΗΝΟ

Γεώργιος Βιζυηνός Μεταξύ φαντασίας και μνήμης

Συγγραφέας: Χρυσανθόπουλος, Μιχάλης
Κατηγορία: Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: ΕΣΤΙΑ

9600505578.jpg

Π οίος ήτον ο Γεώργιος Βιζυηνός

Συγγραφέας: Συλλογικό
Κατηγορία: Γλώσσα (γενικά)
Εκδότης: ΕΥΘΥΝΗ
Αριθμός σελίδων: 192

Πρωτομαγιά Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα

Συγγραφέας: Βιζυηνός, Γεώργιος
Κατηγορία: Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Ημερ/νία έκδοσης: 1998
Επιμελητής: Δημητρακόπουλος, Φώτης

9602054034.jpg

 

 

«Το αμάρτημα της μητρός μου»

Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Ως και εις τα γράμματα δεν την εβίαζεν. Αν ήθελεν, επήγαινεν εις το σχολείον, αν δεν ήθελεν, έμενεν εις την οικίαν. Πράγμα το οποίον εις ημάς διά κανένα λόγον δεν θα επετρέπετο.
Εξαιρέσεις τοιαύται έπρεπε, φυσικώ τω λόγω, να γεννήσουν ζηλοτυπίας βλαβεράς μεταξύ παιδίων, μάλιστα μικρών, όπως ήμεθα και εγώ και οι άλλοι δύο μου αδελφοί, καθ’ ην εποχήν συνέβαινον ταύτα.
Αλλ’ ημείς εγνωρίζαμεν, ότι η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα της τα τέκνα. Ήμεθα βέβαιοι, ότι αι εξαιρέσεις εκείναι δεν ήσαν παρά μόνον εξωτερικαί εκδηλώσεις φειστικωτέρας τινός ευνοίας προς το μόνον του οίκου μας κοράσιον. Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα.
Διότι η Αννιώ, εκτός ότι ήτον η μόνη μας αδελφή, ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος. Ακόμη και αυτός ο υστερότοκος του οίκου, ο οποίος, ως κοιλιάρφανος, εδικαιούτο να καρπούται πλέον παντός άλλου τας μητρικάς θωπείας, παρεχώρει τα δικαιώματά του εις την αδελφήν τόσω μάλλον ασμένως, καθόσον η Αννιώ ούτε φιλόπρωτος ούτε υπεροπτική εγίνετο διά τούτο.
Απ’ εναντίας ήτο πολύ προσηνής προς ημάς και μας ηγάπα όλους μετά περιπαθείας. Και –πράγμα περίεργον– η προς ημάς τρυφερότης του κορασίου, αντί να ελαττούται προϊούσης της ασθενείας του, απεναντίας ηύξανεν.
Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον εγίνετο το πρόσωπόν της. Πρόσωπον εκ φύσεως ρεμβώδες και μελαγχολικόν, επί του οποίου τότε μόνον επεχύνετο γλυκεία τις ιλαρότης, όταν μας έβλεπεν όλους συνηγμένους πλησίον της.
Συνήθως εφύλαττεν υπό το προσκεφάλαιόν της τους καρπούς, ους αι γειτόνισσαι τη έφερον ως αρρωστικόν, και τους εμοίραζεν εις ημάς, επανελθόντας εκ του σχολείου. Αλλά το έκαμνε πάντοτε κρυφά. Διότι η μήτηρ μας εθύμωνε, και δεν έστεργε να καταβροχθίζωμεν ημείς ό,τι επεθύμει να είχε γευθή καν η ασθενής της κόρη.
Εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο και ολονέν περισσότερον συνεκεντρούντο περί αυτήν της μητρός μας αι φροντίδες.
Αφ’ ότου απέθανεν ο πατήρ μας, δεν είχεν εξέλθει της οικίας. Διότι εχήρευσε πολύ νέα και εντρέπετο να κάμη χρήσιν της ελευθερίας, ήτις, και εν αυτή τη Τουρκία, ιδιάζει εις πάσαν πολύτεκνον μητέρα. Αλλ’ αφ’ ης ημέρας έπεσεν η Αννιώ σπουδαίως εις το στρώμα, έβαλε την εντροπήν κατά μέρος.
Κάποιος είχεν άλλοτε παρομοίαν ασθένειαν –έτρεχε να τον ερωτήση, πώς εθεραπεύθη. – Κάπου μία γραία κρύπτει βότανα θαυμασίας ιατρικής δυνάμεως, – έσπευδε να τα εξαγοράση. – Κάποθεν ήλθε ξένος τις, παράδοξος το εξωτερικόν, ή φημιζόμενος διά τας γνώσεις του, – δεν εδίσταζε να επικαλεσθή την αντίληψίν του: Οι διαβασμένοι, κατά τους λαούς, είναι παντογνώσται. Και υπό το πρόσχημα πτωχού οδοιπόρου κρύπτονται ενίοτε μυστηριώδη όντα, πλήρη υπερφυσικών δυνάμεων.
Ο χονδρός της συνοικίας κουρεύς, αυτός μας επεσκέπτετο αυτόκλητος και δικαιωματικώς. Ήτον ο μόνος επίσημος ιατρός εν τη περιφερεία μας.
Άμα τον έβλεπον εγώ έπρεπε να τρέχω εις τον μπακάλην. Διότι ποτέ δεν επλησίαζε την ασθενή, πριν ή καταπίη τουλάχιστον πενήντα δράμια ρακής.
– Είμαι γέρος, μωρή, έλεγε προς την ανυπόμονον μητέρα, είμαι γέρος, και αν δεν το τσούξω κομμάτι, δεν βλέπουν καλά τα μάτια μου.
Και φαίνεται, ότι δεν εψεύδετο. Διότι όσω περισσότερον έπινε, τόσον ευκολώτερον ηδύνατο να διακρίνη ποία είναι η παχυτέρα της αυλής μας όρνιθα, διά να την λάβη απερχόμενος.
Η μήτηρ μου, αν και έπαυσε πλέον να μεταχειρίζεται τα ιατρικά του, εν τούτοις τον επλήρωνε τακτικά και αγογγύστως. Τούτο μεν, διά να μη τον δυσαρεστήση, τούτο δε, διότι πολύ συχνά διισχυρίζετο παρηγορών αυτήν, ότι η πορεία της ασθενείας είναι καλή, και ακριβώς τοιαύτη, οποίαν εδικαιούτο να την περιμένη η επιστήμη από τας συνταγάς του.
Το τελευταίον τούτο ήτο δυστυχώς λίαν αληθές. Η κατάστασις της Αννιώς έβαινεν αργά μεν και απαρατηρήτως, αλλ’ ολονέν επί τα χείρω. Και η παράτασις αύτη της αορίστου καχεξίας έκαμνε την μητέρα μας άλλην εξ άλλης.
Πάσα νόσος, άγνωστος εις τον λαόν, διά να θεωρηθή ως φυσικόν πάθος, πρέπει, ή να υποχωρήση εις τας στοιχειώδεις ιατρικάς του τόπου γνώσεις, ή να επιφέρη εντός ολίγου τον θάνατον. Ευθύς ως παραταθή και χρονίση, αποδίδεται εις υπερφυσικάς αιτίας, και χαρακτηρίζεται ως εξωτικόν.
Ο ασθενής εκάθησεν εις άσχημον τόπον. Επέρασε νύκτα τον ποταμόν, καθ’ ην στιγμήν αι Νηρηίδες ετέλουν αόρατοι τα όργιά των. Εδιασκέλισε μαύρον γάτον, ο οποίος ήτο κυρίως ο έξω από εδώ μεταμορφωμένος.
Η μήτηρ μου ήτο μάλλον ευλαβής παρά δεισιδαίμων. Κατ’ αρχάς απετροπιάζετο τας τοιαύτας διαγνώσεις, και ηρνείτο να εφαρμόση τας προτεινομένας γοητείας, φοβουμένη μη αμαρτήση. Άλλως τε ο ιερεύς ανέγνωσεν ήδη επί της ασθενούς τους εξορκισμούς του κακού, διά παν ενδεχόμενον. Αλλά μετ’ ολίγον μετέβαλε γνώμην.
Η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο. Η μητρική στοργή ενίκησε τον φόβον της αμαρτίας. Η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθή με την δεισιδαιμονίαν.
Πλησίον εις τον σταυρόν, επί του στήθους της Αννιώς, εκρέμασεν εν χαμαγλί, με μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις.
Τα αγιάσματα διεδέχθησαν αι γοητείαι, και μετά τα ευχολόγια των ιερέων ήλθον τα σαλαβάτια των μαγισσών.
Αλλ’ όλα παρήρχοντο εις μάτην.
Το παιδίον εχειροτέρευεν αδιακόπως, και η μήτηρ μας εγίνετο ολονέν αγνώριστος. Ενόμιζες, ότι ελησμόνησε πως είχε και άλλα τέκνα.
Ποίος μας έτρεφε, ποίος μας έπλυνε, ποίος μας εμβάλωνεν ημάς τα αγόρια, ούτε ήθελε καν να το γνωρίζη.
Μία Σοφηδιώτισσα γραία, προ πολλών ήδη ετών παρισιτούσα εν τω οίκω μας, εφρόντιζε περί ημών, εφ’ όσον τη το επέτρεπεν η μαθουσάλειος αυτής ηλικία.
Την μητέρα μας δεν την εβλέπομεν ενίοτε ολοκλήρους ημέρας.
Πότε επήγαινε να δέση μίαν λωρίδα από το φόρεμα της Αννιώς επί θαυματουργού τινος τόπου, με την ελπίδα, ότι θα δεθή και το κακόν μακράν της πασχούσης, πότε μετέβαινεν εις τας πλησιοχώρους εκκλησίας, των οποίων κατά τύχην ετελείτο η μνήμη, κομίζουσα λαμπάδα κιτρίνου κηρού, χυμένην ιδίοις αυτής χερσί, και ίσην ακριβώς προς της ασθενούς το ανάστημα. Πλην όλα, όλα ταύτα απέβαινον ανωφελή. Η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτον ανίατος.
Όταν εξηντλήθησαν πλέον όλα τα μέσα, και όλα τα ιατρικά εδοκιμάσθησαν, τότε προσήλθομεν εις το έσχατον καταφύγιον εις παρομοίας περιστάσεις.
Η μήτηρ μου εσήκωσε το μαραμένον κοράσιον εις την αγκάλην της και το έφερεν εις την εκκλησίαν. Εγώ και ο μεγαλήτερός μου αδελφός εφορτώθημεν τα στρώματα και ηκολουθήσαμεν κατόπιν. Και εκεί, επί των καθύγρων και ψυχρών πλακών, προ της εικόνος της Παναγίας, εστρώσαμεν και επλαγιάσαμεν το γλυκύτερον αντικείμενον των μεριμνών μας, την μίαν και μόνην μας αδελφήν!
Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν. Η μήτηρ μου δεν αμφέβαλλε πλέον περί τούτου, και αυτή η πάσχουσα ήρχισε να το εννοή.
Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, προ του αγίου βήματος, ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το έλεος και τους οικτιρμούς αυτών, ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.
Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος.
Μετά την διορίαν ταύτην το κακόν ηττάται και υποχωρεί κατησχυμένον. Και δεν λείπουσι διηγήσεις, καθ’ ας οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης, και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω σχήματι, προ πάντων, καθ’ ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Άγια, ή εκφωνείται το «Μετά φόβου».
Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.
Ουχ ήττον τοιαύτη τις ενδεχομένη περίπτωσις ενέβαλλεν εις μεγίστας ανησυχίας την μητέρα ημών, ήτις, μόλις ετοποθετήσαμεν την Αννιώ, και ήρχισε να την ερωτά περίφροντις πώς αισθάνεται τον εαυτόν της.
Η ιερότης του τόπου, η θέα των εικόνων, η ευωδία του θυμιάματος επέδρασαν, φαίνεται, ευνοϊκώς επί του μεγαγχολικού της πνεύματος. Διότι, ευθύς μετά τας πρώτας στιγμάς, εζωήρευσε και ήρχισε να αστεΐζεται με ημάς.
– Ποίον από τους δύο θέλεις να παίζετε μαζί; την ηρώτησε τρυφερώς η μήτηρ μου – τον Χρηστάκη, ή το Γιωργί;
Η ασθενής έρριψε προς την λαλούσαν πλάγιον αλλ’ εκφραστικόν βλέμμα, και, ως εάν επέπληττεν αυτήν διά την προς ημάς αδιαφορίαν, τη απήντησεν, αργά και μετρημένα·
– Ποίον από τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω χωρίς τον άλλο. Τα θέλω όλα τα αδέρφια μου, όσα και αν έχω.
Η μήτηρ μου συνεστάλη και εσιώπησεν.
Μετ’ ολίγον έφερε και τον ολόμικρον αδελφόν μας εις την εκκλησίαν, αλλά μόνον διά την πρώτην εκείνην ημέραν.
Το εσπέρας απέπεμψε τους άλλους δύο, και εκράτησεν μόνον εμέ πλησίον της.
Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.
Το αμυδρόν φως των έμπροσθεν του εικονοστασίου λύχνων, μόλις εξαρκούν να φωτίζη αυτό και τας προ αυτού βαθμίδας, καθίστα το περί ημάς σκότος έτι υποπτότερον και φοβερώτερον, παρά εάν ήμεθα όλως διόλου εις τα σκοτεινά.
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπαθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους, με τα φαρδυά και κόκκινά του φορέματα, με τον στέφανον περί την κεφαλήν, και με τους ατενείς οφθαλμούς επί του ωχρού και απαθούς προσώπου του.
Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.
Και όμως δεν ετόλμων να δηλώσω ουδέ την παραμικροτέραν ανησυχίαν. Διότι ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου, ήτις χωρίς άλλο θα με απέστελλεν εις τον οίκον, ευθύς ως ήθελεν υποπτευθή ότι φοβούμαι.
Υπέφερον λοιπόν και κατά τας επομένας νύκτας τας φρικιάσεις εκείνας μετά αναγκαστικής στωικότητος και εξετέλουν προθύμως τα καθήκοντά μου, προσπαθών να καταστώ όσον το δυνατόν αρεστότερος.
Ήναπτον πυρ, έφερον νερόν και εσκούπιζα την εκκλησίαν, όταν ήτο καθημερινή. Τας εορτάς και Κυριακάς, κατά τον όρθρον, εχειραγώγουν την αδελφήν μου, να σταθή κάτω από το ευαγγέλιον, το οποίον ανεγίνωσκεν ο λειτουργός από της Ωραίας Πύλης. Κατά την λειτουργίαν, ήπλωνα χαμαί το χράμι, επί του οποίου έπιπτεν η ασθενής πρόμυτα, διά να περάσουν τα Άγια από επάνω της. Κατά δε την απόλυσιν, έφερον το προσκέφαλόν της ενώπιον της αριστεράς του Ιερού θύρας, διά να γονατίζη επ’ αυτού, ως που να ξεφορέση ο παππάς επάνω της και να της σταυρώση το πρόσωπον με την Λόγχην, ψιθυρίζων το «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του Εχθρού, κτλ».
Και εις όλα ταύτα με παρηκολούθει η πτωχή μου αδελφή με την ωχράν και μελαγχολικήν της όψιν, με το αργόν και αβέβαιον βήμα της, ελκύουσα τον οίκτον των εκκλησιαζομένων και προκαλούσα τας ευχάς αυτών υπέρ αναρρώσεώς της· αναρρώσεως, ήτις δυστυχώς ήργει να επέλθη.
Απ’ εναντίας, η υγρασία, το ψύχος, το ασύνηθες και, μα το ναι, φρικαλέον των εν τω ναώ διανυκτερεύσεων δεν ήργησαν να επιδράσουν βλαβερώς επί της ασθενούς, της οποίας η κατάστασις ήρχησε να εμπνέη τώρα τους εσχάτους φόβους.
Η μήτηρ μου το ηννόησε, και ήρχησε, και εν αυτή τη εκκλησία, να δεικνύη θλιβεράν αδιαφορίαν προς παν ό,τι δεν ήτο αυτή η ασθενής. Δεν ήνοιγε τα χείλη της προς ουδένα πλέον, ει μη προς την Αννιώ και προς τους αγίους, οσάκις επροσηύχετο.
Μίαν ημέραν την επλησίασα απαρατήρητος, ενώ έκλαιε γονυπετής προ της εικόνος του Σωτήρος.
– Πάρε μου όποιο θέλεις, έλεγε, και άφησέ μου το κορίτσι. Το βλέπω πως είναι για να γένη. Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης. Ευχαριστώ σε, Κύριε!
Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ’ ην τα δάκρυά της ηκούοντο στάζοντα επί των πλακών ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας, εδίστασεν ολίγον, και έπειτα επρόσθεσεν·
– Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου… χάρισέ μου το κορίτσι!
Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τα νεύρα μου και ήρχησαν τα αυτία μου να βοΐζουν. Δεν ηδυνήθην ν’ ακούσω περιπλέον. Καθ’ ην δε στιγμήν είδον, ότι η μήτηρ μου, καταβληθείσα υπό φοβεράς αγωνίας, έπιπτεν αδρανής επί των μαρμάρων, εγώ αντί να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την ευκαιρίαν να φύγω εκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος και εκβάλλων κραυγάς, ως εάν ηπείλει να με συλλάβη ορατός αυτός ο Θάνατος.
Οι οδόντες μου συνεκρούοντο υπό του τρόμου, και εγώ έτρεχον, και ακόμη έτρεχον. Και χωρίς να το εννοήσω, ευρέθην έξαφνα μακράν, πολύ μακράν της εκκλησίας. Τότε εστάθην να πάρω την αναπνοήν μου, κ’ ετόλμησα να γυρίσω να ιδώ οπίσω μου. Κανείς δεν μ’ εκυνήγει.
Ήρχησα λοιπόν να συνέρχωμαι ολίγον κατ’ ολίγον, και ήρχησα να συλλογίζωμαι.
Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου όλας τας προς την μητέρα τρυφερότητας και θωπείας μου. Προσεπάθησα να ενθυμηθώ μήπως της έπταισα ποτέ, μήπως την αδίκησα, αλλά δεν ηδυνήθην. Απεναντίας εύρισκον, ότι αφ’ ότου εγεννήθη αυτή η αδελφή μας, εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην, όπως θα το επεθύμουν, αλλά τούτ’ αυτό παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερον. Ενθυμήθην τότε, και μοι εφάνη ότι εννόησα, διατί ο πατήρ μου εσυνείθιζε να με ονομάζη το αδικημένον του. Και με επήρε το παράπονον και ήρχησα να κλαίω. Ω! είπον, η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δεν πηγαίνω εις την εκκλησίαν! Και διηυθύνθην προς την οικίαν μας, περίλυπος και απηλπισμένος.
Η μήτηρ μου δεν ήργησε να με ακολουθήση μετά της ασθενούς. Επειδή ο ιερεύς, όστις, ταραχθείς υπό των κραυγών μου, εμβήκεν εις την εκκλησίαν, όταν είδε την ασθενή, συνεβούλευσε την μητέρα μου να την μετακομίση.
– Ο Θεός είναι μεγάλος, θυγατέρα, τη είπε, και η χάρις του φθάνεις εις όλη την οικουμένη. Αν είναι για να γιάνη το παιδί σου, θα το γιάνη και στο σπίτι σου.
Δυστυχής η μήτηρ ήτις τον ήκουσε! Διότι αυτοί είναι οι τυπικοί λόγοι με τους οποίους οι ιερείς αποπέμπουσι συνήθως τους ετοιμοθάνατους, διά να μη εκπνεύσουν εν τη εκκλησία και βεβηλωθή η ιερότης του τόπου.
Όταν επανείδον την μητέρα μου, ήτον υπέρ ποτε θλιβερά. Αλλά προς εμέ ιδίως εφέρθη με πολλήν γλυκύτητα και προσήνειαν. Με έλαβεν εις την αγκάλην της, μ’ εθώπευσε και μ’ εφίλησε τρυφερά και επανειλημμένως. Ενόμιζες ότι προσεπάθει να μ’ εξιλεώση.
Εν τούτοις εγώ την νύκτα εκείνην ούτε να φάγω ειμπόρεσα, ούτε να κοιμηθώ. Εκοιτόμην εις το στρώμα με καμμυομένους οφθαλμούς, αλλ’ έτεινον τα ώτα προσεκτικά προς πάσαν κίνησιν της μητρός μου, η οποία, όπως πάντοτε, ηγρύπνει παρά το προσκεφάλαιον της ασθενούς.
Θα ήτον ίσως μεσάνυκτα όταν ήρχησε να πηγαινοέρχηται εις το δωμάτιον. Ενόμιζον ότι έστρωνε να κοιμηθή, αλλ’ ηπατώμην. Διότι μετ’ ολίγον εκάθησε και ήρχησε να μοιρολογή χαμηλοφώνως.
Ήτο το μοιρολόγι του πατρός μας. Πριν ασθενήση η Αννιώ, το έψαλλε πολύ συχνά, αλλ’ αφ’ ότου ασθένησε, το ήκουον διά πρώτην φοράν.
Το μοιρολόγιον τούτο εσύνθεσεν επί τω θανάτω του πατρός μου, κατά παραγγελίαν αυτής, ηλιοκαής ρακένδυτος Γύφτος, γνωστός εις τα περίχωρά μας διά την δεξιότητα εις το στιχουργείν αυτοσχεδίως.
Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.
Εκάθητο ένδοθεν της αυλείου ημών θύρας, περιστοιχισμένος υπό των χαλκών αγγείων, όσα εσύναζε διά να γανώση. Και, με την κεφαλήν κεκλιμένην επί του ώμου, συνώδευε τον πένθιμον αυτού σκοπόν με τους κλαυθμηρούς ήχους της τριχόρδου του λύρας.
Προ αυτού η μήτηρ μου ορθία εβάσταζε την Αννιώ εις την αγκάλην της και ήκουε προσεκτική και δακρύουσα.
Εγώ την εκράτουν σφιγκτά από του φορέματος και έκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχάς αυτού, διότι όσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι, τόσον φοβερά μοι εφαίνετο η μορφή του αγρίου των ψάλτου.
Όταν η μήτηρ μου έμαθε το θλιβερόν αυτής μάθημα, έλυσεν από το άκρον της καλύπτρας της και έδωκεν εις τον Αθίγγανον δύο ρουμπιέδες. – Τότε είχομεν ακόμη αρκετούς. – Έπειτα παρέθηκεν εις αυτόν άρτον και οίνον και ό,τι προσφάγιον ευρέθη πρόχειρον. Ενώ δε εκείνος έτρωγε κάτω, η μήτηρ μου εις το ανώγι επανελάμβανε το ελεγείον κατ’ ιδίαν διά να το στερεώσει εις την μνήμην της. Και φαίνεται ότι το εύρε πολύ ωραίον. Διότι καθ’ ην στιγμήν ο Κατσίβελος ανεχώρει, έδραμε κατόπιν του και τω εχάρισεν εν από τα σαλιβάρια του πατρός μου.
– Θεός σχωρέσοι τον άνδρα σου, νύφη! εφώνησεν έκθαμβος ο ραψωδός, και φορτωθείς τα χάλκινά του σκεύη εξήλθε της αυλής μας.
Αυτό λοιπόν το ελεγείον εμοιρολόγει κατ’ εκείνην την νύκτα η μήτηρ μου.
Εγώ ήκουον, και άφηνα τα δάκρυά μου να ρέωσι σιγαλά, αλλά δεν ετόλμων να κινηθώ. Αίφνης ησθάνθην ευωδίαν θυμιάματος!
– Ω! είπον, απέθανε το καϋμένο το Αννιώ μας! – Και ετινάχθην από το στρώμα μου.
Τότε ευρέθην ενώπιον παραδόξου σκηνής.
Η ασθενής ανέπνεε βαρέως, όπως πάντοτε. Πλησίον αυτής ήτο τοποθετημένη ανδρική ενδυμασία, καθ’ ην τάξιν φορείται. Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαύρον ύφασμα, επί του οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί της επιφανείας του ύδατος.
Φαίνεται ότι εκιτρίνισα από τον φόβον μου. Διότι ως με είδεν, έσπευσε να με καθησυχάση.
– Μη φοβείσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδώς, είναι τα φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον και συ να έλθη να γιατρέψη το Αννιώ μας.
Και με έβαλε να γονατίσω πλησίον της.
– Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ! – ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, διά να τη δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου. Δεν ησθανόμην ο ανόητος ότι τοιουτοτροπόπως εκορύφωνα την απελπισίαν της! Πιστεύω να μ’ εσυγχώρησεν. Ήμην πολύ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της.
Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, εθυμίασεν εκ νέου τα προ ημών αντικείμενα, και επέστησεν όλην αυτής την προσοχήν επί του ύδατος, το οποίον ευρίσκετο εις το επί του σκαμνίου ευρύχωρον σκεύος.
Αίφνης μικρά χρυσαλίς, πετάξασα κυκλικώς επ’ αυτού, ήγγισε με τα πτερά της, και ετάραξεν ελαφρώς την επιφάνειάν του.
Η μήτηρ έκυψεν ευλαβώς και έκαμε τον σταυρόν της, όπως όταν διαβαίνουν τα Άγια εν τη εκκλησία.
– Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου! εψιθύρισε, βαθέως συγκεκινημένη και μη τολμώσα να υψώση τα όμματα.
Εγώ υπήκουσα μηχανικώς.
Όταν η μικρά εκείνη χρυσαλίς εχάθη εις το βάθος του δωματίου, η μήτηρ μου ανέπνευσεν, εσηκώθη ιλαρά και ευχαριστημένη, και – Επέρασεν η ψυχή του πατέρα σου! – είπε, παρακολουθούσα εισέτι την πτήσιν του χρυσαλιδίου με βλέμματα στοργής και λατρείας. Έπειτα έπιεν από του ύδατος και έδωκε και εις εμέ να πίω.
Τότε μου ήλθεν εις τον νουν ότι και άλλοτε μας επότιζεν από του αυτού σκεύους, ευθύς ως εξυπνούμεν. Και ενθυμήθην, ότι οσάκις έκαμνε τούτο η μήτηρ μας, ήτο καθ’ όλην εκείνην την ημέραν ζωηρά και περιχαρής, ως εάν είχεν απολαύσει μεγάλην τινά πλην μυστικήν ευδαιμονίαν.
Αφού μ’ επότισεν εμέ, επλησίασεν εις το στρώμα της Αννιώς με το σκεύος ανά χείρας.
Η ασθενής δεν εκοιμάτο, αλλά δεν ήτο και όλως διόλου έξυπνος. Τα βλέφαρά της ήσαν ημίκλειστα· οι δε οφθαλμοί της, εφ’ όσον διεφαίνοντο, εξέπεμπον παράδοξον τινα λάμψιν διά μέσου των πυκνών και μελανών αυτών βλεφαρίδων.
Η μήτηρ μου ανεσήκωσε το ισχνόν του κορασίου σώμα μετά προσοχής· και ενώ διά της μιας χειρός υπεστήριζε τα νώτα του, διά της άλλης προσέφερε το σκεύος εις τα μαραμένα του χείλη.
– Έλα, αγάπη μου, της είπε. Πιε απ’ αυτό το νερό, να γιάνης. – Η ασθενής δεν ήνοιξε τους οφθαλμούς, αλλά φαίνεται, ότι ήκουσε την φωνήν και εννόησε τας λέξεις. Γλυκύ και συμπαθητικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. Έπειτα ερρόφησεν ολίγας σταγόνας από του ύδατος εκείνου, το οποίον έμελλε τω όντι να την ιατρεύση. Διότι μόλις το εκατάπιε και ήνοιξε τους οφθαλμούς και προσεπάθησε ν’ αναπνεύση. Ελαφρός στεναγμός διέφυγε τα χείλη της, και επανέπεσε βαρεία επί της ωλένης της μητρός μου.
Το καϋμένο μας το Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανά του!
Πολλοί είχον κατηγορήσει την μητέρα μου, ότι ενώ αι ξέναι γυναίκες εθρήνουν μεγαλοφώνως επί του νεκρού του πατρός μου, εκείνη μόνη έχυνεν άφθονα, πλην σιγηλά δάκρυα. Η δυστυχής το έκαμνεν εκ φόβου μήπως παρεξηγηθή, μήπως παραβή τα όρια της εις τας νέας ανηκούσης σεμνότητος. Διότι, καθώς είπον, η μήτηρ μας εχήρευσε πολύ νέα.
Όταν απέθανεν η αδελφή μας, δεν ήτο πολύ γεροντοτέρα. Αλλ’ ούτε εσκέφθη καν τώρα τι θα ειπή ο κόσμος διά τους σπαραξικαρδίους της θρήνους.
Όλη η γειτονεία εσηκώθη και ήλθε προς παρηγορίαν της. Αλλά το πένθος αυτής ήτο φοβερόν, ήτον απαρηγόρητον.
– Θα χάση τον νουν της – εψιθύριζον οι βλέποντες αυτήν κεκλιμένην και θρηνούσαν μεταξύ των τάφων της αδελφής και του πατρός μας.
– Θα τα αφήση μέσ’ στους πέντε δρόμους· – έλεγον οι συναντώντες ημάς καθ’ οδόν, εγκαταλελειμμένα και απεριποίητα.
Και εχρειάσθη καιρός, εχρειάσθησαν αι νουθεσίαι και επιπλήξεις της εκκλησίας, όπως συνέλθη εις εαυτήν και ενθυμηθή τα επιζώντα τέκνα της, και αναλάβη τα οικιακά της καθήκοντα.
Αλλά τότε παρετήρησε πού μας είχε καταντήσει η μακρά της αδελφής μας ασθένεια.
Η χρηματική μας περιουσία κατηναλώθη εις ιατρούς και ιατρικά. Πολλά χράμια και κηλίμια, έργα των ιδίων αυτής χειρών, τα είχε πωλήσει δι’ ασήμαντα ποσά, ή τα είχε δώσει ως αμοιβήν εις τους γόητας και τας μαγίσσας. Άλλα μας τα έκλεψαν αυτοί και οι όμοιοί των, επωφελούμενοι εκ της ανεπιβλεψίας, ήτις επεκράτησεν εν τω οίκω μας. Προς επίμετρον εξηντλήθησαν και αι προμήθειαι των ζωοτροφιών μας και ημείς δεν είχομεν πλέον πόθεν να ζήσωμεν.
Εν τούτοις αυτό, αντί να πτοήση την μητέρα μας, τη απέδωκεν απεναντίας διπλήν την δραστηριότητα, ην είχε πριν ασθενήσει το Αννιώ.
Εμετρίασεν, ή κυρίως ειπείν, συνεκάλυψε το πένθος της· υπερενίκησε την ατολμίαν της ηλικίας και του φύλου της, και, λαβούσα την δίκελλαν ανά χείρας, ήρχισε να ξενοδουλεύη, ως εάν δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον άνετον και ανεξάρτητον βίον.
Επί πολύν χρόνον μας διέτρεφε διά του ιδρώτος του προσώπου της. Τα ημερομίσθια ήσαν μικρά και αι ανάγκαι μας μεγάλαι, αλλ’ όμως εις κανένα εξ ημών δεν επέτρεψε να την ανακουφίση συνεργαζόμενος.
Σχέδια περί του μέλλοντος ημών εγίνοντο και επεθεωρούντο καθ’ εσπέραν παρά την εστίαν. Ο μεγαλείτερός μου αδελφός ώφειλε να μάθη την τέχνην του πατρός μας, διά να λάβη εν τη οικογενεία τον τόπον εκείνου. Εγώ έμελλον ή μάλλον ήθελον να ξενιτευθώ, και ούτω καθεξής. Αλλά προ τούτου έπρεπε να μάθωμεν όλοι τα γράμματά μας, έπρεπε να ξεσχολήσωμεν. Διότι, έλεγεν η μήτηρ μας, άνθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
Αι οικονομικαί μας δυσχέρειαι εκορυφώθησαν, όταν επήλθεν ανομβρία εις την χώραν και ανέβησαν αι τιμαί των τροφίμων. Αλλ’ η μήτηρ, αντί ν’ απελπισθή περί της διατροφής ημών αυτών, επηύξησε τον αριθμόν μας δι’ ενός ξένου κορασίου, το οποίον μετά μακράς προσπαθείας κατώρθωσε να υιοθετήση.
Το γεγονός τούτο μετέβαλε το μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακού ημών βίου, και εισήγαγεν εκ νέου αρκετήν ζωηρότητα.
Ήδη αυτή η υιοθέτησις εγένετο πανηγυρική. Η μήτηρ μου εφόρεσε διά πρώτην φοράν τα γιορτερά της και μας ωδήγησεν εις την εκκλησίαν καθαρούς και κτενισμένους, ως εάν επρόκειτο να μεταλάβωμεν. Μετά το τέλος της λειτουργίας, εστάθημεν όλοι προ της εικόνος του Χριστού, και αυτού, εν μέσω του περιεστώτος λαού, ενώπιον των φυσικών αυτού γονέων, παρέλαβεν η μήτηρ μου το θετόν αυτής θυγάτριον εκ των χειρών του ιερέως, αφού πρώτον υπεσχέθη εις επήκοον πάντων, ότι θέλει αγαπήσει και αναθρέψει αυτό, ως εάν ήτο σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστών της.
Η είσοδός του εις τον οίκον μας εγένετο ουχ ήττον επιβλητική και τρόπον τινά εν θριάμβω. Ο πρωτόγερος του χωρίου και η μήτηρ μου προηγήθησαν μετά του κορασίου, έπειτα ηρχόμεθα ημείς. Οι συγγενείς μας και οι συγγενείς της νέας αδελφής μάς ηκολούθησαν μέχρι της αυλείου ημών θύρας. Έξωθεν αυτής ο πρωτόγερος εσήκωσε το κοράσιον υψηλά εις τας χείρας του και το έδειξεν επί τινας στιγμάς εις τους παρισταμένους. Έπειτα ηρώτησε μεγαλοφώνως·
― Ποιος από σας είναι ή εδικός ή συγγενής ή γονιός του παιδιού τούτου περισσότερον από την Δεσποινιώ την Μηχαλιέσσα κι’ από τους εδικούς της;
Ο πατήρ του κορασίου ήτον ωχρός και έβλεπε περίλυπος εμπρός του. Η σύζυγός του έκλαιεν ακουμβημένη εις τον ώμόν του. Η μήτηρ μου έτρεμεν εκ του φόβου μήπως ακουσθή καμμία φωνή – Εγώ! – και ματαιώση την ευτυχίαν της. Αλλά κανείς δεν απεκρίθη. Τότε οι γονείς του παιδίου ησπάσθησαν αυτό διά τελευταίαν φοράν και ανεχώρησαν μετά των συγγενών των. Ενώ οι εδικοί μας μετά του πρωτογέρου εισήλθον και εξενίσθησαν παρ’ ημίν.
Από της στιγμής ταύτης η μήτηρ μας ήρχισε να επιδαψιλεύη εις την θετήν μας αδελφήν τόσας περιποιήσεις, όσων ίσως δεν ηξιώθημεν ημείς εις την ηλικίαν της και εις καιρούς πολύ ευτυχεστέρους. Ενώ δε μετ’ ολίγον χρόνον εγώ μεν επλανώμην νοσταλγών εν τη ξένη, οι δε άλλοι μου αδελφοί εταλαιπωρούντο κακοκοιμώμενοι εις τα εργαστήρια των “μαστόρων”, το ξένον κοράσιον εβασίλευεν εις τον οίκον μας, ως εάν ήτον εδικός του.
Οι μικροί των αδελφών μου μισθοί θα εξήρκουν προς ανακούφισιν της μητρός, εφ’ ω και τη εδίδοντο. Αλλ’ εκείνη, αντί να τους δαπανά προς ανάπαυσίν της, επροίκιζε δι’ αυτών την θετήν της θυγατέρα και εξηκολούθει εργαζομένη προς διατροφήν της. Εγώ έλειπον μακράν, πολύ μακράν, και επί πολλά έτη ηγνόουν τι συνέβαινεν εις τον οίκον μας. Πριν δε κατορθώσω να επιστρέψω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, ανετράφη, επροικίσθη και υπανδρεύθη, ως εάν ήτον αληθώς μέλος της οικογενείας μας.
Ο γάμος αυτής, όστις φαίνεται επίτηδες επεσπεύθη, υπήρξεν αληθής χαρά των αδελφών μου. Οι δυστυχείς ανέπνευσαν, απαλλαγέντες από το πρόσθετον φορτίον. Και είχον δίκαιον. Διότι η κόρη εκείνη, εκτός ότι ποτέ δεν ησθάνθη προς αυτούς αδελφικήν τινά στοργήν, επί τέλους απεδείχθη αχάριστος προς την γυναίκα, ήτις περιεποιήθη την ζωήν αυτής με τοσαύτην φιλοστοργίαν, όσην ολίγα γνήσια τέκνα εγνώρισαν.
Είχον λόγους λοιπόν οι αδελφοί μου να είναι ευχαριστημένοι και είχον λόγους να πιστεύσουν, ότι και η μήτηρ αρκετά εδιδάχθη εκ του παθήματος εκείνου.
Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, όταν, ολίγας μετά τους γάμους ημέρας, την είδον να έρχεται εις την οικίαν, σφίγγουσα τρυφερώς εις την αγκάλην της εν δεύτερον κοράσιον, ταύτην την φοράν εν σπαργάνοις!
– Το κακότυχο! ανεφώνει η μήτηρ μου, κύπτουσα συμπαθητικώς επί της μορφής του νηπίου, δεν το έφθανε πως εγεννήθη κοιλιάρφανο, μόν’ απέθανε και η μάνα του και το άφηκε μέσ’ στη στράτα! Και, ευχαριστημένη τρόπον τινά εκ της ατυχούς ταύτης συμπτώσεως, επεδείκνυε το λάφυρόν της θριαμβευτικώς προς τους ενεούς εκ της εκπλήξεως αδελφούς μου.
Το υιικόν σέβας ήτο πολύ, και η αυθεντεία της μητρός μεγάλη, αλλ’ οι πτωχοί αδελφοί μου ήσαν τόσον απογοητευμένοι, ώστε δεν εδίστασαν να υποδείξουν ευσχήμως πως εις την μητέρα των, ότι καλόν θα ήτο να παραιτηθή του σκοπού της. Αλλά την εύρον αμετάπειστον. Τότε εδήλωσαν φανερά την δυσαρέσκειάν των και τη ηρνήθησαν την διαχείρισιν του βαλαντίου των. Όλα εις μάτην.
– Μη μου φέρετε τίποτε, έλεγεν η μήτηρ μου, εγώ δουλεύω και το θρέφω, σαν πως έθρεψα και σας. Και όταν έλθη ο Γιωργής μου απ’ τη ξενιτειά, θα το προικίση και θα το πανδρέψη. Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε. – Εγώ, μάνα, θα σε θρέψω και σένα και το ψυχοπαίδι σου. – Ναι! έτσι με το είπε, που νάχη την ευχή μου!
Ο Γιωργής ήμην εγώ. Και την υπόσχεσιν ταύτην την είχον δώσει αληθώς, αλλά πολύ προτήτερα.
Ήτο καθ’ ην εποχήν η μήτηρ μας ειργάζετο διά να θρέψη την πρώτην μας θετήν αδελφήν καθώς και ημάς. Εγώ την συνώδευον κατά τας διακοπάς των μαθημάτων, παίζων παρ’ αυτή, ενώ εκείνη έσκαπτεν ή εξεβοτάνιζεν. Μίαν ημέραν διακόψαντες την εργασίαν επεστρέφομεν από τους αγρούς φεύγοντες τον αφόρητον καύσωνα, υφ’ ου ολίγον έλειψε να λυποθυμήση η μήτηρ μου. Καθ’ οδόν κατελήφθημεν υπό ραγδαιοτάτης βροχής, εξ εκείνων, αίτινες συμβαίνουσι παρ’ ημίν συνήθως, μετά προηγηθείσαν υπερβολικήν ζέστην ή λαύραν, καθώς την ονομάζουν οι συντοπίται μου. Δεν ήμεθα πλέον πολύ μακράν του χωρίου, αλλ’ έπρεπε να διαβώμεν ένα χείμαρρον, όστις πλημμυρήσας εκατέβαινεν ορμητικώτατος. Η μήτηρ μου ηθέλησε να με σηκώση εις τον ώμον της. Αλλ’ εγώ απεποιήθην.
– Είσαι αδύνατη από τη λιποθυμία, τη είπον. Θα με ρίψης μέσ’ στον ποταμό.
Και εσήκωσα τα φορέματά μου και εισήλθον δρομαίος εις το ρεύμα, πριν εκείνη προφθάση να με κρατήση. Είχον εμπιστευθή εις τας δυνάμεις μου πλέον ή ό,τι έπρεπε. Διότι πριν σκεφθώ να υποχωρήσω, τα γόνατά μου ελύγισαν, οι πόδες μου έχασαν το στήριγμά των, και, ανατραπείς, παρεσύρθην υπό του χειμάρρου ως κέλυφος καρύου.
Μία σπαρακτική κραυγή φρίκης είναι παν ό,τι ενθυμούμαι εκ των μετά ταύτα. Ήτον η φωνή της μητρός μου, ήτις ερρίφθη εις τα ρεύματα διά να με σώση.
– Πώς δεν έγεινα αιτία να πνιγή και εκείνη μετ’ εμού, είναι θαύμα. Διότι ο χείμαρρος εκείνος έχει κακήν φήμην παρ’ ημίν. Και όταν λέγουν περί τινος «τον επήρε το ποτάμι», εννοούν ότι επνίγη εις αυτόν τούτον τον χείμαρρον.
Και όμως η μήτηρ μου λιγόθυμος καθώς ήτο, κατάκοπος, βεβαρημένη από επαρχιακά φορέματα, ικανά να πνίξουν και τον δεξιώτερον κολυμβητήν, δεν εδίστασε να εκθέση την ζωήν αυτής εις κίνδυνον. Επρόκειτο να με σώση, και ας ήμην εκείνο της το τέκνον, το οποίον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεόν ως αντάλλαγμα αντί της θυγατρός της.
Όταν έφθασεν εις τον οίκον και με απέθεσε χαμαί από τον ώμον της, ήμην ακόμη παραζαλισμένος. Διά τούτο, αντί να αιτιαθώ την απρονοησίαν μου διά το συμβάν, απέδωκα αυτό εις τας εργασίας της μητρός μου.
– Μη δουλεύεις πια, μάνα, τη είπον, ενώ εκείνη μ’ ενέδυε στεγνά φορέματα.
– Αμ’ ποιος θα μας θρέφη, παιδί μου, σαν δεν δουλεύω εγώ; – Ηρώτησεν εκείνη στενάξασα.
– Εγώ, μάνα! εγώ! – τη απήντησα τότε μετά παιδικού στόμφου.
– Και το ψυχοπαίδι μας;
– Κ’ εκείνο εγώ!
Η μήτηρ εμειδίασεν ακουσίως, διά την επιβλητικήν στάσιν, ην έλαβον προφέρων την διαβεβαίωσιν ταύτην. Έπειτα διέκοψε την ομιλίαν επειπούσα·
– Αμ’ θρέψε δα πρώτα τον εαυτό σου και ύστερα βλέπουμε.
Δεν παρήλθε πολύς καιρός και απηρχόμην εις τα ξένα.
Η μήτηρ βεβαίως ουδ’ εσημείωσε καν την υπόσχεσιν εκείνην. Εγώ όμως ενθυμούμην πάντοτε, ότι η αυταπάρνησίς της μοι εχάρισε διά δευτέραν φοράν την ζωήν, την οποίαν τη ώφειλον. Διά τούτο είχον την υπόσχεσιν εκείνην επί της καρδίας μου, και όσον εμεγάλωνα, τόσω σπουδαιότερον ενόμιζα τον εαυτόν μου υποχρεωμένον προς εκπλήρωσίν της.
– Μη κλαίγης μητέρα, τη είπον αναχωρών. Εγώ πηγαίνω πια να κάμω παράδες. Έννοια σου! Από τώρα και να πάγη θα σε θρέφω και σένα και το παραπαίδι σου. Αλλά, ακούεις; Δεν θέλω πια να δουλεύης!
Δεν ήξευρον ακόμη ότι δεκαετές παιδίον όχι την μητέρα, αλλ’ ουδέ τον εαυτόν του δεν δύναται να θρέψη. Και δεν εφανταζόμην, οποίαι φοβεραί περιπέτειαι με περιέμενον και πόσας πικρίας έμελλον ακόμη να ποτίσω την μητέρα μου διά της ξενιτείας εκείνης, δι’ ης ήλπιζον να την ανακουφίσω.
Επί πολλά έτη όχι μόνον βοήθειαν, αλλ’ ουδέ μίαν επιστολήν κατώρθωσα να τη στείλω. Επί πολλά έτη παρεμόνευεν εις τους δρόμους, ερωτώσα τους διαβάτας μη με είδον πουθενά.
Πότε τη έλεγον, ότι εδυστύχησα εν Κωνσταντινουπόλει και ετούρκευσα.
– Να φάνε τη γλώσσα τους που τώβγαλαν! – απεκρίνετο η μήτηρ μου. Αυτός που λένε, δεν μπορεί να ήτον το παιδί μου! – Αλλά μετ’ ολίγον εκλείετο περίτρομος εις το εικονοστάσιόν μας, και προσήχευτο διακρυρροούσα προς τον Θεόν, διά να με φωτίση να επανέλθω εις την πίστιν των πατέρων μου.
Πότε τη έλεγον, ότι εναυάγησα εις τας ακτάς της Κύπρου, και επαιτώ ρακένδυτος εις τους δρόμους.
– Φωτιά να τους κάψη, απεκρίνετο εκείνη. Το λεν από τη ζούλια τους. Το παιδί μου θενάκανε κατάστασι και πά’ στον Άγιο Τάφο.
Αλλά μετ’ ολίγον εξήρχετο εις τους δρόμους, εξετάζουσα τους διαβατικούς επαίτας, και μετέβαινεν όπου ηκούετο κανείς καραβοτσακισμένος με την θλιβεράν ελπίδα ν’ ανακαλύψη εν αυτώ το ίδιόν της τέκνον, με την πρόθεσιν να δώση εις αυτόν τα στερήματά της, όπως τα εύρω εγώ εις τα ξένα από τας χείρας των άλλων.
Και όμως, οσάκις επρόκειτο περί της θετής αυτής θυγατρός, τα ελησμόνει όλα ταύτα και εφοβέριζε τους αδελφούς μου, ότι ελθών εγώ από τα ξένα θα τους εντροπιάσω διά της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα υπανδρεύσω την κόρην της εν πομπή και παρατάξει.
– Ε; Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε! Ας έχη την ευχή μου!
Ευτυχώς αι κακαί εκείναι ειδήσεις δεν ήσαν αληθείς. Και όταν, μετά μακράν απουσίαν, επέστρεψα εις τον οίκον μας, ήμην εις θέσιν να εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, ως προς την μητέρα μου καν, η οποία ήτο τόσον ολιγαρκής. Ως προς το ψυχοπαίδι της όμως δεν μ’ εύρε τόσον πρόθυμον, όσον ήλπιζεν. Απ’ εναντίας μόλις είχον φθάσει και εξεφράσθην εναντίον της διατηρήσεώς του, προς μεγίστην της μητρός μου έκπληξιν.
Είναι αληθές ότι δεν ήμην κυρίως εναντίος της αδυναμίας της μητρός μου. Την προς τα κοράσια κλίσιν της την εύρισκον σύμφωνον προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.
Τίποτε άλλο δεν επεθύμουν περισσότερον, παρά να εύρω επιστρέφων εις τον οίκον μας μίαν αδελφήν, της οποίας η φαιδρά μορφή κ’ αι συμπαθητικαί φροντίδες να εξορίσουν από της καρδίας μου την εκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να εξαλείψουν από της μνήμης μου τας κακοπαθείας όσας υπέστην εν τη ξένη. Προς ανταλλαγήν εγώ θα επροθυμούμην να τη διηγώμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρών, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ήμην πρόθυμος να τη αγοράζω ό,τι αγαπά· να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις· να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.
Αλλά την αδελφήν ταύτην την εφανταζόμην ωραίαν και συμπαθητικήν, ανεπτυγμένην και έξυπνον, με γράμματα, με χειροτεχνήματα, με όλας εν γένει τας αρετάς όσας είχον αι κόραι των χωρών, όπου έζων μέχρι τότε. Και αντί τούτων τι εύρον; Ακριβώς το αντίθετον.
Η θετή μου αδελφή ήτον ακόμη μικρά, καχεκτική, κακοσχηματισμένη, κακόγνωμος, και προ πάντων δύσνους, τόσον δύσνους, ώστε ευθύς εξ αρχής μ’ ενέπνευσεν αντιπάθειαν.
– Δος το πίσου το Κατερινιώ, έλεγον μίαν ημέραν εις την μητέρα μου. Δος το πίσου, αν μ’ αγαπάς. Αυτήν την φοράν σε το λέγω με τα σωστά μου! Εγώ θα σε φέρω μίαν άλλην αδελφήν από την Πόλι. Ένα εύμορφο κορίτσι, ένα έξυπνο, που να στολίση μίαν ημέρα το σπίτι μας.
Έπειτα περιέγραψα με τα ζωηρότερα χρώματα οποίον θα ήτο το ορφανόν, το οποίον έμελλον να της φέρω, και πόσον πολύ θα το ηγάπων.
Όταν ύψωσα τα βλέμματά μου προς αυτήν, είδον μετ’ εκπλήξεώς μου, ότι τα δάκρυά της έρρεον σιγαλά και μεγάλα επί των ωχρών αυτής παρειών, ενώ οι ταπεινωμένοι της οφθαλμοί εξέφραζον μίαν απερίγραπτον θλίψιν!
– Ω! είπε μετ’ απελπιστικής εκφράσεως. Ενόμισα ότι συ θα αγαπήσης την Κατερινιώ περισσότερον από τους άλλους, αλλά, απατήθηκα! Εκείνοι δεν θέλουν διόλου αδελφήν, και συ θέλεις μίαν άλλην. Και τι φταίγει το φτωχό, σαν έγεινεν όπως το έπλασεν ο Θεός. Αν είχες μίαν αδελφήν άσχημην και με ολίγον νουν, θα την έβγαζες δι’ αυτό στους δρόμους, για να πάρης μιαν άλλην, εύμορφην και γνωστικήν;
– Όχι, μητέρα! Βέβαια όχι! απήντησα εγώ. Μα εκείνη θα ήτο παιδί σου, καθώς και εγώ. Ενώ αυτή δεν σου είναι τίποτε. Μας είναι όλως διόλου ξένη.
– Όχι! ανεφώνησεν η μήτηρ μου μετά λυγμών, όχι! Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μου! Το επήρα τριών μηνών από πάνω από το λείψανο της μάνας του· και οσάκις έκλαιγε, του έβαζα το βυζί μου στο στόμα του, για να το πλανέσω· και το ετύλιξα μέσ’ στα σπάργανά σας, και το εκοίμησα μέσ’ στην κούνια σας. Είναι δικό μου το παιδί, και είναι αδελφή σας!
Μετά τας λέξεις ταύτας, τας οποίας επρόφερεν ισχυρώς και μετ’ επιβλητικού τρόπου, ύψωσε την κεφαλήν αυτής και με παρετήρησεν ασκαρδαμυκτί. Επερίμενε προκλητικώς την απάντησίν μου. Αλλ’ εγώ δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν. Τότε εχαμήλωσε πάλιν τους οφθαλμούς και εξηκολούθησε με ασθενή φωνήν και θλιβερόν τόνον.
― Ε! τι να γείνη! Κ’ εγώ το ήθελα καλλίτερο, μα – η αμαρτία μου, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη. Και το έκαμεν ο Θεός τέτοιο, διά να δοκιμάση την υπομονή μου, και να με σχωρέση. Ευχαριστώ σε, Κύριε!
Και ταύτα λέγουσα, έθηκε την δεξιάν επί του στήθους, ύψωσε τους οφθαλμούς αυτής πλήρεις δακρύων προς τον ουρανόν, και έμεινεν ούτως επί τινας στιγμάς σιγώσα.
– Κάτι θα έχης στην καρδιά, μητέρα, είπον τότε μετά τινος δειλίας. Μη θυμώνης!
Και λαβών εφίλησα την παγεράν αυτής χείρα προς εξιλέωσιν.
– Ναι! είπεν εκείνη αποφασιστικώς. Έχω κάτι εδώ μέσα βαρύ, πολύ βαρύ, παιδί μου! Ως τώρα το γνωρίζει μόνον ο Θεός και ο πνευματικός μου. Εσύ είσαι διαβασμένος και συντυχαίνεις καμμιά φορά σαν τον ίδιο τον πνευματικό, και καλλίτερα. Σήκω, κλείσε τη θύρα, και κάτσε να σε το ’πω, ίσως με παρηγορήσης ολίγο, ίσως με λυπηθής, και αγαπήσης το Κατερινιώ, σαν νάταν αδελφή σου.
Οι λόγοι ούτοι, και ο τρόπος με τον οποίον τους επρόφερεν, ενέβαλον την καρδίαν μου εις μεγάλην ταραχήν. Τι είχε να μ’ εμπιστευθή η μήτηρ μου χωριστά από τους αδελφούς μου; Όλας τας κατά την απουσίαν μου δυστυχίας της μοι τας είχεν αφηγηθή. Όλον τον προτού της βίον τον εγνώριζον ωσάν παραμύθι. Τι ήτο λοιπόν αυτό που μας απέκρυπτε μέχρι τούδε; Που δεν ετόλμησε να φανερώση εις κανένα πλην του Θεού και του πνευματικού της;
Όταν επανήλθον να καθίσω πλησίον της, έτρεμον τα γόνατά μου εξ αορίστου αλλ’ ισχυρού τινος φόβου.
Η μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν, ως κατάδικος, όστις ίσταται ενώπιον του κριτού του με την συναίσθησιν τρομερού τινος εγκλήματος.
– Το θυμάσαι το Αννιώ μας; με ηρώτησε μετά τινας στιγμάς πληκτικής σιωπής.
– Μάλιστα, μητέρα! Πώς δεν το θυμούμαι! Ήταν η μόνη μας αδελφή, κ’ εξεψύχησεν εμπρός στα μάτια μου.
– Ναι! με είπεν, αναστενάξασα βαθέως, αλλά δεν ήτο το μόνον μου κορίτσι! Εσύ είσαι τέσσαρα χρόνια μικρότερος από το Χρηστάκη. Ένα χρόνο κατόπι του έκαμα την πρώτη μου θυγατέρα.
Ήταν τότε κοντά, που επαντρολογιέτο ο Φωτής ο Μυλωνάς. Ο μακαρίτης ο πατέρας σου παράργησε το γάμο τους, ως που ν’ αποσαραντήσω εγώ, για να τους στεφανώσουμε μαζί. Ήθελε να με βγάλη και μένα στον κόσμο, για να χαρώ σαν πανδρευμένη, αφού κορίτσι δεν μ’ άφηκεν η γιαγιά σου να χαρώ.
Το πρωί τους στεφανώσαμε, και το βράδυ ήταν οι καλεσμένοι στο σπίτι τους· και επαίζαν τα βιολιά, και έτρωγεν ο κόσμος μέσα στην αυλή, κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι. Και έκαμεν ο πατέρας σου κέφι, σαν διασκεδαστικός που ήταν ο μακαρίτης, και μ’ έρριψε το μανδύλι του, να σηκωθώ να χορέψουμε. Σαν τον έβλεπα να χορεύη, μου άνοιγεν η καρδιά μου, και σαν νέα που ήμουνε, αγαπούσα κ’ εγώ το χορό. Κ’ εχορέψαμε λοιπόν· κ’ εχόρεψαν και οι άλλοι καταπόδι μας. Μα εμείς εχορέψαμε και καλλίτερα και πολύτερα.
Σαν εκοντέψανε τα μεσάνυχτα, επήρα τον πατέρα σου παράμερα και τον είπα· Άνδρα, εγώ έχω παιδί στην κούνια και δεν μπορώ πια να μείνω. Το παιδί πεινά· εγώ εσπάργωσα. Πώς να το βυζάξω μέσ’ στον κόσμο και με το καλό μου το φόρεμα! Μείνε συ, αν θέλης να διασκεδάσης ακόμα. Εγώ θα πάρω το μωρό να πάγω στο σπίτι.
– Ε, καλά, γυναίκα! είπεν ο σχωρεμένος, και μ’ επαπάρισε ’πα στον ώμο. Έλα, χόρεψε κι’ αυτό το χορό μαζί μου, και ύστερα πηγαίνουμε κ’ οι δύο. Το κρασί άρχησε να με χτυπά στο κεφάλι, και αφορμή γυρεύω κι’ εγώ να φύγω.
Σαν εξεχορέψαμε κ’ εκείνο το χορό, επήραμε τη στράτα.
Ο γαμβρός έστειλε τα παιχνίδια και μας εξεπροβόδησαν ως το μισό το δρόμο. Μα είχαμε ακόμη πολύ ως το σπίτι. Γιατί ο γάμος έγεινε στον Καρσιμαχαλά. Ο δούλος επήγαινε μπροστά με το φανάρι. Ο πατέρας σου εσήκωνε το παιδί, και βαστούσε και μένα από το χέρι.
– Kουράσθης, βλέπω, γυναίκα!
– Ναι, Μιχαλιό. Kουράσθηκα.
– Άιντε βάλ’ ακόμα κομμάτι δύναμι, ως που να φθάσουμε στο σπίτι. Θα στρώσω τα στρώματα μοναχός μου. Εμετάνοιωσα που σ’ έβαλα κ’ εχόρεψες τόσο πολύ.
– Δεν πειράζει, άνδρα, του είπα. Το έκαμα για το χατήρι σου. Αύριο ξεκουράζουμαι πάλι.
Έτσι ήρθαμε στο σπίτι. Εγώ εφάσκιωσα κ’ εβύζαξα το παιδί, κ’ εκείνος έστρωσε. Ο Χρηστάκης εκοιμάτο μαζί με την Βενετειά, που την αφήκα να τον φυλάγη. Σε λίγο επλαγιάσαμε και μεις. Εκεί, μέσα στον ύπνο μου, μ’ εφάνηκε πως έκλαψε το παιδί. Το καϋμένο!, είπα, δεν έφαγε σήμερα χορταστικά. Και ακούμβησα στην κούνια του να το βυζάξω. Mα ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Το έβγαλα λοιπόν, και το έβαλα κοντά μου, μέσ’ το στρώμα, και του έδωσα τη ρόγα στο στόμα του. Εκεί με ξαναπήρεν ο ύπνος.
Δεν ηξεύρω πόσην ώρα ήθελεν ως το πουρνό. Μα ’σαν έννοιωσα να χαράζη – ας το βάλω, είπα, το παιδί στον τόπο του.
Μα κει που πήγα να το σηκώσω, τι να διω! Το παιδί δεν εσάλευε!
Εξύπνησα τον πατέρα σου· το ξεφασκιώσαμε, το ζεστάναμε, του ετρίψαμε το μυτούδι του, τίποτε! – Ήταν απεθαμένο!
– Το πλάκωσες, γυναίκα, το παιδί μου! – είπεν ο πατέρας σου, και τον επήραν τα δάκρυα. Τότε άρχησα εγώ να κλαίγω στα δυνατά και να ξεφωνίζω. Μα ο πατέρας σου έβαλε το χέρι του στο στόμα μου και – Σους! με είπε. Τι φωνάζεις έτσι, βρε βώδι; – Αυτό με το είπε, Θεός σχωρέσ’ τονε. Τρία χρόνια είχαμε πανδρευμένοι, κακό λόγο δεν με είπε. Κ’ εκείνη τη στιγμή με το είπε. – Ε; Τι φωνάζεις έτσι; Θέλεις να ξεσηκώσης τη γειτονιά, να πη ο κόσμος πώς εμέθυσες κ’ επλάκωσες το παιδί σου;
Και είχε δίκηο, που ν’ αγιάσουν τα χώματα που κοίτεται! Γιατί, αν το μάθαινεν ο κόσμος, έπρεπε να σχίσω τη γη να έμβω μέσα από το κακό μου.
Αλλά, τι τα θέλεις! Η αμαρτία είναι αμαρτία. Σαν το εθάψαμε το παιδί, κ’ εγυρίσαμεν από την εκκλησία, τότε άρχησε το θρήνος το μεγάλο. Τότε πια δεν έκλαιγα κρυφά. – Είσαι νέα, και θα κάμης κι’ άλλα, μ’ έλεγαν. Ως τόσον ο καιρός περνούσε, και ο Θεός δεν μας έδιδε τίποτα. Να! έλεγα μέσα μου. Ο Θεός με τιμωρεί, γιατί δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε! Και εντρεπόμουνα τον κόσμο, και εφοβούμην τον πατέρα σου. Γιατί κ’ εκείνος όλο τον πρώτο χρόνο έκαμνε τάχα τον αλύπητο και μ’ επαρηγορούσε, για να με δώση θάρρος. Ύστερα όμως άρχησε να γίνεται σιγανός και συλλογισμένος.
Τρία χρόνια επέρασαν, χωρίς να φάγω ψωμί να πάγη στην καρδιά μου. Στα τρία χρόνια κ’ ύστερα γεννήθηκες εσύ. – Ήταν οι πολλαίς οι χάραις που επήγα.
Σαν εγεννήθηκες εσύ εκατάκατσεν η καρδιά μου, μα δεν ημέρεψε. Ο πατέρας σου σε ήθελε κορίτσι. Και μιαν ημέρα με το είπε.
– Κι’ αυτό καλώς μας ώρισε, Δεσποινιώ, μα ’γω το ήθελα κορίτσι.
Όταν επήγεν η γιαγιά σου στον Αγιοντάφο, έστειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία Κωσταντινάτα, για να με βγάλη ένα σχωροχάρτι. Και, διες εσύ! Ίσα ίσα εκείνο το μήνα, που εγύρισεν η γιαγιά σου από τη Γερουσαλή με το σχωροχάρτι, εκείνο το μήνα εκακοψυχούσα την Αννιώ.
Κάθε λίγο και λιγάκι εφώναζα τη μανίτσα. – Έλα δα, κυρά, να διούμε· κορίτσι είναι; – Ναι, θυγατέρα, έλεγεν η μαμή. Κορίτσι. Δε βλέπεις; Δε σε χωρούν τα ρούχα σου! – Και να πια χαρά εγώ, σαν το άκουγα!
Σαν εγεννήθηκε το παιδί και βγήκεν αληθινά κορίτσι, τότε πια ήρθεν η καρδιά στον τόπο της. Το ωνομάσαμεν Αννιώ, το ίδιο το όνομα που είχε το σχωρεμένο, για να μην ’ποφαίνεται πως μας λείπει κανείς από το σπίτι. – Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!
Και είχαμε πια την Αννιώ σαν τα μάτια μας. Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου.
Ο πατέρας σου σε έλεγε το αδικημένο του, γιατί σ’ απόκοψα πολύ νωρίς, και μ’ εμάλωνε καμμιά φορά, γιατί σε παραμελούσα. Κ’ εμένα η καρδιά μου ερράγιζε, σαν σ’ έβλεπα να χαλνάς. Μα, έλα που δεν εμπορούσα ν’ αφήσω την Αννιώ από τα χέρια μου! Εφοβούμην πως κάθε στιγμή μπορεί να της συμβή τίποτε. Και ο πατέρας σου ο μακαρίτης, όσο και αν μάλωνε κ’ εκείνος, την ήθελε πια να μη στάξη και την βρέξη!
Μα εκείνο το ευλογημένο, όσο περισσότερα χάδια, τόσο ολιγώτερην υγεία. Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε. Εσείς ήσασθε κόκκινα κόκκινα, και ζωηρά και σερπετά. Εκείνο, ήσυχο και σιγανό και αρρωστιάρικο! Όταν το έβλεπα έτσι χλωμό χλωμό, μου ήρχετο εις τον νου μου το πεθαμένο, και η ιδέα πως εγώ το εθανάτωσα άρχησε να ξανακυριεύη μέσα μου. Ως που μιαν ημέρα απέθανε και το δεύτερο!
Όποιος δεν το εδοκίμασε μοναχός του, παιδί μου, δεν ξεύρει τι πικρό ποτήρι ήταν εκείνο. Ελπίδα να κάνω άλλο κορίτσι δεν ήταν πλέον. Ο πατέρας σου είχ’ αποθάνει. Αν δεν ευρίσκετο ένας γονιός να με χαρίση το κορίτσι του, ήθελα πάρω τα βουνά να φύγω.
Αλήθεια που δεν εβγήκε καλόγνωμο. Μα όσο το είχα και το κήδευα και το κανάκευα, θαρρούσα πως το είχα δικό μου, και ξεχνούσα κείνο πώχασα, κ’ ημέρωνα τη συνείδησί μου.
Καθώς το λέγ’ ο λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μα για μένα η παίδεψι αυτή είναι παρηγοριά κ’ ελαφροσύνη. Γιατί όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψη ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα.
Γι’ αυτό –νάχης την ευχή μου– μη με γυρεύεις να διώξω τώρα την Κατερινιώ για να πάρω ένα παιδί καλόγνωμο και προκομμένο.
– Όχι, όχι, μητέρα! ανέκραξα διακόψας αυτήν ακρατήτως. Δεν γυρεύω τίποτε. Ύστερα απ’ όσα μ’ αφηγήθης, σε ζητώ συγχώρησι διά την ασπλαγχνίαν μου. Σε υπόσχομαι ν’ αγαπώ το Κατερινιώ σαν την αδελφή μου, και να μη της είπω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
– Έτσι νάχης την ευχή του Χριστού και της Παναγίας! είπεν η μήτηρ μου αναπνεύσασα. Γιατί, βλέπεις, το πόνεσε η καρδιά μου το πολλακαμμένο, και δεν θέλω να το κακολογούνε. Ξέρω κ’ εγώ, μαθές; Της Τύχης ήτανε; Tου Θεού ήτανε; Τόσο κακή και ανεπιδέξια που είναι – την πήρα στσο λαιμό μου, ετελείωσε.
Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα. Το φοβερόν εκείνο δυστύχημα επηρέασε τόσον πολύ τον βίον της όλον, όσω μάλλον απλή και ενάρετος και θεοφοβουμένη ήτον η μήτηρ μου. Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας. Και υπήρξε καιρός καθ’ ον επίστευον, ότι αι προσπάθειαί μου δεν έμειναν ανεπιτυχείς.
Εν τούτοις όταν μετά δύο ετών νέαν απουσίαν ήλθεν η μήτηρ μου να με ιδή εν Κωνσταντινουπόλει, εθεώρησα καλόν να κάμω υπέρ αυτής κάτι τι επιβλητικώτερον.
Εξενιζόμην τότε εν τω περιφανεστέρω της Πόλεως οίκω, εν ω έσχον αφορμήν να γνωρισθώ με τον Πατριάρχην, Ιωακείμ τον δεύτερον. Ενώ μίαν ημέραν σνεβαδίζομεν μόνοι υπό τας αμφιλαφείς του κήπου σκιάς, τω εξέθηκα την ιστορίαν κ’ επεκαλέσθην την επικουρίαν του. Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της. Ο αείμνηστος εκείνος γέρων επαινέσας τον περί τα θρησκευτικά ζήλον μου, μοι υπεσχέθη την πρόθυμον σύμπραξίν του.
Ούτω λοιπόν ωδήγησα μετ’ ολίγον την μητέρα μου εις το Πατριαρχείον διά να εξομολογηθή εις την Παναγιότητά του.
Η εξομολόγησις διήρκεσε πολλήν ώραν και εκ των νευμάτων και εκ των ρημάτων του Πατριάρχου εννόησα, ότι εχρειάσθη να διαθέση όλην την δύναμιν της απλής και ευλήπτου ρητορικής του, όπως επιφέρη το ποθητόν αποτέλεσμα.
Η χαρά μου ήτον απερίγραπτος. Η μήτηρ μου απεχαιρέτησε τον γεραρόν Ποιμενάρχην μετ’ ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και εξήλθε των Πατριαρχείων τόσον ευχαριστημένη, τόσον ελαφρά, ως εάν ήρθη από της καρδίας αυτής μία μεγάλη μυλόπετρα.
Όταν εφθάσαμεν εις το κατάλυμά της, εξήγαγεν εκ του κόλπου της ένα σταυρόν, δώρον της Παναγιότητός του, τον εφίλησε και ήρχησε να τον περιεργάζεται, βυθιζομένη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις.
– Καλός άνθρωπος, τη είπον, αυτός ο Πατριάρχης. Ορίστε; Τώρα πια πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της.
Η μήτηρ μου δεν απεκρίθη.
– Δεν λέγεις τίποτε, μητέρα; την ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.
– Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε σύννους καθώς ήτον· ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου. Μα, τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!
Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα.

 

Νάνος Βαλαωρίτης- Κ.Π. Καβάφης


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

valaoritisnanos.jpg

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάννη της Ελβετίας. Είναι δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1944 έφυγε για το Λονδίνο, όπου έζησε ως το 1952 και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στην Ecole des Hautes Etudes και μπήκε στον κύκλο των γάλλων υπερρεαλιστών, στην ομάδα του Μπρετόν (1954-1960).

Από το 1944 ως το 1952 έζησε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος ραδιοφωνίας στο BBC και από το 1968 ως το 1975 στο Σαν Φρανσίσκο, όπου δίδαξε Συγκριτική Λογοτεχνία και Συγγραφή στο Πανεπιστήμιο. Από το 1976 ζει μόνιμα στο Παρίσι. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Τετράδιο», «Σήμα», «Horizon», «New Writing», «Daylight» και υπήρξε διευθυντής και εκδότης του περιοδικού «Πάλι» (1963-1967).

Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1939 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Το 1947 εξέδωσε την «Τιμωρία των Μάγων», την πρώτη του ποιητική συλλογή στο Λονδίνο.

Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Μερικές γυναίκες» το 1983 (ενώ είχε αρνηθεί ανάλογη βράβευση το 1958). Το 1976 αρνήθηκε την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Η ποιητική γραφή του Νάνου Βαλαωρίτη είναι έντονα υπερρεαλιστική, χωρίς παρεκκλίσεις. Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις ελλήνων ποιητών όπως ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Εμπειρίκος στα αγγλικά, καθώς και με την παρουσίαση του έργου τους στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της τετραετίας 1944-1948. Το θεατρικό έργο του «Το Κούτσουρο» ανέβηκε το 1959 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και παρουσιάστηκε με τη μορφή όπερας στο Φεστιβάλ των δύο κόσμων του Σπολέτο το 1961. Το 1990 πραγματοποίησε παρουσίαση ελλήνων υπερρεαλιστών ποιητών στο Centre Georges Pombidou στο Παρίσι.

Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε με το βραβείο της Εταιρείας Ποίησης των Η.Π.Α.

’Έχει παρουσιαστεί σε ξένα περιοδικά εκτενώς, σε Αγγλία, Αμερική, Γαλλία, Ρωσία κ.α.. Τρία βιβλία του, δυο γαλλικά και ένα αγγλικό με ποιήματα και πεζά,

κυκλοφο­ρούν στη Γαλλία και Αμερική. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν ακόμα οκτώ ποιη­τικές συλλογές, οκτώ πεζογραφήματα, τρία βιβλία δοκιμιακά.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νάνου Βαλαωρίτη βλ., Αργυρίου Αλεξ., «Νάνος Βαλαωρίτης», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά. σ.94-95. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Παπαγεωργίου Κώστας, «Βαλαωρίτης Νάνος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984.

[www.voiceofgreece.gr]

 

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

6.jpg

O Kωστής Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Iωάννη Iωάννου Kαβάφη και της Xαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863. Oι γονείς του ήσαν Kωνσταντινουπολίτες, και ο Kωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. O Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο επίσης Φαναριώτης προ-προπάππος του Iωάννης Kαβάφης (1701-1762) διετέλεσε κυβερνήτης του Iασίου. Kυβερνήτης του Iασίου διετέλεσε και ο προπάππος του Mιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος (αδελφός του Mελετίου, Πατριάρχου Aλεξανδρείας), ενώ ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης (αδελφός του Kυρίλλου, Eπισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων) διετέλεσε Aξιωματούχος της Oθωμανικής κυβέρνησης.
Kοσμοπολίτης λοιπόν κυριολεκτικά από τα γεννοφάσκια του, αφού οι οικογενειακές του ρίζες απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη), ο Kαβάφης ήταν ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας: είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμη αδέλφια (ένα αγόρι και το μοναδικό κορίτσι) πέθαναν βρέφη στην Aλεξάνδρεια.
O πατέρας του Πέτρος-Iωάννης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές), και απεδείχθη ικανότατος έμπορος (ο δικός του πατέρας ήταν επίσης έμπορος και κτηματίας). Eίχε αποκτήσει διπλή υπηκοότητα, Eλληνική και Bρετανική. Mετά την Kωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Aλεξάνδρεια, όπου και υπήρξε από τους ιδρυτές της Eλληνικής Kοινότητας. H οικογένεια Kαβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την Xαρίκλεια να φύγει από την Aλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Bρετανία.
H μητέρα του Xαρίκλεια ήταν πρακτικός άνθρωπος. O πατέρας της ήταν έμπορος πολυτίμων λίθων, και η Xαρίκλεια είχε επτά αδέλφια, όλα μικρότερα (έξι κορίτσια και ένα αγόρι). Mικροπαντρεύτηκε, περίπου δεκατεσσάρων ετών, και πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου της στο σπίτι της πεθεράς της, στην Kωνσταντινούπολη, όσο ο Πέτρος-Iωάννης ταξίδευε για δουλειές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μαζί στην Aγγλία, όπου ο σύζυγός της φρόντισε να προσλάβει δασκάλους για την κατ’ οίκον επιμόρφωσή της. Mετά τον θάνατο του Πέτρου-Iωάννη, η Xαρίκλεια επέστρεψε σε αυτό το περιβάλλον, ώστε να είναι κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Kαβάφη, αδελφού και συνεταίρου του εκλιπόντος.
H Xαρίκλεια έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Aυτές οι μετακομίσεις είχαν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας? η εταιρεία «Kαβάφης και Σια» διαλύθηκε περί το 1876, και το 1877 η Xαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια, όχι πια σε μονοκατοικία αλλά σε διαμέρισμα.
Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα πέντε χρόνια που πέρασε ο Kωνσταντίνος στη Bρετανία, από τα εννέα ώς τα δεκατέσσερά του, εκτός από το ότι πήγε σε σχολείο και ότι παραθέρισε στο Nτόβερ. Γνωρίζουμε όμως ότι στην Aλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής», όπου έκανε και τους πρώτους του φίλους (τον Mικέ Pάλλη, τον Iωάννη Pοδοκανάκη και τον Στέφανο Σκυλίτση), ότι χρησιμοποιούσε τις δημόσιες βιβλιοθήκες και ότι στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.
Aυτή η δεύτερη παραμονή του Kαβάφη στην Aλεξάνδρεια διακόπηκε βιαίως πριν περάσουν πέντε χρόνια, εξ αιτίας των ταραχών που ακολούθησαν ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα. H Xαρίκλεια, βλέποντας ότι η επέμβαση των ξένων δυνάμεων ήταν επικείμενη, μάζεψε για άλλη μια φορά τα παιδιά της και κατέφυγε στο σπίτι του πατέρα της, στην Kωνσταντινούπολη. H οικογένεια απέπλευσε δεκαπέντε ημέρες πριν τον βομβαρδισμό της Aλεξάνδρειας από τον Bρετανικό στόλο. Στην πυρκαϊά που ακολούθησε, καταστράφηκε το σπίτι της οικογένειας με όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του Kωνσταντίνου. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα Aγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 2:30 μ.μ. της 16ης Iουλίου 1882, όταν η οικογένεια εγκατέλειπε το ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει στα Θεραπειά για να μετακομίσει στο εξοχικό του Γεωργάκη Φωτιάδη στο Nιχώρι.
Στην Kωνσταντινούπολη, την οποία έβλεπε μάλλον για πρώτη φορά, ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος βρήκε τους πολυπληθείς συγγενείς του, αλλά και την Bασιλεύουσα των θρύλων. Eκεί και τότε, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ερευνά την καταγωγή και τον εαυτό του και να τοποθετείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Eλληνισμού, καθώς προετοιμαζόταν για να ανδρωθεί και να συμμετάσχει στα κοινά, ακολουθώντας καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου. Eκεί και τότε επίσης, σύμφωνα με μια μαρτυρία, είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου. «Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή», θα γράψει μετά από πολλά χρόνια.
Tα περισσότερα αδέλφια του είχαν, εν τω μεταξύ, επιστρέψει στην Aλεξάνδρεια για να εργαστούν και να συντηρήσουν την οικογένεια. H Xαρίκλεια και ο Kωνσταντίνος (ο οποίος είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και άρθρα) παρέμειναν στην Kωνσταντινούπολη, περιμένοντας την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για το κατεστραμμένο σπίτι τους. Όσο και αν του άρεσε η ζωή στην Kωνσταντινούπολη, ο Kωνσταντίνος αδημονούσε να γυρίσει στο σπίτι του. H αποζημίωση ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1885 και τον επόμενο μήνα οι Kαβάφηδες επέστρεψαν οριστικά στην Aλεξάνδρεια, αλλά στη θέση του σπιτιού του ο Kωνσταντίνος αντίκρυσε ερείπια. Tον ίδιο μήνα υπεγράφη η συνθήκη Bρετανικής και Oθωμανικής Aυτοκρατορίας που όριζε Bρετανό και Oθωμανό αρμοστές στην Aίγυπτο, και ο Kωνσταντίνος αποποιήθηκε την Bρετανική υπηκοότητα που είχε και από τους δύο γονείς του, κρατώντας μόνον την Eλληνική.
Aυτή η πράξη δεν ήταν χωρίς συνέπειες στο Bρετανικό προτεκτοράτο της Aιγύπτου: όταν ο Kωνσταντίνος κατόρθωσε το 1892 να προσληφθεί στον Tρίτο Kύκλο Aρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου, καθώς δεν είχε Aιγυπτιακή ή Bρετανική υπηκοότητα. Ως μεθοδικός και ευσυνείδητος υπάλληλος όμως, διατήρησε αυτή την προσωρινή θέση (και την οικονομική ασφάλεια που του παρείχε) για τριάντα χρόνια.
Tα οικονομικά απασχόλησαν πολύ τον Kαβάφη, που θυμόταν τα μεγαλεία της παιδικής του ηλικίας και δεν ήθελε να ξεπέσει άλλο. Άρχισε από νωρίς να εργάζεται στα Xρηματιστήρια της Aλεξάνδρειας, και ήταν εγγεγραμμένος χρηματομεσίτης από το 1894 ώς το 1902. Tαυτόχρονα έπαιζε τυχερά παιχνίδια, κρατώντας «σημειώσεις τζόγου» ώς το 1909. Aυτή η παράλληλη δραστηριότητα του επέτρεψε να ζει με σχετική άνεση ώς το θάνατό του.
H άλλη παράλληλη δραστηριότητα που ξεκίνησε στην Aλεξάνδρεια ήταν οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών: το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα Kωνσταντινούπολις, στις 3 Iανουαρίου 1886. Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Tην ίδια περίπου εποχή, ξεκίνησε μια σειρά από θανάτους που τον σημάδεψαν: τον Aπρίλιο του 1886 πέθανε ο φίλος του Στέφανος Σκυλίτσης, το 1889 ο φίλος του Mικές Pάλλης, το 1891 ο αδελφός του Πέτρος-Iωάννης και ο θείος του Γεώργιος Kαβάφης, το 1896 ο παππούς του Γεωργάκης Φωτιάδης, το 1899 η μητέρα του, το 1900 ο αδελφός του Γεώργιος, το 1902 ο αδελφός του Aριστείδης, το 1905 ο αδελφός του Aλέξανδρος.
O Kαβάφης σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Aλεξάνδρεια: έκανε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Aίγυπτο (ιδίως στο Kάιρο τον χειμώνα, όπως έκανε και ο πατέρας του) αλλά στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε μόνον πέντε φορές. Tο 1897 ταξίδεψε με τον αδελφό του Iωάννη-Kωνσταντίνο στο Λονδίνο και το Παρίσι, το 1901 και το 1903 ταξίδεψε με τον αδελφό του Aλέξανδρο στην Aθήνα, όπου και ξαναπήγε το 1905 για την αρρώστια και τον θάνατο του Aλέξανδρου. Tο επόμενο (και τελευταίο) ταξίδι του ήταν εικοσιεπτά χρόνια αργότερα, με τον Aλέκο και την Pίκα Σεγκοπούλου, και πάλι στην Aθήνα για αρρώστια, αλλά αυτή τη φορά για την δική του.
Στην Aλεξάνδρεια, ο Kωνσταντίνος κατοικούσε με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Παύλο και Iωάννη-Kωνσταντίνο. Ήσαν οι δύο πλησιέστεροι προς τον Kωνσταντίνο, και όχι μόνον ηλικιακά: ο Παύλος ήταν γνωστός στην Aλεξάνδρεια ως ο ομοφυλόφιλος Kαβάφης, και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος ως ο ποιητής Kαβάφης (στην Aγγλική γλώσσα). Mετά τον θάνατο της Xαρίκλειας το 1899, έμεινε με τα δύο αδέλφια του ώς το 1904, οπότε και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος μετακόμισε στο Kάιρο. Συνέχισε να συγκατοικεί με τον Παύλο, και το 1907 τα δυο αδέλφια μετακόμισαν στο διαμέρισμα της οδού Lepsius. Tην επόμενη χρονιά, ο Παύλος έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Aίγυπτο. Έτσι ο Kωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. H ζωή του άλλαξε έκτοτε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις, και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Eίχε βρει πια την δική του ποιητική φωνή, και ήταν βέβαιος για την αξία της.
Eκτός από τις δύο ανιψιές του, Xαρίκλεια Aριστείδη Kαβάφη και Eλένη-Aγγελική-Λουκία Aλεξάνδρου Kαβάφη, ο Kωνσταντίνος έδειξε αδυναμία προς τον Aλέκο Σεγκόπουλο, γιο της ελληνίδας ράπτριας Eλένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Xαρίκλειας Kαβάφη. H ασυνήθιστη φροντίδα του Kαβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Kαβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Kωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Eξ ίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Aλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Kαβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους.
Όπως και να είχαν τα προσωπικά του, ο Kαβάφης έκανε σαφή διαχωρισμό της επαγγελματικής και της προσωπικής του ζωής, η οποία απετέλεσε το αντικείμενο εικασίας και σκανδαλολογίας από τη στιγμή που άρχισε η ποίησή του να γίνεται γνωστή. Ήταν όμως πάνω απ’ όλα ποιητής (στο τελευταίο του διαβατήριο, το 1932, σημείωσε ως “Eπάγγελμα” τη λέξη “Ποιητής”) και ήθελε να μείνει ως ποιητής και μόνον, δίχως άλλους προσδιορισμούς, με εξαίρεση το “Eλληνικός”. Έτσι φρόντισε να ζει προσεκτικά, χωρίς να δίνει αφορμές στην Aλεξανδρινή κοινωνία αλλά και στο Aθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο ήδη από το 1903 είχε διαβλέψει την απειλή που αποτελούσε αυτός ο ιδιόρρυθμος ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στη Eλλάδα, όπως την ενσάρκωνε ο γηγενής Kωστής Παλαμάς. H αντιπαράθεση των οπαδών του Kαβάφη και του Παλαμά γνώρισε μια πρώτη έξαρση το 1918 και κορυφώθηκε στην Aθήνα το 1924, και έλαβε ουσιαστικά τέλος την ίδια χρονιά όταν ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Kαβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Παγκάλου, η Eλληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Eλληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Aργυρό παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.
Tα ενδιαφέροντα του Kαβάφη στην ωριμότητά του ήσαν πολλά και ποικίλα, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπά του και τα ανώνυμα σημειώματά του στο περιοδικό Aλεξανδρινή Tέχνη, το οποίο ο Kαβάφης είχε ιδρύσει και ουσιαστικά συντηρούσε, με τη βοήθεια του ζεύγους Aλέκου και Pίκας Σεγκοπούλου (με τους οποίους συγκατοικούσε στο ίδιο κτίριο της οδού Lepsius, όπου και τα γραφεία του περιοδικού). To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Iούνιο οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Aθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα “σημειώματα νοσοκομείου”. Eπέστρεψε στην Aλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του (όταν είχε μετακομίσει εκεί, είχε πει προφητικά «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε»).
H εκδοτική πρακτική που ακολούθησε ο Kαβάφης ήταν πρωτοφανής. Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους. Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού “Kανόνα” (ο ποιητής είχε αποκηρύξει 27 πρώιμα έργα του) κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Aλεξάνδρεια, με επιμέλεια Pίκας Σεγκοπούλου. Στην Eλλάδα η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των Nίκου Kαρύδη, Aλέκου Πατσιφά και Mάριου Πλωρίτη. Aπό τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη “λαϊκή” έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.
O ποιητής κατέλιπε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου. Tμήματα του Aρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη, που συμπλήρωσαν και φώτισαν το αναγνωρισμένο έργο του, και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ επίκειται η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.
Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.
H διεθνής απήχηση της ποίησης του Kαβάφη, όπως πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε ξένες γλώσσες, δεν θα ξένιζε διόλου τον ίδιον. O Kωνσταντίνος Kαβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Aπριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Kωστάκης του Πέτρου-Iωάννη Kαβάφη και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, την μεθοδική εργασία και την δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Kαβάφης. Tα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου.

Mανόλης Σαββίδης

 

 

«ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ», Κ.Π.Καβάφη

Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για να’ βρω τα παράθυρα. – Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θα’ ναι παρηγορία.-

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ 5

να τα’ βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θα’ ναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.


[ 11, 1903 ]

 

«Οι Πόρτες»

Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ

Μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά

Απ’ τους δικούς μας ν’ ακούγονται μόνον οι φωνές

Άδειες και μακρινές και τα κλειδιά

Να μη χωράνε πια στις κλειδαριές 5

Κι έτσι θα μένουν οι βασιλιάδες

Ακίνητοι και σκοτεινοί στα διπλανά δωμάτια

Με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι

Οι θρόνοι τους γυμνοί τ’ άλογα στα παχνιά δεμένα

Θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά. 10

 

Τέτοιες στιγμές μη με ρωτάς για τις φωνές

Που ακούγονται συχνά τα βράδια,μακρινές

Δε θέλω να τις ακούσω ‘ αυτά που λένε

Τρέμη μην αναγνωρίσω τα μυστικά μηνύματα των φίλων

μου

Που νικημένοι σκορπισμένοι στην πεδιάδα 15

Κ ρυμμένοι στις πολιτείες αντικρίζουν το χαμό.

Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω

Οι γειτονιές είναι μικρές οι γυναίκες φαρμακερές

Η πολιτεία γεμάτη νεκρούς. Αφήστε με να ζήσω.

 

Νοέμβριος 1944 , Νάνου Βαλαωρίτη

 

 

Η σύμβαση του μέσα-έξω στα δυο ποιήματα

Το ποίημα Τα Παράθυρα του Καβάφη γράφτηκε σε μια καθοριστική για τον ποιητή εποχή. Είναι η εποχή που ο Καβάφης απαγκιστρώνεται από το συμβολισμό και τον παρνασσισμό και στρέφεται βαθμιαία, αλλά αποφασιστικά προς αυτό που ονομάστηκε καβαφικός «ρεαλισμός».

Στα ποιήματα αυτής της εποχής συναντάμε συχνά την δραματική σύμβαση του μέσα- έξω. Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει τους δύο αυτούς χώρους σε αυτήν την πρώιμη εποχή είναι ότι είναι η αδυναμία να συνυπάρξουν. Ενώ, δηλαδή, στα ποιήματα της ώριμης εποχής διαπιστώνουμε την αλληλοτροφοδότηση των δύο χώρων και την ανάπτυξη μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ τους, στα Παράθυρα εκδηλώνεται μια πλήρης και απόλυτη ρήξη μεταξύ τους που παίρνει χαρακτήρα εσωτερικής σύγκρουσης.

Η χρήση του χώρου, μέσα- έξω, έχει καθαρά μεταφορικό χαρακτήρα στο ποίημα αυτό. Η βασική ιδέα που υφέρπει είναι αυτή της μόνωσης και του εγκλωβισμού. Έτσι, το μέσα εκφράζει κατά κύριο λόγο τον ίδιο τον ποιητή και τον ψυχισμό του, ακόμα και την ίδια του την υπόσταση ως ποιητή, αλλά και ως ενός ζωντανού ανθρώπου που ενδιαφέρεται να επιβιώσει, και το έξω εμπερικλείει όλα αυτά από τα οποία θέλει να απομονωθεί ή και τις αιτίες που τον καταδίκασαν στη μόνωση.

Συγκεκριμένα, εστιάζοντας στο κείμενο θα μπορούσε κανείς να σημειώσει την ύπαρξη τριών χώρων. Ο πρώτος είναι το μέσα που σκηνοθετικά μετουσιώνεται σαν τόπος σε σκοτεινές κάμαρες και έχει για πρωταγωνιστικό πρόσωπο τον ποιητή. Ο ποιητής ,επομένως, έχει κλειστεί στο «μέσα» χώρο. Ο δεύτερος χώρος είναι το «έξω» το οποίο δεν εμφανίζεται στον πραγματικό χρόνο του ποιήματος , παρά μόνο τον φανταζόμαστε. Η μόνη λέξη που ρίχνει ένα αχνό φως στην ύπαρξη αυτού του χώρου είναι η λέξη «φως». Το «φως» εσωκλείει όλες εκείνες τις αιτίες και τις αρχές, ή και τις καταστάσεις ακόμα, που βρίσκονται στον έξω χώρο. Όλα όσα υπάρχουν στο έξω είναι ακαθόριστα, πράγμα που συμπεραίνουμε από τη χρήση της αόριστης αντωνυμίας «τι».

Ο τρίτος, και σημαντικότερος κατά την άποψη μου, χώρος θα μπορούσε να ονομαστεί και μεταίχμιο. Είναι τα παράθυρα τα οποία αναζητά ο ποιητής. Η γνώση της ύπαρξής τους δηλώνεται αποφασιστικά από τον ποιητή. Είναι σίγουρος ότι υπάρχουν (στίχος 5 ) και αποδίδει την μη εύρεσή τους καθαρά σε δική του ευθύνη. Τα παράθυρα είναι εκείνος ο χώρος που βρίσκεται ενδιάμεσα στο μέσα και στο έξω. Είναι το μέσο από το οποίο θα μπορούσε να περάσει το φως για να φωτίσει και να απελευθερώσει τον ποιητή.

Η δραματική ένταση του ποιήματος εντείνεται από το γεγονός ότι ο ποιητής όχι μόνο δεν γνωρίζει τον εξωτερικό χώρο, αλλά δεν βλέπει καν το μέσο το οποίο θα τον οδηγούσε εκεί, τα παράθυρα. Ο Καβάφης βρίσκεται σε μια απόλυτη και δίχως εμφανείς διεξόδους κατάσταση εγκλωβισμού. Η κατάσταση αυτή εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενσυνείδητης επιλογής. Ο ίδιος ο ποιητής εκφράζει την αβέβαιη θέληση του να βγει από τη μόνωση. Μετά από τις συνεχείς αποτυχίες του να βρει τον μεταιχμιακό χώρο, εκδηλώνει μια βαθιά αμφιβολία για την ικανότητά του να βρει τα Παράθυρα. Βλέπουμε έναν άνθρωπο αβέβαιο για την ικανότητά του να ξεπεράσει τους σκοπέλους του ασυνειδήτου του και των ψυχικών καταναγκασμών του, αλλά και τις δυσκολίες της επαφής του με το περιβάλλον του και ,συνάμα, έναν ποιητή που βεβαιούται για την αδυναμία του να εκφράσει με συνέπεια αυτά που θέλει, αλλά και να συνθέσει άξια ποιητικά δημιουργήματα.

Επομένως, η ρήξη του μέσα χώρου με τον έξω μπορεί να ειδωθεί από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Αρχική διαπίστωση αποτελεί ότι το έξω είναι πηγή απειλής. Το ζητούμενο είναι τι μορφή αποκτά κάθε φορά αυτή η απειλή και ως τι κινδυνεύει κάθε φορά ο ποιητής. Ξεκινώντας από την αποδοχή του Καβάφη ως ανθρώπου «εγκεφαλικού», θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής αδυνατεί να ταυτιστεί με το περιβάλλον του με αποτέλεσμα να ομφαλοσκοπεί και να στρέφεται σε μια ατέρμονη αυτοπαρατήρηση, πράγμα που στον Καβάφη μονοπώλησε τη ζωή του. Ως άτομο εγκεφαλικό, απορρίπτει κάθε διονυσιακή διάχυση, δεν ενδίδει στο ασυνείδητο πάθος και υϊοθετεί μια συγκρατημένη και υπολογισμένη στάση απέναντι στο πάθος με αντίποδα την σκέψη. Αποδέχεται τη μυστικοπάθεια, τη μεταφυσική και την διαίσθηση, ενώ απορρίπτει τη λογική στη στενή της σημασία. Μόνη διέξοδος του ατόμου από την μόνωση του είναι η συνείδηση της προσωρινότητας των συγκινήσεων και η προσπάθεια καταγραφής αυτής της προσωρινότητας ώστε να αναχθεί το σύνολο αυτών των σύντομων στιγμών στη σφαίρα της αιωνιότητας και να αποτελέσουν εκ νέου μια νέα αληθινά πραγματική πραγματικότητα.

Ο Καβάφης, όμως, φαίνεται να μην κατορθώνει να αποστασιοποιηθεί όσο είναι πρέπον από την ποίησή του για να μην παρασυρθεί σε μια δίνη αυτοανάλυσης και σε έναν εγκλωβισμό έντονης ατομικότητας. Αντίθετα, για τον ποιητή η ποιητική δημιουργία μπαίνει σε πρώτη προτεραιότητα, ώσπου τον ενσωματώνει στην δική της πραγματικότητα έτσι, ώστε ο μεγάλος μας ποιητής δεν μπορεί να ορίσει πια ποιος απομόνωσε ποιον : ο κόσμος τον ποιητή, η παράδοση την σύγχρονη ποιητική δημιουργία, το ασυνείδητό του ατόμου το εγώ του ;

Το πρόσωπο της απειλής πίσω από το προσωπείο του φωτός μπορεί να λάβει πολλές υποστάσεις. Αρχικά, αν αναλογιστούμε ότι το φως είναι αυτό που ξεσκεπάζει με την καθαρότητά του την αληθινή υπόσταση των πραγμάτων, αποτελεί απειλή του σκότους του ποιητή, σκότος που πιθανότατα να συμβολίζει μια κατασκευασμένη κατά βούληση ατομική πραγματικότητα στην οποία ζει και στην οποία κατορθώνει μόνον να επιβιώσει.

Ακόμη, η απειλή θα μπορούσε να εντοπιστεί και σε αυτό που ονομάζουμε λογοτεχνική παράδοση ή λογοτεχνικός κανόνας που διαστρεβλώνει με την στατικότητά της την αυτούσια έκφραση και που καλύπτει ένα εύρος θεμάτων, αναγκάζοντας έτσι το σύγχρονο ποιητή να στραφεί στις λευκές σελίδες της ιστορίας και να γράψει πάνω σε αυτές. Το σύγχρονο παρόν, για έναν μοντερνιστή ποιητή όπως ο Καβάφης, οφείλει να αποκηρύξει το παρελθόν και ό,τι οξύνει το χάσμα μεταξύ του «εγώ» και του « εμείς», για να ανακαλύψει εκ νέου την ουσία των πραγμάτων.

Επιπλέον, ο θάνατος είναι μία πηγή κινδύνου δισυπόστατη. Έχει να κάνει με τον βιολογικό θάνατο, που προβληματίζει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και με τον επερχόμενο πνευματικό θάνατο σε καιρούς πολιτειακής- πολιτικής παρακμής. Ο ποιητής αναζητά το ρόλο του ως καλλιτέχνης όταν τα «γράμματα» τίθενται στο περιθώριο των ατομικών και συλλογικών προτεραιοτήτων και αντιμετωπίζει το δίλημμα ποια φύση του να ακολουθήσει: να δράσει ως πολίτης ή ως καλλιτέχνης; Το δίλημμα αυτό στον Καβάφη και στο συγκεκριμένο ποίημα εκφράζεται με την περιγραφή της κατάστασης εγκλεισμού. Ο ποιητής συναισθάνεται την διαφορά του από τον υπόλοιπο κόσμο, την αντίθεση των πνευματικών του αναζητήσεων προς τις στείρες παρακμιακές πολιτικές καταστάσεις, αλλά και τον φόβο του απέναντι στη σκέψη της απώλειας αυτής της ακριβής του ποιητικής ιδιότητας- ταυτότητας.

Είναι εκπληκτικό πόσο το ποίημα του Καβάφη Τα Παράθυρα κινείται ταυτοχρόνως σε αντίθετη και σε ταυτόσημη κατεύθυνση με το ποίημα Οι Πόρτες του μεταγενέστερου Νάνου Βαλαωρίτη. Και στο ποίημα αυτό παρουσιάζεται μια κατάσταση εγκλωβισμού του ποιητή πίσω από τις κλειστές πόρτες. Μόνο που ο Βαλαωρίτης εμφανίζει μια μικρή, αλλά ουσιαστική διαφορά από τον Καβάφη, όσον αφορά στον ενδιάμεσο χώρο (παράθυρα- πόρτες). Ο Καβάφης φαίνεται να μην έχει έρθει καν σε οπτική επαφή με τα παράθυρά του, ενώ ο Βαλαωρίτης βρίσκεται μπροστά στις πόρτες οι οποίες κλείνουν ξαφνικά. Ο χώρος του «εντός» στον Βαλαωρίτη υπήρξε κάποτε προσβάσιμος και ξαφνικά χάθηκε από τον οπτικό του πεδίο.

Ο Βαλαωρίτης, λοιπόν, μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά σε ό,τι τον απομονώνει από τον Καβάφη. Έχοντας δεχτεί σημαντικές επιρροές από το ρεύμα του νεουπερρεαλισμού, πνευματικό τέκνο του υπερρεαλισμού, αντιμετωπίζει με διάθεση επαναστατική ό,τιδήποτε παρακμιακό και απειλητικό της πνευματικής του ελευθερίας. Στο ποίημά του Οι Πόρτες συναντάμε την δραματική έκκληση του πνεύματος προς τον εαυτό του να αντισταθεί σε όλα αυτά που απειλούν όχι μόνο την εξέλιξη του, αλλά ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη. Ο ποιητής εγκλωβίζεται στον εξωτερικό χώρο, σε αντίθεση με τον Καβάφη. Ως εξωτερικός χώρος ορίζονται οι γειτονιές, η πολιτεία και οι γυναίκες με πρωταγωνιστή τον ποιητή.

Ο εσωτερικός χώρος έχει διαφορετικό υποκείμενο από τον εξωτερικό, σε αντίθεση με τα Παράθυρα όπου το υποκείμενο ήταν ένα, ο ποιητής. Στις Πόρτες, λοιπόν, στον εσωτερικό χώρο συναντάμε τους βασιλιάδες και τις φωνές των φίλων. Είναι τα πρόσωπα τα οποία αδυνατεί να προσεγγίσει ο ποιητής. Στον έξω χώρο βρίσκεται ο ποιητής. Η περιγραφή των δύο χώρων είναι πιο σαφής από εκείνη των Παραθύρων. Θα λέγαμε ότι ο Βαλαωρίτης κάνει χρήση εικόνων και μεταφορών για να εκφράσει εύστοχα τη συναισθηματική ένταση που προκαλείται στην ψυχή του ποιητή όταν διαισθάνεται ότι βρίσκεται αιχμαλωτισμένος εξαιτίας της ίδιας του της ακριβής ιδιότητας, της ευαισθησίας και του πόθου να αποκαλυφθεί η απόλυτη αλήθεια των πραγμάτων πέρα από κάθε ψυχικό και υλικό κόστος.

Η διάθεση που χαρακτηρίζει το ποίημα του Βαλαωρίτη είναι επαναστατική. Εκφράζεται μια βαθιά αντίθεση προς τα καθεστώτα πράγματα, τα οποία χαρακτηρίζονται σκοτεινά, παρηκμασμένα, νεκρά, η οποία βέβαια δεν εμφανίζεται σε σημείο να γίνει πράξη, αλλά παρουσιάζεται ως ανάγκη- συναίσθημα που κατακλύζει τον ποιητή και τον φτάνει στο σημείο να σκεφθεί « Δεν πάει άλλο». Ο ποιητής νιώθει ότι απειλείται η ζωή του από όλους αυτούς τους κινδύνους. Ως κίνδυνος παρουσιάζεται η πολιτεία που μοιάζει με βασίλειο νεκρών, εικόνα που πιθανότατα να σκιαγραφεί τα «απονεκρωμένα» μυαλά της εποχής, τα αποτελέσματα της πολιτικής παρακμής που επέφερε η γερμανική κατάκτηση και ο ανάξιος για τον ελληνικό πολιτισμό αλληλοσπαραγμός και οι διώξεις των πνευματικά ελεύθερων σκεπτόμενων ατόμων.

Επιπλέον, πίσω από τις κλειστές πόρτες κλείνονται και οι φίλοι. Ο ποιητής δύναται μόνο να ακούσει τις φωνές τους. Παρόλο που τους χωρίζει μεγάλη απόσταση, τα μυστικά μηνύματα κατορθώνουν να χαϊδέψουν τα αυτιά του ποιητή. Η εικόνα αυτή εκφράζει την δύναμη του πνεύματος που αντιστέκεται, το οποίο παρόλο που το φυλακίζουν οι καταστάσεις και δεσμεύουν την ελεύθερη φύση του, βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει με εκείνα τα πράγματα που θα του δώσουν τα κίνητρα και τα ερεθίσματα να συνεχίσει να αντιστέκεται.

Οι βασιλιάδες, που επίσης απομονώνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες, έχουν να κάνουν, κατά την άποψη μου, με την απώλεια της ποιητικής έμπνευσης, αλλά και των ερεθισμάτων που την δραστηριοποιούν και, τέλος, την απώλεια της διάθεσης- δύναμης να σηκωθούν οι βασιλιάδες, πρωταγωνιστές των ποιημάτων, και να αναλάβουν δράση, να αυτοσχεδιάσουν πάνω στους στίχους της ποιητικής έκφρασης. Εδώ, ο Βαλαωρίτης φαντάζεται τα πνευματικά του παιδιά να κάθονται νικημένα, εξαντλημένα, ηττημένα στα δωμάτια του μυαλού του πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αισθάνεται ανήμπορος να δώσει δράση στα πρόσωπα των ποιημάτων του και αρκείται να φαντάζεται ποίηση και δράση, χωρίς να τα πραγματοποιεί.

Στις Πόρτες καταγράφεται εκείνη η μοναχική στιγμή, γεμάτη ψυχική ένταση και δέος ,όπου ο ποιητής συνειδητοποιεί την ανημποριά του να λύσει εκείνα τα δεσμά που τον κρατούν στο χώμα και δεν τον αφήνουν να φτερουγίσει, δεσμά που το θνητό μυαλό δε μπορεί να συλλάβει, ούτε να ορίσει. Είναι εκείνη η στιγμή που νιώθει κανείς τα χέρια του δεμένα και τα πόδια του μουδιασμένα και δε μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να κοιτά τον ουρανό, ζητιανεύοντας μια γέφυρα διαφυγής από την αλήθεια που στέκει περίλαμπρη εμπρός του, σαν γεννήτορας και τιμωρός συνάμα.

«Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω»…Ποιο συναταίριασμα λέξεων θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τον βουβό σπαραγμό του ανθρώπου που από τη μια μοιάζει με νεογέννητο βρέφος που πρωτοαντικρίζει το φως και από την άλλη με ετοιμοθάνατο σε βαθιά γεράματα που ετοιμάζεται να διαβεί το φωτεινό πέρασμα στην αιωνιότητα !

Λία Γκασούκα

 Βιβλιογραφία :

  • ΧΩΡΟΣ, ΦΩΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑ-ΕΞΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ. Κύριος Συγγραφέας: ΠΙΕΡΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ Εκδοτικός Οίκος: ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
  • Σχόλια Σαββίδη

NE Γλώσσα Λυκείου: Δοκίμιο για ΜΜΕ με παράλληλα κείμενα


ΔΟΚΙΜΙΟ ΜΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΑ Μ.Μ.Ε. & ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τα μέσα ενημέρωσης από τη στιγμή που κατόρθωσαν να κερδίσουν ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό και να εδραιώσουν τη λειτουργία τους στη δημόσια ζωή των χωρών της Δύσης (κατά τον 19ο αιώνα), να γίνουν δηλαδή «μαζικά», αποτέλεσαν το σημείο συνάντησης της πολιτικής πληροφόρησης και της προώθησης οικονομικών αγαθών. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται στενά με την άνοδο και την κυριαρχία της αστικής τάξης στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας. ‘Ετσι, οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής γίνονται οι βασικοί δίαυλοι της πολιτικής επικοινωνίας των κομμάτων και του Κοινοβουλίου με τα αστικά (εγγραμματισμένα) στρώματα του πληθυσμού, δηλαδή παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής ιδεολογίας των αναγνωστών τους. Από την άλλη πλευρά, επειδή η βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο βρίσκονται στα χέρια ισχυρών μελών της αστικής τάξης, ο τύπος (με όργανο τη διαφήμιση) μετατρέπεται βαθμιαία σε μοχλό προώθησης των βιομηχανικών προϊόντων, και στη συνέχεια εξελίσσεται σε παράγοντα διαμόρφωσης αυτού που σήμερα αποκαλούμε «καταναλωτική νοοτροπία». Αργότερα (κατά τον 20ο αιώνα) το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, μέσα μεγάλου πληροφοριακού βεληνεκούς, προκαλούν πραγματική επανάσταση στη μαζική επικοινωνία, καθώς «εκλαϊκεύουν» την ενημέρωση και προσφέρουν ζωντανή και ελκυστική πρόσβαση στην επικαιρότητα για εκατομμύρια ακροατών και θεατών. Στις μέρες μας η κατάσταση ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει, μόνο που το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ τείνει να γίνει ολιγοπωλιακό, γεγονός που εξασφαλίζει σ’ αυτά ανυπολόγιστη πληροφοριακή και πολιτική δύναμη κι ένα σχεδόν θεσμικό ρόλο («τέταρτη εξουσία») μέσα στις σύγχρονες δημοκρατίες. Παράλληλα, εντάθηκε η εμπορευματική τους λειτουργία, με την καταιγιστική επέκταση της διαφήμισης και την καθιέρωση οικονομικών στηλών και εκπομπών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν το κοινό τους ταυτόχρονα ως πολίτες και καταναλωτές. Αυτό ευνόησε την παρουσία του στοιχείου της διασκέδασης (ως λόγου, κυρίως όμως ως εικόνας και ήχου) ανταγωνιστικά προς το συστατικό της πληροφόρησης και επηρέασε ποικιλότροπα τη μορφή και το περιεχόμενο όλων των μέσων.(κειμ.1)

[Κείμενο 1: Π. Πολίτης. Ο ανταγωνισμός του στοιχείου της πληροφόρησης και του στοιχείου της διασκέδασης στον σύγχρονο επαγγελματικό δημοσιογραφικό λόγο. Η πίεση που ασκείται από τους μηχανισμούς της αγοράς στη δημοσιογραφία να υπερβεί τον παραδοσιακό της ρόλο, αυτόν της ενημέρωσης του κοινού για σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα και του σχολιασμού τους, αποτυπώνεται στον ποιοτικό μετασχηματισμό του πολιτικού λόγου των ΜΜΕ και τη θριαμβευτική διείσδυση της εικόνας (και του ήχου) σ’ αυτά. Φαινόμενα όπως η εικονοποίηση του τύπου (ολοσέλιδες εμπορικές αλλά και πολιτικές διαφημίσεις· φωτογραφίες που «κυβερνούν» αντί του λόγου τις έντυπες σελίδες· η βαθμιαία μεταστροφή πολλών περιοδικών -κατ’ όνομα- σε φωτογραφικά άλμπουμ και κυρίως η σημειωτική άλωση της πρώτης σελίδας των εφημερίδων από εικόνες «που μιλάνε από μόνες τους» και λέξεις ή φράσεις που καμώνονται τις εικόνες), η οριακά πληροφοριακή, δηλαδή η διεγερτική συναισθημάτων και παθών, χρήση της εικόνας στην τηλεόραση (υποχώρηση του σχολιαστικού λόγου στην ειδησεογραφία προς όφελος της εικονικής της υποστήριξης -στο όνομα της αληθοφάνειας, φυσικά-, σκανδαλώδης κατάχρηση της διαφήμισης, «διασκεδαστική» χρήση της κατασκευασμένης ή της ζωντανής εικόνας) και, τέλος, η ακατάσχετη λογόρροια των ραδιοφωνικών εκπομπών [DJ talk] καθώς επίσης και η πριμοδότηση του ήχου, που με τη μορφή μουσικών ή διαφημιστικών μηνυμάτων κατατέμνει διαρκώς τον λόγο, αποτελούν τις ορατές πλευρές της συγκινησιακής λειτουργίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, δηλαδή ενός πλέγματος από πρακτικές που φιλοδοξούν να προκαλέσουν οπτική ή/και ακουστική απόλαυση στο «ακροατήριό» τους και όχι να αναμετρηθούν με την κριτική του συνείδηση, διαμορφώνοντας περισσότερο καταναλωτικές συνήθειες σε υποκείμενα που «παίζουν» με προϊόντα παρά πολιτικές και κοινωνικές νοοτροπίες σε σκεπτόμενα υποκείμενα. Η αόρατη πλευρά της συγκινησιακής λειτουργίας των ΜΜΕ, που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη γλωσσολογία, συνδέεται με την υιοθέτηση του συνομιλιακού ύφους (Fowler 1991· Fairclough 1995). Αυτό σημαίνει ότι τα μέσα ενημέρωσης, και ιδιαίτερα τα έγχρονα (ραδιόφωνο, τηλεόραση), επιδιώκουν όλο και πιο πολύ να διοχετεύουν τις πληροφορίες και τα σχόλιά τους μέσα από συμβάντα λόγου του τύπου της καθημερινής συνομιλίας, που μοιάζουν να καταργούν την απόσταση ανάμεσα σε πομπούς και δέκτες και δίνουν στους τελευταίους την (ψευδ)αίσθηση της οικειότητας. Οι συνεντεύξεις, τα πάνελ ή τα «παράθυρα» των ειδήσεων (που φιλοξενούν «αστέρες» του δημόσιου βίου αλλά συχνά εκπαραθυρώνουν τον πολιτικό προβληματισμό) έχουν υποκλέψει από την παραδοσιακή πολιτική αρθρογραφία το προνόμιο της ανάλυσης και του σχολιασμού των ειδήσεων και έχουν μετασχηματίσει τον πολιτικό λόγο των ΜΜΕ σε εύκολο συνήθως πολιτικό διάλογο, κάποτε και κουβεντολόι, ανάμεσα σε γνωστούς στο ευρύ κοινό δημοσιογράφους και εξίσου γνωστά δημόσια πρόσωπα. Παράλληλα, το συνομιλιακό ύφος έχει κυριαρχήσει και στο υπόλοιπο μέρος του προγράμματος των έγχρονων μέσων (πρωινές εκπομπές πολιτικής και άλλης ενημέρωσης, πρωινές εκπομπές «του δρόμου», realityshows, τηλεοπτικά παιχνίδια κ.ά.), «κατασκευάζοντας τη συναίνεση» του κοινού, όπως θα ‘λεγε ο Chomsky, δημιουργώντας δηλαδή οκνηρά «ακροατήρια», που αρέσκονται να βλέπουν ή να ακούν τη ζωή (όπως προβάλλεται) να περνά από μπροστά τους αλλά δεν επιθυμούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση των όρων της.)

Μέσα σ’ αυτά τα ιστορικά συμφραζόμενα πρέπει να νοηθεί και το επικοινωνιακό πλαίσιο των ΜΜΕ. Τα πρόσωπα που «κάνουν το παιχνίδι» της μαζικής επικοινωνίας είναι αφενός τα επιτελεία που παράγουν τον ειδησεογραφικό και σχολιαστικό λόγο -αλλά και κάθε άλλη ποικιλία δημοσιογραφικού κειμένου- και αφετέρου τα «ακροατήρια» που τον προσλαμβάνουν και τον ερμηνεύουν. Η μεταξύ τους σχέση είναι ιδιόμορφη, καθώς υπαγορεύεται από την (τεχνική) φύση και τον κοινωνικό ρόλο των μέσων: η οιονεί συλλογική παραγωγή του δημοσιογραφικού λόγου, η ρητή ή υπόρρητη έκφραση της ιδεολογικής ταυτότητας κάθε μέσου, το μεγάλο πλήθος και η διασπορά των «ακροατηρίων», αλλά και η περιοδικότητα εκπομπής και λήψης μηνυμάτων, θεωρούνται οι κυριότερες συνιστώσες της μαζικής επικοινωνίας. Θα τις εξετάσουμε με συντομία.

Σε αντιδιαστολή προς τις περισσότερες μορφές επικοινωνίας, όπου ο παραγωγός του λόγου είναι ένα πρόσωπο, ο λόγος των ΜΜΕ εκπορεύεται από έναν πομπό πολυπρόσωπο και ιεραρχημένο. Αυτό σημαίνει ότι ενυπόγραφα και ανυπόγραφα κείμενα (προφορικά, όπως ένα ρεπορτάζ ή μια συνέντευξη, ή γραπτά, όπως ένα κύριο άρθρο ή μια έρευνα), που φαίνονται να ξεκινούν από το στόμα ή τη γραφίδα ενός ομιλητή ή συντάκτη, στην πραγματικότητα ελέγχονται και πιθανόν τροποποιούνται από το εκδοτικό επιτελείο (τους αρχισυντάκτες, τον διευθυντή σύνταξης ή τον διευθυντή-εκδότη) είτε ως προς το περιεχόμενό τους -αν η τεκμηρίωσή τους θεωρηθεί ανεπαρκής ή το σχολιαστικό τους μέρος βρεθεί να αποκλίνει από τον ιδεολογικό προσανατολισμό του μέσου-, είτε ως προς το ύφος και την οργάνωσή τους -αν δεν ανταποκρίνονται στην παράδοση που έχει διαμορφώσει το συγκεκριμένο μέσο. Και πίσω απ’ όλους ο εκδότης-ιδιοκτήτης, που μπορεί να μην παρεμβαίνει γλωσσικά στην παραγωγή συγκεκριμένων κειμένων, σίγουρα όμως υπαγορεύει την εκδοτική ταυτότητα και το ιδεολογικό στίγμα του εντύπου ή του καναλιού. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να πει ότι ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος είναι στη βάση του πολυφωνικός(κειμ.2.)· και με την έννοια της διακειμενικότητας (το δημοσιογραφικό κείμενο τροφοδοτείται από άλλα κείμενα τεκμηρίωσης) αλλά και με την έννοια της διαστρωμάτωσης (των επανεγγραφών και παρεμβάσεων που έχει δεχθεί ως την τελική του μορφοποίηση).

[ Κείμενο 2: Π. Πολίτης. Η ιδιαιτερότητα της παραγωγής του δημοσιογραφικού λόγου. Υπάρχουν αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες που επιβάλλουν την πολυπρόσωπη και στρωματική γραφή των ειδήσεων και άλλων δημοσιογραφικών κειμένων. Στους πρώτους συγκαταλέγονται οι αδυσώπητοι χρονικοί περιορισμοί λήψης και επεξεργασίας της πρώτης ύλης των ειδήσεων -διαφορετικοί για τον τύπο και την τηλεόραση- καθώς και άλλες συμβάσεις του επαγγέλματος, όπως η τακτική συνεργασία ενός μέσου με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων και τους τοπικούς ανταποκριτές, που αν δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη, ίσως «τα νέα» να μην φτάσουν έγκαιρα και κατάλληλα στο κοινό τους. ‘Ετσι, μια σειρά από δημοσιογράφους με διακριτούς ρόλους και διαφορετικά μερίδια ευθύνης (τα οποία αυξάνουν όσο η διαδικασία επεξεργασίας της πρώτης ύλης πλησιάζει προς την τελική μορφοποίηση και την έκδοση/ δημοσιοποίησή της) αναλαμβάνουν όχι να αφηγηθούν -αφού αμερόληπτη αφήγηση γεγονότων δεν μπορεί να υπάρξει- αλλά να μετασχηματίσουν σε λόγο ή να αναπλαισιώσουν τα «γεγονότα» σύμφωνα με τις προδιαγραφές κάθε μέσου (Bell 1991). )Αλλά από το σημείο αυτό αρχίζουν να εμπλέκονται και οι υποκειμενικοί (ιδεολογικοί) παράγοντες: οι πρωτογενείς πηγές των ειδήσεων (κοινοβούλιο, αστυνομία, δικαστήρια, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, δημόσιες υπηρεσίες, εταιρίες, συνδικάτα, φυσικά πρόσωπα κ.ά.) και οι δευτερογενείς πηγές (πρακτορεία ειδήσεων, άλλα μέσα ενημέρωσης) κρίνονται ως προς την αντικειμενικότητα ή την ποιοτική υπεροχή τους –αν αυτή η κρίση δεν είναι παγιωμένη από καιρό- ανάλογα με το σύστημα αξιών κάθε μέσου ή/και κάθε δημοσιογράφου, και η αποτίμηση αυτή οδηγεί στην τάδε ή τη δείνα επιλογή και οργάνωση του ειδησεογραφικού υλικού. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει όσμωση ανάμεσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις πηγές των πληροφοριών τους. Ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος, αν και διαμεσολαβείται από άλλα «κείμενα» («τα ίδια τα γεγονότα»), ελέγχεται ως διαστρωματωμένος, δηλαδή με επανεγγραφές, που υπονοούν ότι το είδωλο της πραγματικότητας που προβάλλεται από τα ΜΜΕ δεν είναι η πραγματικότητα «εκεί πέρα», αλλά η πραγματικότητα που κατασκευάζεται μέσα από κοινωνικές, επαγγελματικές και γλωσσικές πρακτικές της δημοσιογραφίας.]

Η ιδεολογική «επιβάρυνση» των μέσων ενημέρωσης -για την οποία δέχονται συχνά επικρίσεις-, άλλοτε ως δηλωμένη προγραμματική πρόθεση των πιο μαχητικών απ’ αυτά και άλλοτε ως διατυμπανιζόμενη ειδησεογραφική αμεροληψία (στην πραγματικότητα ως απόκρυψη ιδεολογίας) εκείνων που απευθύνονται σ’ ένα αδιαφοροποίητο κοινό, είναι απόρροια της πρόσδεσής τους σε οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, που τα χρησιμοποιούν ως εργαλεία για την αύξηση της δύναμής τους. Η ρητή έκφραση της ιδεολογίας ενός μέσου ενδιαφέρει κυρίως την κοινωνιολογία και στηρίζεται στην ανάλυση περιεχομένου του δημοσιογραφικού λόγου. ‘Ομως, η γλωσσολογία και η ανάλυση λόγου ειδικότερα ενδιαφέρονται για την υπόρρητη έκφραση της ιδεολογίας, όπως αυτή κωδικοποιείται στις γραμματικές και λεξικές επιλογές ενός συντάκτη ή ομιλητή, ή διαχέεται στις προϋποθέσεις και τα υπονοήματα που μοιράζονται πομπός και δέκτες ενός δημοσιογραφικού κειμένου και που χωρίς αυτά η πρόσληψη και η κατανόησή του καθίσταται προβληματική. Πιο συγκεκριμένα:

η χρήση λόγιων λέξεων (όλεθρος, ανέλεγκτος, ολισθαίνω), που θεωρείται ότι προσδίδουν έναν τόνο σοβαρότητας και εγκυρότητας στον λόγο·

η χρήση ορολογίας (κλωνοποίηση, παγκοσμιοποίηση, διαδίκτυο), που υπαγορεύει την ιδέα του αυστηρού επιστημονικού και τεχνικού πνεύματος·

η παθητικοποίηση (συνελήφθησαν είκοσι διαδηλωτές κατά τα χθεσινά επεισόδια αντί, ας πούμε, ύστερα από εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα κ. Τάδε η αστυνομία συνέλαβε κλπ.), δηλαδή η αποφυγή της ενεργητικής σύνταξης, που θα αποκάλυπτε δρώντα πρόσωπα, υπεύθυνα για δυσάρεστα συμβάντα·

η εστίαση σε αξιολογικά επίθετα (σημαντικά κέρδη των μικρών), που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τη διατύπωση κρίσεων και σχολίων·

η «διχαστική» χρήση αντωνυμιών ομάδα του εμείς ως έκφραση της ιδεολογικής συμπαράταξης απέναντι στην ομάδα του αυτοί ως έκφραση του αντίπαλου συνασπισμού)·

οι μεταφορές (το «Βατερλό» της εξωτερικής πολιτικής, η «βουτιά» του δείκτη του Χρηματιστηρίου) και οι μετωνυμίεςδραχμή, η Σοφοκλέους, η Αθήνα, οι Βρυξέλλες), καθιερωμένα εργαλεία μιας διεθνοποιημένης δημοσιογραφικής αργκό·

η υποδηλωτική χρήση της στίξης στον γραπτό λόγο (υποσμηναγός (!) αφαίρεσε τις απόρρητες δισκέτες, μικροί στις μεγάλες ώρες…) και ο σκόπιμος παρατονισμός στον προφορικό λόγο (ΤΟ γεγονός της χρονιάς), γνωστές στρατηγικές της λαϊκίζουσας δημοσιογραφίας,

είναι μερικά από τα γλωσσικά μέσα που έχουν μελετηθεί και συνδεθεί με την απόκρυψη ή την υποδήλωση ιδεολογικών επιλογών(κειμ.3). Παράλληλα, στο μακροεπίπεδο ενός κειμένου ή λόγου, και ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας, ανάλογο ρόλο πιστεύεται ότι παίζουν ορισμένες αξιολογικές παραδοχές γύρω από έννοιες όπως λαός, έθνος, φυλή, παράδοση, ιστορία, δημοκρατία, γλώσσα κλπ.(κειμ.4) Οι παραδοχές αυτές, αν και επίμαχες, συχνά εξυπακούονται ως άρρητες προκείμενες από όπου προκύπτουν -υποτίθεται- συμπεράσματα που το κοινό δέχεται αδιαμαρτύρητα ή, τουλάχιστον, κατανοεί χωρίς να απαιτείται λεπτομερής στήριξή τους. Συνεπώς, η ιδεολογική στράτευση ή η κομψή απόκρυψή της, με γλωσσικά εργαλεία σαν αυτά που προαναφέρθηκαν, πρέπει να θεωρηθούν θεμελιώδη γνωρίσματα του είδους της επικοινωνίας που επιδιώκουν τα ΜΜΕ αλλά και αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το κοινό στο οποίο στοχεύουν.

[Κείμενο 3: Π. Πολίτης. Η σχέση γλώσσας και ιδεολογίας στον λόγο των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Η φορμαλιστική προσέγγιση της γλώσσας, δηλαδή η μελέτη της γλώσσας ως συστήματος με εσωτερική συνοχή και κανόνες αυτορρύθμισης και μετασχηματισμού, αδυνατεί να εξηγήσει την ποικιλότητα των γλωσσικών χρήσεων σε όλες τις περιστάσεις επικοινωνίας που εκτυλίσσονται αδιάκοπα ή των κειμένων που παράγονται καθημερινά μέσα σε κάθε γλωσσική κοινότητα. Είναι η Λειτουργική Γλωσσολογία του Halliday που δοκιμάστηκε με επιτυχία ως εργαλείο αποκάλυψης του νοήματος που κρύβεται πίσω από ένα πλήθος συντακτικών ή λεξικών επιλογών των χρηστών μιας γλώσσας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη Λειτουργική Γραμματική του Halliday, ο τρόπος με τον οποίον αναπαριστάνεται στη γλώσσα η πραγματικότητα [ideationalfunction], ο τρόπος με τον οποίον τα συνομιλούντα υποκείμενα χαράσσουν πάνω στη γλώσσα τις οπτικές τους [interpersonalfunction] και ο τρόπος με τον οποίον η γλώσσα συγκροτείται σε κείμενα συνεκτικά και ερμηνεύσιμα [textualfunction] αποτελούν τις τρεις «μεγαλειτουργίες», δηλαδή γενικές κατηγορίες γλωσσικών χρήσεων που ικανοποιούν τις ανάγκες της ανθρώπινης επικοινωνίας. Στο πλαίσιο κάθε μιας από τις λειτουργίες αυτές οι χρήστες μιας γλώσσας κάνουν επιλογές συντακτικές, λεξικές και άλλες, προκειμένου να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες επικοινωνιακές ανάγκες, και οι επιλογές τους αυτές υποδηλώνουν ιδεολογικές προτιμήσεις λιγότερο ή περισσότερο συνειδητές, σύμφωνα -τουλάχιστον- με τη λεγόμενη Κριτική Γλωσσολογία, που δανείζεται τα εργαλεία της Λειτουργικής Γραμματικής, για να δείξει ότι η συγκρότηση του νοήματος κάθε κειμένου είναι πρωτίστως κοινωνική και δευτερευόντως ατομική διεργασία.

Εφαρμογές του λειτουργικού μοντέλου στη δημοσιογραφική γλώσσα οδήγησαν σε ενδιαφέροντα ευρήματα. ‘Ετσι, για παράδειγμα, ο επίτιτλος (Αλυσιδωτές αντιδράσεις προκαλεί παγκοσμίως η νομισματική θύελλα), ο τίτλος (Κρίσιμη μάχη δίδει ηδραχμή) και ο υπότιτλος (Αντεπίθεση με ισχυρές εφεδρείες εναντίον των ξένων κερδοσκόπων) πρωινής αθηναϊκής εφημερίδας ενεργοποιούν και τις τρεις «μεγαλειτουργίες», ώστε μεταδίδουν στο κοινό της μια σημαντική πληροφορία (οπωσδήποτε οικονομικού χαρακτήρα αλλά σχετικά αδιευκρίνιστη), πλαισιωμένη από κοινωνικές και συναισθηματικές σημασίες. Πιο συγκεκριμένα:

η συντακτική εστίαση στο αντικείμενο-πράξη (αντιδράσεις) -ποιων άραγε και τι είδους;-

οι εμπρηστικές μεταφορές, που ανοίγουν και κλείνουν τον επίτιτλο εγκαθιστώντας ένα κλίμα πανικού (από τον χώρο της χημείας η πρώτη αλλά με σαφή κοινωνικό προσανατολισμό, από τον χώρο των καιρικών φαινομένων η δεύτερη αλλά με εξίσου σαφή κοινωνικό προσανατολισμό)·

η υπόρρητη αξιολόγηση (αλυσιδωτές), όχι ουδέτερη περιγραφή της έκτασης και του είδους των αντιδράσεων·

·η απόκρυψη μέσω της δεύτερης μεταφοράς του πραγματικού υποκειμένου (δηλαδή μιας συγκεκριμένης οικονομικής διεργασίας) και η βύθισή του στο εσωτερικό της πρότασης, επειδή προφανώς ο συντάκτης θεωρεί σημαντικότερη την καινούρια της πληροφορία, τις «αλυσιδωτές αντιδράσεις», και όχι τη δεδομένη, τη (γνωστή ήδη) «νομισματική θύελλα»·

η επιλογή ενός συνεπαγωγικού ρήματος, που προβάλλει ως αιτιώδη, άρα προβλέψιμη, τη σχέση ενός οικονομικού γεγονότος και των συνεπειών του·

ακόμη, η επιλογή του ενεστώτα, που δίνει παράταση ζωής σ’ ένα τετελεσμένο ίσως γεγονός·

η με αξιώσεις οικουμενικότητας τεκμηρίωση (παγκοσμίως

τέλος, η χρήση λόγιων (παγκοσμίως) και τεχνικών (νομισματική) όρων·

όλα αυτά συνθέτουν ένα μήνυμα με τυπικά πληροφοριακό πυρήνα αλλά συναισθηματικά φορτισμένο, διατυπωμένο σε επίπεδο ύφους υψηλό και τεχνικό συνάμα, με ιεραρχημένη πρώτη τη νέα πληροφορία της πρότασης και «επιμελή» απόκρυψη των κοινωνικών υποκειμένων, και αυτών που ευθύνονται για τη νομισματική θύελλα και εκείνων που υφίστανται τα δεινά της.

Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για τη γλώσσα του (πριμοδοτημένου με έντονα τυπογραφικά στοιχεία) τίτλου:

η εστίαση στο αντικείμενο της πρότασης (νέα πληροφορία)·

η ρητή αξιολόγηση (κρίσιμη) μιας αμφίρροπης οικονομικής διαδικασίας·

η δραματική μεταφορά από τον χώρο του πολέμου (μάχη) αλλά και η ομόλογη συμβατικοποιημένη έκφραση δίδει μάχη, που φορτίζει συναισθηματικά την πρόταση, καθώς αποσαφηνίζει τις «αλυσιδωτές αντιδράσεις» του επιτίτλου αντιπαραθέτοντας την εθνική μας οικονομία προς διεθνείς οικονομικούς κύκλους·

η μετωνυμία (δραχμή) και ο λόγιος τύπος δίδει είναι τα συστατικά ενός δεύτερου μηνύματος που, ενώ προβάλλεται σημειολογικά ως κεντρικό στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, νοηματικά εξαρτάται από τον επίτιτλο, μαζί με τον οποίο συστήνουν ένα μικρό κείμενο.

Το σκηνικό ολοκληρώνεται στον υπότιτλο με τη συνέχιση της μεταφοράς του πολέμου (αντεπίθεση, εφεδρείες), την εισαγωγή του στερεότυπου ενός «εχθρικού», «κακού» και πολύ συγκεκριμένου ‘Αλλου (των ξένων κερδοσκόπων) και την παράλειψη του ρήματος, που συσκοτίζει την προτασιακή πληροφορία, ευνοεί όμως τη συγκινησιακή λειτουργία της γλώσσας των τίτλων.

Ακόμη κι αν δεν οδηγηθούμε σε μιαν απροκάλυπτα ιδεολογική ανάγνωση ενός δημοσιογραφικού κειμένου, ακολουθώντας τα βήματα της Kριτικής Γλωσσολογίας, που αντιστοιχίζει γλωσσικές στρατηγικές σε ιδεολογικές, δηλαδή πολιτικές/ κοινωνικές, επιλογές του συντάκτη/ ομιλητή, σίγουρα δεν μπορούμε να αρνηθούμε την καταστατική αρχή της Λειτουργικής Γλωσσολογίας, ότι το υφάδι του λόγου μας πηγαινοέρχεται πάνω στο στημόνι των κειμενικών και συμφραστικών δεδομένων του. ]

[Κείμενο 4: Π. Πολίτης. Η λειτουργία των στερεοτύπων στη γλώσσα των ΜΜΕ.

Τα στερεότυπα είναι έννοιες-κλειδιά με τριπλή λειτουργία: πρώτον, ηθική, δηλαδή αξιολογική, γιατί αναφέρονται σε αξίες (Θεός, μητέρα, πατρίδα) ή απαξίες (Τούρκος, Αλβανός, τρομοκράτης, άθεος) ευρείας κοινωνικής αποδοχής· δεύτερον, γνωσιακή, γιατί αποτελούν δεξαμενές σύνθετων πληροφοριών, από τις οποίες ένας ομιλητής ή συγγραφέας δεν χρειάζεται να ανασύρει παρά μόνο το σήμα τους, δηλαδή την ίδια τη λέξη-κλειδί, και το «ακροατήριο» είναι σε θέση να ανασυνθέσει αυτομάτως την ιστορία και τις τρέχουσες χρήσεις τους· και, τρίτον, διαπροσωπική, γιατί τα στερεότυπα εμπεριέχουν καθιερωμένα υπονοήματα που ανταλλάσσονται ανάμεσα σε πομπούς και δέκτες διευκολύνοντας τη μεταξύ τους επικοινωνία. Μ’ άλλα λόγια, τα στερεότυπα είναι διαπραγματευτικές νοητικές κατηγορίες που ευνοούν τη μαζική επικοινωνία και την ιδεολογική συνοχή της κοινωνίας. Στην επαγγελματική δημοσιογραφική γλώσσα, γλώσσα εξ ορισμού δημόσια και «επικοινωνιακή», γλώσσα των μεγάλων «ακροατηρίων» και της «κοινής γνώμης», τα στερεότυπα απαντούν σε μεγάλη αφθονία. Δανειζόμαστε ένα παράδειγμα από πρωτοσέλιδο εφημερίδας την επαύριο της τελετής υπογραφής της ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. (29 Μαΐου 1979): «Ταύτιση των πεπρωμένων μας με την Ευρώπη». Μια θεμιτή παράφραση του τίτλου θα μπορούσε να είναι η εξής: «Η πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα και η προοπτική της σύγχρονης Ελλάδας είναι (ή, πρέπει να θεωρηθεί) ταυτόσημη μ’ εκείνη της σημερινής Ευρώπης «. Η πρόταση αυτή είναι το συμπέρασμα το οποίο επιχειρεί να υπαγορεύσει στο κοινό του ο συντάκτης του τίτλου, εκμεταλλευόμενος τις άδηλες προκείμενες που αντιπροσωπεύουν τα δύο θετικά στερεότυπα, αυτό που κρύβεται πίσω από το εγκλειστικό «μας» (δηλαδή η συλλογική συνείδηση των Νεοελλήνων για την ιστορική και πολιτισμική πορεία και συνέχεια του έθνους, συνείδηση που αναγνωρίζει κυρίως συγκλίσεις με την «ιδέα» της Ευρώπης, κι ας ήταν κάποτε οι σχέσεις του Ελληνισμού με τη Δύση αποκλίνουσες ή και εχθρικές) και το στερεότυπο «Ευρώπη», που υπονοεί την πολιτισμικά καταγωγική σχέση της Δύσης με την Αρχαία Ελλάδα αλλά και τις ιδεολογικές και πολιτικές συγγένειες της Νεότερης Ελλάδας με τη Δύση του Διαφωτισμού, των ατομικών δικαιωμάτων και του κοινοβουλευτισμού, κι ας κυριαρχεί από καιρό σε καιρό στη χώρα μας αντιευρωπαϊκή υστερία, όταν ισχυρές μειοψηφίες καπηλεύονται περιστάσεις και υποδεικνύουν τον δρόμο της εθνικής ομφαλοσκοπίας. Αν, λοιπόν, «εμείς», οι ‘Ελληνες, και η «Ευρώπη» είναι αυτό που εξυπακούεται από τα στερεότυπα, τότε οι τύχες των μεν και των δε μοιάζει απόλυτα φυσιολογικό να ταυτίζονται. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στερεότυπα, επειδή συνιστούν ευρύτατες νοητικές κατηγορίες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με τις περιστάσεις ως είδος passepartout, δηλαδή ως αξιολογικά πρίσματα που φωτίζουν την πραγματικότητα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. ‘Ετσι, για παράδειγμα, η «Ευρώπη» σε διαφορετικά πολιτικά συμφραζόμενα θα μετατρέπονταν σε απόλυτα αρνητικό στερεότυπο χωρίς κανένα κίνδυνο παρανόησής του από το κοινό. ‘Ολα αυτά επιβεβαιώνουν πιστεύουμε τον ισχυρισμό μας ότι τα στερεότυπα αποτελούν μέρος της υπόρρητης έκφρασης της ιδεολογίας στην επαγγελματική δημοσιογραφική γλώσσα.

Τα «ακροατήρια» των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν μια φυσιογνωμία ασυνήθιστη σε άλλες περιστάσεις επικοινωνίας. Είναι γενικά πολυπληθή (όπως δηλώνει και ο φαινομενικά αθροιστικός, στην πραγματικότητα όμως βαθιά περιφρονητικός χαρακτηρισμός «μαζική»), ετερόκλητα, μεταβαλλόμενα σε αριθμό και σύνθεση, και ουσιαστικά άγνωστα ως προς την κοινωνική και δημογραφική τους ταυτότηταστους δημοσιογράφους. Στα μάτια των τελευταίων είναι -αν και υπάρχει η δυνατότητα ανάδρασης από μεριάς του κοινού με τη μορφή προσωπικών παρεμβάσεων- δυνητικά «ακροατήρια«, γεγονός που επικαθορίζει την οργάνωση του περιεχομένου, την υφολογική ποικιλία αλλά και τη σημειωτική, δηλαδή την οργάνωση των εικονικών σημείων, κάθε μέσου (κειμ.5). Γι’ αυτό, τα μέσα ενημέρωσης επιδίδονται σε καθημερινό, αληθινά εξοντωτικό αγώνα, με όλα τα γλωσσικά, οπτικά ή ακουστικά μέσα που διαθέτουν, στην προσπάθειά τους να μαντέψουν προθέσεις και προσδοκίες, αρέσκειες και απαρέσκειες, και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών-καταναλωτών. Ωστόσο, το κοινό ενός μέσου ενημέρωσης αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κατασκεύασμα της μαζικής επικοινωνίας και των συμφερόντων που αυτή εξυπηρετεί. Αν όχι τόσο η τηλεθέαση και η ακρόαση ραδιοφώνου, σίγουρα όμως η ανάγνωση εφημερίδας ή περιοδικού είναι κανονικά μοναχική, δηλαδή υπεύθυνη, πράξη, κάτι που σημαίνει ότι η περιγραφή των «ακροατηρίων» είναι λειψή, αν δεν συνυπολογιστεί και η σκοπιά του αποδέκτη: η επιλογή ενός μέσου, η πρόσληψη και η ερμηνεία της ύλης του είναι σε τελική ανάλυση προσωπική υπόθεση. Η κοινωνική, οικονομική και άλλη διαστρωμάτωση (διάβαζε «κατάτμηση») των «ακροατηρίων», που συνεπάγεται εξατομικευμένη θέαση, ακρόαση και ανάγνωση των μηνυμάτων των ΜΜΕ, είναι ο αντίλογος στην υποτιθέμενη παντοδυναμία τους. Η περιπέτεια της πρόσληψης του δημοσιογραφικού λόγου είναι η περιπέτεια της ίδιας της μαζικής επικοινωνίας με το κοινό της.

[Κείμενο 5: Π. Πολίτης. Ο σχεδιασμός των «ακροατηρίων» από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Η μαζική επικοινωνία αφορά ακροατήρια υπό συνεχή διαμόρφωση, είτε ως προς τον πληθυσμό είτε ως προς τη σύνθεσή τους. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ κάθε μέσο έχει τους σκοπούμενους -κατά φύλο, ηλικία ή επάγγελμα- αποδέκτες του [addressees], ταυτόχρονα έχει και, κυρίως, επιδιώκει να έχει ή να προσελκύσει και τους συμπτωματικούς ακροατές [overhearers], θεατές ή αναγνώστες, επειδή κάθε τηλεοπτικό κανάλι, ραδιοφωνικός σταθμός ή εφημερίδα είναι επιχειρήσεις που συντηρούνται οικονομικά από τα «ακροατήριά» τους. Η «σιωπή» του μεγάλου κοινού είναι δίκοπο μαχαίρι για τα ΜΜΕ: αφενός εξασφαλίζει σ’ αυτά μιαν επικοινωνιακή (κάποτε και προπαγανδιστική) δύναμη, που απορρέει από τη μονολογική τους φύση/ λειτουργία και είναι πολλές φορές υπερβάλλουσα με τα μέτρα της δημοκρατίας, και αφετέρου τα αφήνει στο σκοτάδι σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις του κοινού τους, γιατί η ανάδραση στη μαζική επικοινωνία είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Ο τεχνικός όρος σχεδιασμός ακροατηρίου (Bell 1991) αναφέρεται σε «ασκήσεις επί χάρτου» που διεξάγουν συνεχώς τα μέσα ενημέρωσης, για να καταφέρουν (αναπαριστώντας τους ρόλους και τις επικοινωνιακές ανάγκες των αποδεκτών τους) να χειραγωγήσουν αλλά και να αυξήσουν το κοινό τους, ένα κοινό που έχει τόση σχέση με το πραγματικό κοινό όση σχέση έχει η άσκηση επί χάρτου με τον πραγματικό πόλεμο. Οι αποκλίσεις ανάμεσα σ’ ένα δυνητικό και ένα πραγματικό ακροατήριο συχνά εμβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης σε περιπέτειες που κοστίζουν σε απήχηση και κέρδη και όχι σπάνια τα οδηγούν σε επιχειρηματικό αδιέξοδο.

Με δύο τρόπους προσπαθούν τα ΜΜΕ να «σχεδιάσουν το ακροατήριό» τους: ο πρώτος, που επικεντρώνεται στη συμπεριφορά του «ακροατηρίου», είναι οι μετρήσεις προτιμήσεων του κοινού που παραγγέλλουν σε εταιρίες δημοσκοπήσεων για λογαριασμό τους τα ίδια τα μέσα μαζί με τις αυθόρμητες αντιδράσεις που φθάνουν σε μια εφημερίδα από τη στήλη της αλληλογραφίας ή τα τηλεφωνήματα που δέχεται από το κοινό του ένας τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός σταθμός. Οι εκμαιευμένες και οι αυθόρμητες αντιδράσεις του κοινού είναι για κάθε μέσο το βαρόμετρο της μικρότερης ή μεγαλύτερης ανταπόκρισής του, μόνο που ποτέ δεν είναι αρκετές ή αρκούντως αντιπροσωπευτικές, ώστε να μπορέσει να αξιολογήσει με ασφάλεια την αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που στέλνει στο κοινό του. Ο δεύτερος τρόπος σχεδιασμού ακροατηρίου, που επικεντρώνεται στις δημοσιογραφικές και εκδοτικές πρακτικές, άρα έχει αυτονόητο γλωσσικό ενδιαφέρον, συνδέεται με τη μορφολογία (δηλαδή το ύφος), τη θεματική και, γενικά, την ταυτότητα ενός εντύπου ή ενός καναλιού.

Είναι σχηματικός αλλά όχι παραμορφωτικός ο διαχωρισμός των μέσων ενημέρωσης σε «έγκυρα» και «λαϊκά»: τα πρώτα σχεδιάζονται για μάλλον απαιτητικά «ακροατήρια», αφού στοχεύουν κυρίως τον homopoliticus, πριμοδοτούν την πληροφόρηση και όχι το διασκεδαστικό στοιχείο, χωρίς να παραμελούν την ψυχαγωγία (με την έννοια του ελεύθερου παιχνιδιού ή της αναστροφής με την τέχνη), αποφεύγουν θέματα που απευθύνονται στο θυμικό και τα πάθη των ανθρώπων, ενδιαφέρονται για μείζονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, χαρακτηρίζονται από καλώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό, προτιμούν μια υψηλή ποικιλία ύφους και, γενικά, επιζητούν ενεργητικούς, συμμετοχικούς δέκτες. Τα δεύτερα σχεδιάζονται για λιγότερο απαιτητικά «ακροατήρια», αφού στοχεύουν σε κοινό που καταναλώνει πληροφορίες και αγαθά με αλλοτριωμένη (δηλαδή, ψευδή) συνείδηση. Το στοιχείο της διασκέδασης με τη μορφή της γαργαλιστικής θεματολογίας και γραφής και η κυριαρχία της εικόνας ως τεκμηρίου ή διαφήμισης τίθενται στην υπηρεσία της καταγοήτευσης ακροατών ή αναγνωστών που επιλέγουν τον ρόλο του θεατή των δρωμένων. Και μια καταληκτική παρατήρηση: παρά την εγνωσμένη αποτελεσματικότητά τους η «έγκυρη» και η «λαϊκή» δημοσιογραφία δεν κατασκευάζουν «ακροατήρια», προτείνουν «μόδες» υπό συνεχή αναθεώρηση. ]

Η περιοδικότητα της ενημέρωσης είναι ο τελευταίος ρυθμιστικός της μαζικής επικοινωνίας παράγοντας που εξετάζουμε. Περιοδικότητα σημαίνει δύο πράγματα: ότι κάθε μέσο ενημέρωσης είναι υποχρεωμένο να κινείται στη διάσταση του γραμμικού χρόνου των καθημερινών γεγονότων, να «παρακολουθεί την επικαιρότητα», και ότι δεσμεύεται από τη συχνότητα με την οποία αποστέλλει στο κοινό του καινούρια μηνύματα. Τα έγχρονα μέσα (ραδιόφωνο, τηλεόραση) υπερτερούν έναντι του τύπου σε σχέση με την περιοδικότητα για λόγους προφανείς (τεχνικούς). Αλλά αυτό δεν είναι το κυριότερο: η περιοδικότητα συνδέεται με τις συνήθειες και τις προτιμήσεις που αναπτύσσει το κοινό για την ποιότητα, την ποσότητα και την ταχύτητα των πληροφοριών που δέχεται. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο εθίζουν τους θεατές/ ακροατές τους σε λίγες, εντυπωσιαστικές και ταχύτατα μεταδιδόμενες πληροφορίες-συμβάντα, που τους οδηγούν στο να βιώνουν ένα παρόν χωρίς διάρκεια και σύνδεση με το παρελθόν, το οποίο είναι έτοιμο να δώσει τη θέση του σε πολυάριθμα παρόμοια στιγμιαία «παρόντα» της επικαιρότητας του μέλλοντος. Αυτός ο κατατεμαχισμός του χρόνου είναι μικρότερος στον τύπο, όπου η ανάγκη σχολιασμού των γεγονότων επιτρέπει το καταστάλαγμά τους, το τόσο χρήσιμο για την κατανόηση της πραγματικότητας και των αλλαγών της. Η περιοδικότητα, τέλος, έχει επιπτώσεις και στη γλώσσα των μέσων: ο ασθμαίνων, ελλειπτικός και υποδηλωτικός, συνθηματολογικός και έντονα συναισθηματικός, σύμμετρος με τον ταχύτατα εκφερόμενο λόγο της καθημερινής συνομιλίας λόγος των έγχρονων μέσων αντιπαρατίθεται στον άνετο, πληθωρικό, επεξεργασμένο με προσοχή, λεπτομερειακό και αποδεικτικό λόγο του τύπου.]

Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν είδος εισαγωγής στο ζήτημα της «γλώσσας των μέσων μαζικής ενημέρωσης«. Υπάρχει, πράγματι, διακριτή ποικιλία ύφους [register] που να χαρακτηρίζει το σύνολο της δημοσιογραφικής γλώσσας -έστω της επαγγελματικής; Μπορούμε να μιλούμε για δημοσιογραφικό ύφος [journalese] άμεσα αναγνωρίσιμο από τους αποδέκτες των ΜΜΕ; Απάντηση σε τέτοια και παρόμοια ερωτήματα επιχείρησαν να δώσουν παλιότερες γλωσσολογικές εργασίες, που υποχρεώθηκαν καταρχήν να ταξινομήσουν τα είδη δημοσιογραφικών κειμένων και εν συνεχεία να επιλέξουν εκείνα που συνδέονται με την ειδησεογραφία (το κατεξοχήν αντικείμενο της δημοσιογραφίας): πρωτίστως την ειδησεογραφία την ίδια [newsreporting] και δευτερευόντως την πολιτική αρθρογραφία [presseditorials] και το πολιτικό ρεπορτάζ [pressreportage] μεταξύ των γραπτών ειδών, και τη συνέντευξη [interview] ή τα «στρογγυλά τραπέζια» [paneldiscussions] μεταξύ των προφορικών ειδών, αναγνωρίζοντας παράλληλα δύο πράγματα: πρώτον, ότι πρέπει να οριοθετήσουμε τη «δημοσιογραφική γλώσσα» αποκλείοντας είδη κειμένων με υβριδική γραμματειακή ταυτότητα, όπως το δοκίμιο, και αδιάφορα προς την επικαιρότητα, όπως το επιστημονικό άρθρο -κι ας φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες και περιοδικά· και, δεύτερον, ότι ο περιληπτικός χαρακτηρισμός «δημοσιογραφική γλώσσα» δεν ορίζει μιαν αυστηρά προσδιορισμένη ποικιλία ύφους, που να μπορεί να αντιδιασταλεί προς άλλες γνωστές (θεολογική, νομική κ.ά.)(κειμ.6), επειδή η γλώσσα των επαγγελματιών δημοσιογράφων είναι υποχρεωτικά εκλεκτικιστική, καθώς υπαγορεύεται από την παράδοση κάθε είδους κειμένου χωριστά, παράδοση που με τη σειρά της προσδιορίζεται από ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. ‘Αρα, ο όρος γλώσσα των ΜΜΕ [medialanguage] είναι λιγότερο υφολογικός και περισσότερο τυπολογικός χαρακτηρισμός του «σκληρού πυρήνα» των κειμένων της επαγγελματικής δημοσιογραφίας, η οποία, όπως προαναφέραμε, ενδιαφέρεται κυρίως για τη μετάδοση και τον σχολιασμό των ειδήσεων.

[Κείμενο 6: Π. Πολίτης. ‘Εχει η επαγγελματική δημοσιογραφική γλώσσα ως σύνολο γλωσσικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από άλλες γλωσσικές ποικιλίες;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σε γενικές γραμμές αρνητική, ακόμη κι αν εξαιρέσουμε από το πεδίο του δημοσιογραφικού λόγου είδη κειμένων με δηλωμένες προτιμήσεις λογοτεχνικές, όπως το χρονογράφημα και η επιφυλλίδα, ή αυτοβιογραφικές, όπως τα προσωπικά σχόλια, ή, ακόμη, αποδεικτικές, όπως οι δημοσιογραφικές έρευνες, και συγκεντρώσουμε την προσοχή μας αποκλειστικά σε τυπικά δημοσιογραφικά κείμενα (προφορικά ή γραπτά, διαλογικά ή μονολογικά), που αναπαριστούν και σχολιάζουν την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα, όπως οι ειδήσεις, τα ρεπορτάζ, τα πολιτικά άρθρα, οι συνεντεύξεις και τα πάνελ (Crystal& Davy 1969). Οι μέχρι τώρα υφολογικές και υφομετρικές έρευνες, που μελέτησαν όψεις του λεξιλογίου και ορισμένες συντακτικές δομές δημοσιογραφικών κειμένων, δεν έδειξαν σημαντικές αποκλίσεις της επαγγελματικής δημοσιογραφικής γλώσσας (ως συνόλου) είτε από την κυρίαρχη γλωσσική ποικιλία είτε από άλλες ποικιλίες, όπως αυτή του επιστημονικού λόγου ή του λόγου πειθούς. Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις, ότι είδη κειμένων με διακριτούς στόχους και θεμελιώδεις λειτουργίες στο πεδίο της μαζικής επικοινωνίας (ενημέρωση για τα δρώμενα από πρωτογενείς ή δευτερογενείς πηγές/ σχολιασμός των γεγονότων από πρόσωπα με αυξημένη πολιτική ή κοινωνική δύναμη, ή δημοσιογράφους) τείνουν να διαμορφώσουν ένα αναγνωρίσιμο γλωσσικό «ιδίωμα». Παραδείγματα αποτελούν η πολιτική ειδησεογραφία (Jucker 1992), ο σχολιασμός αθλητικών γεγονότων (Ghadessy 1988), οι συνεντεύξεις (Jucker 1986) και τα talkshows (Penz 1996). Παρά τις ιδιαιτερότητες της δημοσιογραφικής παράδοσης μιας χώρας, το προσωπικό στιλ των δημοσιογράφων, το διαφορετικό προφίλ των διαφόρων μέσων ενημέρωσης ή τα «ακροατήρια» που συνεχώς μεταβάλλονται, είδη κειμένων όπως τα παραπάνω φαίνεται να διαθέτουν διαφορικά δομικά, υφολογικά ή συμφραστικά γνωρίσματα. ]

Οι μελέτες που κινούνται στο πλαίσιο της παραδοσιακής υφολογίας εξετάζουν, μέσα από μια τυπικά περιγραφική οπτική, κυρίως τη σύνταξη και το λεξιλόγιο και -σε μικρότερο βαθμό- τη φωνολογία, τη μορφολογία ή τον επιτονισμό και τη στίξη ειδησεογραφικών και σχολιαστικών κειμένων. Συχνά, μάλιστα, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στους τίτλους της πρώτης σελίδας των εφημερίδων [headlines] ή τις περιλήψεις που ανοίγουν τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, το «σήμα κατατεθέν » της σύγχρονης δημοσιογραφίας..(κειμ.7)

[Κείμενο 7: Π. Πολίτης. Η λειτουργία των τίτλων [headlines] στον τύπο και την τηλεόραση.

Εδώ και δεκαετίες έχει παρατηρηθεί ότι η πρώτη σελίδα των εφημερίδων δεν πληροφορεί απλώς τους αναγνώστες της για τα «νέα» της ημέρας, τα αναγγέλλει κιόλας «φωναχτά». Αυτό το προσκλητήριο σήμα στηρίζεται στη μορφή και τη γλώσσα των τίτλων, που διαφέρουν από το υπόλοιπο σώμα της εφημερίδας -σ’ αυτή τη διαπίστωση συγκλίνουν όλοι οι μελετητές της γλώσσας των πρωτοσέλιδων (βλ. ενδεικτικά Mardh 1980· Iarovici & Amel 1989· Thogmartin 1991· Mäkelä 1993). Επειδή οι εφημερίδες επιδιώκουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των δυνητικών αναγνωστών τους, να τους οδηγήσουν δηλαδή στην ανάγνωση και των εσωτερικών σελίδων, οικονομούν τις σημαντικότερες ειδήσεις με γλώσσα υφολογικά σημαδεμένη (ελλειπτικές προτάσεις, καθημερινό και «λαϊκό» λεξιλόγιο που μεταδίδει τον τόνο της οικειότητας, υποδηλώσεις που εύκολα αναγνωρίζονται από το αναγνωστικό κοινό, μεταφορές και μετωνυμίες, μη δηλωτικές γλωσσικές πράξεις, όπως ερωτήσεις, προτροπές και αναφωνήσεις, κλπ,) και σημειωτικά πριμοδοτημένη (κεφαλαία και έντονα στοιχεία, εμβληματική χρήση των λέξεων, ρητορική χρήση της στίξης, σύμπλεξη του λόγου με την εικόνα κλπ). ‘Ετσι, οι τίτλοι μπορούν να θεωρηθούν ταυτόχρονα είδος κειμένου -ίσως το ευκολότερα αναγνωρίσιμο ανάμεσα στα δημοσιογραφικά-, αφού τα γλωσσικά χαρακτηριστικά τους αποκλίνουν και από την κυρίαρχη νόρμα αλλά και από το «ιδίωμα» των εσωτερικών σελίδων της εφημερίδας, και μετα-κείμενο, αφού συνοψίζουν και σχολιάζουν το κείμενο ή τα κείμενα που ακολουθούν.

Στην εποχή μας έχει συντελεστεί ένας βαθμιαίος μετασχηματισμός της μορφής (κυρίως) αλλά και της γλώσσας των τίτλων. Η προώθηση οικονομικών αγαθών από τα ΜΜΕ, που μεταφράζεται σε αύξηση της ποσότητας και της επιρροής της εικόνας (διαφημιστικής και μη) πάνω στο κείμενο, είχε επιπτώσεις και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η παλαιότερη διάκριση των τίτλων σε τίτλους που πληροφορούν, δηλαδή εισάγουν άμεσα τον αναγνώστη στη θεματολογία του εντύπου, (και συνεπώς προτιμούνται από τις «έγκυρες» εφημερίδες και περιοδικά) και τίτλους που διασκεδάζουν, δηλαδή παρελκύουν τον αναγνώστη σοκάροντάς τον ευχάριστα, (και συνεπώς προτιμούνται από τις «λαϊκές» εφημερίδες και περιοδικά) έχει εν μέρει ανατραπεί: όλα τα έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας, «έγκυρα» και μη, υποκύπτουν εύκολα στον πειρασμό της συναισθηματικής χρήσης των τίτλων και της παραχώρησης όλο και περισσότερου χώρου στην εικόνα, που είναι άλλοτε συμμαχική προς τον λόγο και άλλοτε κυριαρχική πάνω του. Το συμπέρασμα είναι ότι στο πεδίο της πρώτης σελίδας το πληροφοριακό στοιχείο του τύπου φαίνεται να στενάζει κάτω από την πίεση του διασκεδαστικού στοιχείου, που υπηρετεί όχι μόνο πρακτικά (αναγγέλλοντας προϊόντα και υπηρεσίες) αλλά και ιδεολογικά τα μέσα ενημέρωσης-οικονομικές επιχειρήσεις. Αξιοσημείωτο είναι και το σχετικά πρόσφατο (στην Ελλάδα) φαινόμενο της χρήσης τίτλων στις τηλεοπτικές ειδήσεις: η τηλεόραση, μετά από αγώνα δεκαετιών να οπτικοποιήσει τα γεγονότα, προκειμένου να πείθουν αυτά τα ίδια για την αλήθεια τους και να προσλαμβάνονται από τους θεατές πιο ευχάριστα, μοιάζει να επιστρέφει στον λόγο. Μόνο που οι τίτλοι των τηλεοπτικών ειδήσεων δεν αποτελούν δυστυχώς κριτικά σχόλια αλλά σφραγίδες που εντυπώνονται (με την επίμονη προβολή τους) στο υποσυνείδητο των θεατών χειραγωγώντας τους προς αντιλήψεις στερεοτυπικές και αξίες όπως αυτές που αναπαράγουν οι τίτλοι-κράχτες της έντυπης δημοσιογραφίας.]

‘Ετσι, σε ό,τι αφορά τη σύνταξη, φαινόμενα με σχετικά υψηλή συχνότητα εμφάνισης (ιδιαίτερα στον τύπο) θεωρήθηκαν:

η αντιστροφή της σειράς ΥποκείμενοΡήμα, που σε γλώσσες όπως η νέα ελληνική δεν είναι η πλέον αναμενόμενη και χρησιμοποιείται για να προβληθεί η καινούρια πληροφορία μιας πρότασης (Σκληραίνει η στάση των Σκοπίων για το όνομα

η πρόταξη επιρρηματικών, που φέρνει στο προσκήνιο συστατικά της καινούργιας πληροφορίας, όπως ο χώρος ή ο χρόνος των συμβάντων (Έως τις 6.00 σήμερα τα καταστήματα

η εκτεταμένη χρήση τροποποιητών (προσδιορισμών) πριν ή μετά την κεφαλή μιας ονοματικής φράσης (ουσιαστικό) και, μάλιστα, αξιολογικών επιθέτων, που φορτίζουν συναισθηματικά τον λόγο (Ιδιαίτερα ευνοϊκό κλίμα στην οικονομία

η παθητικοποίηση, σύνταξη που εναρμονίζεται με το τυπικό, επίσημο και απρόσωπο ύφος, το οποίο συχνά υιοθετούν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, κατεξοχήν στους τίτλους (Η διαφορά 3% θεωρείται ασφαλής από τους νικητές και ανατρέψιμη από τους ηττημένους

η ονοματοποίηση, δηλαδή η μετατροπή μιας ρηματικής φράσης σε ονοματική, όπου το ρήμα έχει αντικατασταθεί από ομόρριζο μεταβατικό ουσιαστικό (εξοικονομώ ενέργεια –> εξοικονόμηση ενέργειας), σύνταξη που επίσης χρησιμοποιείται ως στρατηγική υψηλού ύφους·

οι ελλειπτικές δομές (για παράδειγμα, η παράλειψη του άρθρου ή του ρήματος της πρότασης), που κυριαρχούν στους τίτλους των ειδήσεων (Δολάριο: σήμερα τα επιτόκια) και έλκουν την καταγωγή τους από τη λαϊκίζουσα δημοσιογραφία, η οποία καθιέρωσε ένα λόγο συνθηματολογικό και υπαινικτικό, κλπ.

Στο επίπεδο του λεξιλογίου χαρακτηριστικά φαινόμενα θεωρήθηκαν:

το πλήθος νέων και ασυνήθιστων συνθέτων-ζευγών (τιμές-φωτιά, τιμολόγιο-μαϊμού, στροφήκαρμανιόλα

το πλήθος των αξιολογικών επιθέτων που λειτουργούν ως ποιοτικά υπερθετικά (ανελέητος, πύρινος, αδιανόητος, σατανικός, εφιαλτικός

η προτίμηση σε εκφραστικά κλισέ (Ένα βήμα πριν από…, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να…, ραγδαίες εξελίξεις σε…

ο εκτεταμένος δανεισμός ιδιαίτερα από την αγγλική (δάνεια μεταφραστικά, όπως κλωνοποίηση, ή δάνεια αναφομοίωτα, όπως θρίλερ, debate

η επιμονή στο τεχνικό λεξιλόγιο (για παράδειγμα της οικονομίας, υποτίμηση, διολίσθηση, μετοχοποίηση, κεφαλαιοποίηση

οι μεταφορές (Το πόρισμα της επιτροπής καίει τον Χ, ανάχωμα στην ανηθικότητα, τα θύματα της φτώχειας

η μίμηση της άτυπης καθημερινής γλώσσας (Μαγειρεύει μεταθέσεις το Υπουργείο, τα βρήκαν τελικά οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών) αλλά και η πομπώδης γλώσσα (Αλώβητη εξέρχεται η οικονομία, το Έθνος θρηνεί τον θάνατο του μεγάλου ηγέτη του

ένα μεγάλο φάσμα λέξεων που εισάγουν παραθέματα ή αφηγήσεις (είπε, επανέλαβε, δήλωσε, ομολόγησε) κλπ.

Το πρόβλημα είναι ότι και οι πιο φιλόδοξες από τις εργασίες με περιγραφικό προσανατολισμό δεν κατάφεραν να οδηγηθούν σε μια σύνθεση σχετικά με την ταυτότητα της «δημοσιογραφικής γλώσσας». Συνεισέφεραν, πάντως, στην κριτική αντιμετώπιση της φιλολογίας που σχετίζεται με «τη γλώσσα των ΜΜΕ» και έδειξαν τον κατακερματισμό της όχι μόνο σε σχέση με τα διάφορα είδη δημοσιογραφικών κειμένων, αλλά και σε σχέση με τη δημοσιογραφική παράδοση και τη γλώσσα μιας χώρας, τη διάκριση των μέσων σε «λαϊκά» και «σοβαρά» (τα πρώτα πλειοδοτούν υπέρ του στοιχείου της διασκέδασης, ενώ τα δεύτερα υπέρ εκείνου της πληροφόρησης), τον βαθμό ιδεολογικής στράτευσης του μέσου ή χειραγώγησης του κοινού του, τον εθνικό ή τοπικό χαρακτήρα του μέσου, το αδιαφοροποίητο ή ειδικό «ακροατήριο» στο οποίο απευθύνεται ένα μέσο ή, ακόμη, το ιδιόλεκτο κάθε δημοσιογράφου.

Τα αδιέξοδα της υφολογικής προσέγγισης της «δημοσιογραφικής γλώσσας» επιχείρησε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, να υπερβεί η Κριτική Γλωσσολογία και αργότερα η Kριτική Aνάλυση Λόγου, δύο τάσεις που συνδυάζουν τα πορίσματα της Λειτουργικής Γλωσσολογίας του Halliday με μια δηλωμένη ιδεολογική ανάγνωση του λόγου των ΜΜΕ, δηλαδή μια προσπάθεια να έρθουν στο φως -με στόχο τη διαμόρφωση αναγνωστικής συνείδησης από το κοινό- οι γλωσσικές επιλογές μέσω των οποίων αναπαριστάται (ωραιοποιείται, εξιδανικεύεται, παραποιείται ή συσκοτίζεται) η κοινωνική πραγματικότητα στα μέσα ενημέρωσης. ‘Ετσι, η απόκρυψη μέσα στην πρόταση δρώντων (δηλαδή υπεύθυνων για ανεπιθύμητα γεγονότα) προσώπων με την παθητικοποίηση και την ονοματοποίηση, η σκόπιμη προβολή δρώντων προσώπων (για λόγους ιδεολογικής συμπάθειας) με την έμφαση ή τη χρήση αξιολογικών προσδιοριστικών, η αντίστοιχη απόκρυψη ή προβολή συμβάντων και καταστάσεων με την επιλογή κατάλληλων (ας πούμε, μεταβατικών) ρημάτων, η εκμετάλλευση των τροπικοτήτων -αφενός της επιστημικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το αβέβαιο, το πιθανό ή το αμφίβολο, και μεταδίδουν στον λόγο τον αέρα της μετριοπάθειας και της διάθεσης για διάλογο (Πιθανολογείται ότι οι λόγοι της παραίτησης του κυβερνητικού εκπροσώπου είναι προσωπικοί), και αφετέρου της δεοντικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το πρέπον, το απαγορευμένο ή το επιτρεπόμενο, και προσφέρονται για την υπαγόρευση κοινωνικών κανόνων και στάσεων (Να αποτραπεί η αναμέτρηση)-, η πυροδότηση της συναισθηματικής σημασίας λέξεων-αξιών, που εύκολα ανακαλούν ψυχολογικούς συνειρμούς στο θυμικό του κοινού, και οι κάθε είδους συνδηλωτικές σημασίες (καθιερωμένες ή πρωτότυπες μεταφορές, προσωποποιήσεις κ.ά.) είναι οι κυριότερες στρατηγικές που μελετήθηκαν, προκειμένου να δειχθεί ότι η γλώσσα των ΜΜΕ είναι «ένοχη», αφού σε συγκεκριμένες χρήσεις της εμπεριέχεται ιδεολογία, δηλαδή ρητή ή (συνήθως) υπόρρητη αναπαράσταση αντικρουόμενων κοσμοειδώλων, που αποδίδουν την ασυμφιλίωτη διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε μιαν ολιγομελή ηγέτιδα τάξη και το πλήθος των κυριαρχούμενων πολιτών -και σε πείσμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η «κριτική» προσέγγιση των ΜΜΕ, παρά τις απλουστευτικές κάποτε αναγωγές γλωσσικών επιλογών σε ιδεολογικές, εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη τάση στον χώρο της ανάλυσης του λόγου των ΜΜΕ.

Τέλος, από τις πλέον πρόσφατες μελέτες στον χώρο αυτό αξίζει να αναφέρει κανείς και εκείνες που αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των προφορικών (δηλαδή συνομιλιακών) ειδών δημοσιογραφικού λόγου και συγκεκριμένα της συνέντευξης, η δομή και το ύφος της οποίας μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο και για παρόμοιες περιστάσεις επικοινωνίας («παράθυρα», «στρογγυλά τραπέζια»). Η μελέτη αυτού του τόσο αντιπροσωπευτικού είδους λόγου, όπου ένας δημοσιογράφος, εκπροσωπώντας υποτίθεται το κοινό της εκπομπής του, συνδιαλέγεται μ’ ένα δημόσιο πρόσωπο και προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες ή εκμυστηρεύσεις για θέματα δηλωμένου ενδιαφέροντος, ανέδειξε ιδιαιτερότητες του λόγου των ΜΜΕ που η μελέτη του γραπτού δημοσιογραφικού λόγου δεν μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια: τον ρόλο των κάθε είδους ερωτήσεων (φατικών, δηλαδή εκείνων που εδραιώνουν ένα κλίμα οικειότητας απαραίτητο για την εκκίνηση μιας συζήτησης, αίτησης ή απαίτησης πληροφοριών, αποσαφήνισης ή επιβεβαίωσης πληροφοριών κ.ά.)· τον ρόλο των απαντήσεων (σαφών ή αμφίσημων, πληροφοριακών ή προσχηματικών)· τις δομές εναλλαγής των ερωτο-αποκρίσεων των δύο συνομιλητών· τη διαχείριση των αναγκών της δημόσιας εικόνας των συνομιλητών (γλωσσική ευγένεια)· τη λειτουργία των διακοπών, των διορθώσεων και των αναδιατυπώσεων, των παύσεων· ακόμη, τη λειτουργία των μορίων που εξυπηρετούν την απρόσκοπτη ροή της συνομιλίας κλπ. Παρά την αδιαφορία τους για τον κοινωνικό και ιδεολογικό προσδιορισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μελέτες που στηρίζονται σε μοντέλα συνομιλιακής ανάλυσης (εθνομεθοδολογία, εθνογραφία της επικοινωνίας) έχουν ρίξει καινούριο φως κυρίως στις πτυχές της οργάνωσης και τους συνομιλιακούς ρόλους που χαρακτηρίζουν συμβάντα λόγου του τύπου της συνέντευξης, που κατακλύζουν πλέον τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας.

[Πηγή: www.greek-language.gr]

ΔΙΟΡΘΩΣΗ- ΕΠΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Χρήση σημείων στίξης


 Στίξη

Στίξη είναι η θέση στιγμών και άλλων σημείων που έχουν ως σκοπό την ευκολότερη κατανόηση του κειμένου. Η στίξη βασίζεται στη σύνταξη και επομένως απαιτεί σκέψη και συντακτική ανάλυση των προτάσεων.

Χωρίς να εξετασθούν λεπτομερώς όλες οι περιπτώσεις στίξεως (εδώ θα ήταν αδύνατον), συνιστάται να ακολουθούνται οι εξής βασικοί κανόνες:

  • Τελεία

Η τελεία στιγμή χωρίζει μέρη του γραπτού λόγου που αποτελούν πλήρες νόημα.

Σημείωση:

Στις υποσημειώσεις βάζουμε πάντα τελεία.

Η τελεία αποφεύγεται σε τίτλους, επιγραφές και επικεφαλίδες.

  • Κόμμα

Το σημείο στίξεως που δυσκολεύει περισσότερο είναι το κόμμα (κόπτω), επειδή η λειτουργία του είναι πολύπλοκη, μερικές φορές φαινομενικά αντιφατική. Εάν τις περισσότερες φορές σε λογοτεχνικά κείμενα η χρήση του κόμματος εξυπηρετεί και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα, σε κείμενα επιστημονικού και διοικητικού χαρακτήρα είναι απαραίτητο να ακολουθούνται οι σχετικοί βασικοί κανόνες.

Το κόμμα χρησιμεύει για να χωρίζονται:

Ι. Μέσα στην πρόταση:

α)Όμοιοι ασύνδετοι όροι, δηλαδή υποκείμενα, αντικείμενα, κατηγορούμενα, προσδιορισμοί κλπ.:

Η επιτροπή για τα δικαιώματα της γυναίκας, η επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων και η επιτροπή αναφορών εξέδωσαν θετική γνωμοδότηση.

Οι βουλευτές εξέτασαν τις εκθέσεις, τις γνωμοδοτήσεις, τις επιστολές και τις ανακοινώσεις.

β)Οι μετοχικές προτάσεις, όταν είναι επεξηγήσεις ή όταν είναι πολύ μεγάλες:

Με τέτοιο τρόπο κυβερνούν, φιμώνοντας τους αντιφρονούντες.

Διαβάζοντας μανιωδώς όλα τα δημιοσιεύματα για το θέμα αυτό, έγινε αυθεντία.

 

Αλλά:

Τρώγοντας έρχεται η όρεξη.

Γράφοντας μαθαίνεις.

γ)Τα ρήματα που έχουν το αυτό υποκείμενο, όταν είναι ασύνδετα, χωρίζονται με κόμμα:

Ο πρόεδρος κάλεσε το προεδρείο σε συνεδρίαση, έστειλε τις προσκλήσεις, διαβίβασε τα σχετικά έγγραφα στα μέλη, έκανε διαβήματα προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τη διευθέτηση του ζητήματος.

δ)Χωρίζονται με κόμματα δύο ή περισσότερα επίθετα που αναφέρονται στο ίδιο ουσιαστικό:

Οι καλοκάγαθοι, εργατικοί, αφιλοκερδείς χωρικοί τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη.

 Όταν όμως το τελευταίο επίθετο αποτελεί με το ουσιαστικό μια έννοια την οποία προσδιορίζει το προηγούμενο επίθετο, τότε τα δύο επίθετα δεν χωρίζονται με κόμμα:

Το μεγάλο πράσινο βιβλίο. Το ψηλό ξύλινο σπίτι.

ε)Χωρίζεται με κόμμα η κλητική προσφώνηση:

Αξιότιμε κύριε, σας εκφράζουμε …

Σου το είχα πει, αγαπητή μου, αλλά δεν το έλαβες υπόψη.

στ)Χωρίζονται με κόμμα τα αρνητικά ή βεβαιωτικά μόρια στην αρχή της πρότασης:

Ναι, θα επιστρέψω γρήγορα.

Όχι, δεν θα σου το πω.

Βέβαια, έχει ήδη γραφεί.

ζ)Χωρίζεται με κόμματα η παράθεση ή η επεξήγηση:

Παρενέβησαν ο κ. Γεωργίου, πρόεδρος της Επιτροπής, ο κ. Νικολάου, αντιπρόεδρος, ο κ.

Βασιλείου, μέλος του προεδρείου.

η)Χωρίζονται με κόμμα οι όροι της πρότασης που συνδέονται με τους συνδέσμους ή, είτε, μήτε, oύτε, όταν είναι περισσότεροι των δύο:

Ούτε ο πρόεδρος, ούτε οι αντιπρόεδροι, ούτε οι κοσμήτορες ήταν παρόντες στη συνεδρίαση.

 

Όταν οι όροι της πρότασης συνδέονται με τους ανωτέρω συνδέσμους, δεν χρειάζεται κόμμα:

Το κείμενο να διαβιβασθεί στην επιτροπή νομικών θεμάτων ή στην επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων.

ΙΙ. Μέσα στην περίοδο:

α)Χωρίζονται με κόμμα οι κύριες αντιθετικές προτάσεις, όταν συνδέονται με αντιθετικούς συνδέσμους:

Εγώ μεν το είπα, αλλά εσύ δεν το έλαβες υπόψη.

Θέλω, μα δεν μπορώ.

 Όταν όμως δεν αντιτίθενται προτάσεις, αλλά η αντίθεση βρίσκεται μέσα σε έναν όρο της προτάσεως, τότε δεν χρειάζεται κόμμα:

Η αντιπροσωπεία που μετέβη στην Αθήνα ήταν ολιγομελής αλλά αποτελεσματικότατη.

β)Χωρίζονται με κόμμα οι δευτερεύουσες προτάσεις, εκτός εάν αποτελούν αντικείμενο ή υποκείμενο ρήματος (απόδοση παλαιού απαρεμφάτου ή κατηγορηματικής μετοχής):

Θέλω να πω.

Χωρίς κόμμα, διότι το «να πω» είναι αντικείμενο του θέλω. Απόδοση του παλαιού απαρεμφάτου («βούλομαι ειπείν»).

Ντρέπομαι να λέω τα ίδια και τα ίδια.[«Να λέω», χωρίς κόμμα, διότι είναι απόδοση κατηγορηματικής μετοχής («αισχύνομαι λέγων»).]

Ελπίζω ότι κατά την προσεχή συνεδρίαση θα ληφθεί επιτέλους μια απόφαση.

Οι αθλητές που αγωνίζονται στο στάδιο είναι Έλληνες.

γ)Οι συμπερασματικές προτάσεις χωρίζονται με κόμμα:

Να ληφθούν μέτρα, ώστε …,

Δεν είναι δειλή, να (= ώστε να) φοβάται το σκοτάδι.

δ)Οι ενδοιαστικές προτάσεις και οι ειδικές, και γενικώς όλες οι δευτερεύουσες προτάσεις, όταν είναι αντικείμενα, δεν χωρίζονται με κόμμα:

Φοβούμαι μήπως δεν έλθει.

Πρόσεχε μην πέσεις.

Της είπαν πως ήρθε.

Είδα ότι δεν το έγραψε ακόμη.

 Όταν όμως δεν είναι αντικείμενα αλλά προσδιορισμοί ή επεξηγήσεις, τότε χωρίζονται με κόμμα:

Του το είπα χίλιες φορές, ότι δεν πρέπει να ντύνεται τόσο ελαφρά.[Η ειδική πρόταση είναι επεξήγηση του αντικειμένου «το».]

Σημείωση:Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τα αποσιωπητικά αντί της συντμήσεως κλπ.

Ότι κυκλοφορεί αυτή η φήμη, είναι γεγονός (= αυτό είναι γεγονός).

Ότι έχει σημειωθεί πλέον σημαντική πρόοδος, κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει (= αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει).

ε)Οι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις δεν χωρίζονται με κόμμα. Είναι συνήθως αντικείμενο του ρήματος:

Τον ρώτησε μήπως θέλει το βιβλίο του.

Τον ρώτησε πότε θα γυρίσει.

Ήθελε να μάθει τι έκρυβε στη βαλίτσα της.

 Όταν οι πλάγιες προτάσεις προηγούνται του ρήματος, εκεί χρειάζεται κόμμα:

Κατά πόσον είναι δυνατόν να σχηματισθεί κυβέρνηση, είναι δύσκολο να λεχθεί σήμερα (= αυτό είναι δύσκολο να λεχθεί σήμερα).

στ)Δεν χωρίζεται με κόμμα το υποκείμενο από το ρήμα, εκτός αν παρεμβάλλεται άλλη πρόταση ή προτάσεις· αν παρεμβάλλεται πρόταση, τότε χρειάζονται δύο κόμματα και όχι ένα. Τα κόμματα έχουν πολλές φορές θέση παρενθέσεως (ποιος διανοήθηκε ποτέ να ανοίξει χωρίς να κλείσει παρένθεση ή το αντίστροφο;):

Ο πρόεδρος πρέπει να λάβει αμέσως απόφαση επί του θέματος αυτού.


Ο πρόεδρος, τόνισε ο κ. Γιαννόπουλος, πρέπει να λάβει αμέσως απόφαση επί του θέματος αυτού.

 
Υπάρχει όμως και άλλη περίπτωση κατά την οποία μπορεί το υποκείμενο «φαινομενικά» να χωρίζεται από το ρήμα. Αυτό συμβαίνει όταν έχουμε πολλά υποκείμενα ασύνδετα: βιβλία, τετράδια, χαρτιά, πένες, μολύβια, ήταν ριγμένα επάνω στο τραπέζι. Όταν τεθεί κόμμα πριν από το ρήμα, υπάρχει συλλογικό, κατά το νοούμενο, υποκείμενο (όλα αυτά) και τα άλλα υποκείμενα αποτελούν την ανάλυση του υποκειμένου αυτού και έχουν έναντι του ρήματος το αυτό βάρος. Η στίξη αυτή δεν είναι, ωστόσο, υποχρεωτική.

 Όταν όμως τεθεί ο σύνδεσμος και μεταξύ του προτελευταίου και του τελευταίου υποκειμένου, δηλαδή πένες και μολύβια, τότε δεν είναι δυνατόν να τεθεί κόμμα πριν από το ρήμα.

ζ)Πολλοί πιστεύουν ότι προ του και δεν τίθεται κόμμα. Αυτό εξαρτάται από τη φύση του συνδέσμου.

 Όταν είναι συνδετικός δεν χρειάζεται ασφαλώς κόμμα. Συνδέει όμοια πράγματα:

Στοιχεία τέτοιου είδους έχουν πολύ σχετική αξία και πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.

 
Όταν όμως, πριν από το και που συνδέει δύο προτάσεις, υπάρχει ένα και που συνδέει δύο όρους της πρώτης πρότασης, το κόμμα συνηθίζεται:

Η επιτροπή εξέτασε το ιστορικό του ζητήματος, τις σχετικές εισηγήσεις και τις απόψεις των ενδιαφερομένων, και εξέδωσε θετική γνωμοδότηση.

 Κόμμα χρησιμοποιείται επίσης πριν από το και όταν υπάρχει μια ασυνέχεια στη ροή του λόγου:

Το χειρόγραφο πρέπει να είναι ευκρινές, και υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό.

Διαβάζει πολλά βιβλία, και τα βιβλία είναι το άλφα και το ωμέγα της γνώσης.

 Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει σχεδόν πάντοτε αλλαγή υποκειμένου και συχνότατα μορφολογική ασυμμετρία των δύο προτάσεων (π.χ. στη σειρά υποκειμένου-ρήματος, στην αναφορά ή μη του υποκειμένου)· αντί του κόμματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί παύλα ή άνω τελεία.

Όταν όμως είναι προσθετικός, τότε απαιτείται κόμμα:

Στις εθνοτικές μειονότητες της Ευρώπης περιλαμβάνονται Βορειοαφρικανοί, και Τσιγγάνοι που έρχονται από τα ανατολικά κράτη.

 Ο προσθετικός σύνδεσμος και μπορεί να αντικατασταθεί από: ακόμη και, καθώς και.

 Υπάρχει και αντιθετικό και προ του οποίου χρειάζεται κόμμα:

Η νομική επιτροπή συνέταξε το έγγραφο, και το παρουσίασε η επιτροπή αναφορών.

(Δηλαδή η μεν νομική επιτροπή συνέταξε το έγγραφο, η δε επιτροπή αναφορών το παρουσίασε.)

η)Η δυσκολότερη όμως περίπτωση είναι η θέση ή μη κόμματος πριν από αναφορική πρόταση που ακολουθεί το υποκείμενο, επειδή η εσφαλμένη χρήση του κόμματος έχει ως αποτέλεσμα βασική λογική αλλοίωση του περιεχομένου του κειμένου:

Τα κράτη μέλη που υπέγραψαν τη σύμβαση καλούνται σε διάσκεψη.

(Η αναφορική πρόταση εδώ αποτελεί άμεσο και αναγκαίο προσδιορισμό του υποκειμένου. Καθορίζει ποια κράτη μέλη καλούνται σε διάσκεψη, δηλαδή όσα κράτη μέλη υπέγραψαν τη σύμβαση καλούνται σε διάσκεψη και όχι όλα.)

Τα κράτη μέλη, που υπέγραψαν τη σύμβαση, καλούνται σε διάσκεψη.

[Εδώ είναι δυνατόν να παραλειφθεί η αναφορική πρόταση χωρίς να αλλοιωθεί ουσιαστικά το νόημα, δηλαδή τα κράτη μέλη (όλα), που όπως γνωρίζουμε υπέγραψαν τη σύμβαση, καλούνται στη διάσκεψη.]

  • Άνω τελεία

Η άνω τελεία χωρίζει κώλα περιόδου, δηλαδή μέρη αυτής που περιέχουν αυτοτελές νόημα, αλλά έχουν οπωσδήποτε σχέση μεταξύ τους:

Η επιτροπή αναφορών εξέτασε 20 έγγραφα: δέκα σχετικά με τη ρύπανση· πέντε σχετικά με την ανεργία· πέντε σχετικά με φορολογικά θέματα.

Μετά την άνω τελεία, αρχίζουμε με μικρό γράμμα.

  • Διπλή τελεία

Χρησιμοποιείται:

  • πριν από λόγια κάποιου που αναφέρονται κατά λέξιν και κλείνονται σε εισαγωγικά, πριν από παροιμίες, γνωμικά, αποσπάσματα συγγραμμάτων, νομικών κειμένων κλπ.:

Ο πρόεδρος τόνισε: «Το ψήφισμα πρέπει οπωσδήποτε να τροποποιηθεί».

  • πριν από μια απαρίθμηση, ερμηνεία, επακόλουθο:

Οι επιτροπές του Κοινοβουλίου είναι: η επιτροπή αναφορών, η επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων, η επιτροπή προϋπολογισμού, η επιτροπή νομικών θεμάτων κλπ.

Η λέξη που ακολουθεί τη διπλή τελεία γράφεται με κεφαλαίο, όταν η διπλή τελεία έχει θέση τελείας, και με μικρό, όταν η φράση που περιέχεται σε εισαγωγικά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προτάσεως.

  • Παρένθεση

Σε παρένθεση κλείνουμε μια λέξη ή φράση που συμπληρώνει ή εξηγεί τα λεγόμενα.

Σε μια πρόταση εντός παρενθέσεως που αποτελεί επεξήγηση ή συνέχεια της προηγούμενης η τελεία μπαίνει μετά την παρένθεση. Αν το κείμενο μέσα στην παρένθεση αρχίζει με κεφαλαίο, η παρένθεση κλείνει μετά την τελεία.

  • Αγκύλες

Όταν σε παρένθετο κείμενο χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί δεύτερη παρένθεση, τότε ως πρώτη παρένθεση χρησιμοποιείται η ορθογώνια παρένθεση ή αγκύλη [ ]:

[βλέπε κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3600/89]

  • Εισαγωγικά

Σε εισαγωγικά κλείνονται λόγοι τρίτων που αναφέρονται αυτολεξεί.

Στην περίπτωση που χρειάζονται εισαγωγικά μέσα στο ήδη σε εισαγωγικά κείμενο, τότε για τα εισαγωγικά αυτά χρησιμοποιούνται τα διπλά κόμματα, ανωφερή (“ ”):

«Σκεφθείτε το “φείδου χρόνου”, αγαπητοί»

Τα εισαγωγικά είναι περιττά σε λέξεις ή παραθέματα που τυπώνονται με χαρακτήρες διαφορετικούς από εκείνους του υπόλοιπου κειμένου.

  • Διπλή παύλα

Με διπλή παύλα απομονώνεται μια λέξη ή φράση που εξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα, όταν θεωρείται τόσο σημαντική, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρένθεση, το δε κλείσιμό της σε κόμματα θα δημιουργούσε ασάφεια. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ παύλας και ενωτικού.

Την εποχή εκείνη ―ήταν τότε που ο άνθρωπος πρωτοπάτησε το πόδι του στο φεγγάρι― οι δυνατότητες της επιστήμης φαίνονταν απεριόριστες.

  • Αποσιωπητικά

Είναι πάντοτε τρεις (και όχι περισσότερες) τελείες:

  • στο τέλος μιας φράσης, δεν αφήνεται διάστημα μεταξύ αυτών και της τελευταίας λέξης.

  • στη θέση ηθελημένης παραλείψεως μιας ή περισσοτέρων λέξεων εντός του κειμένου, βρίσκονται εντός αγκύλης, προηγείται δε και έπεται αυτών κανονικό διάστημα· στην αρχή παραθέματος, βρίσκονται εντός παρενθέσεως και ακολουθούνται πάντοτε από κανονικό διάστημα (διάστημα μεταξύ λέξεων).

Σημείωση:Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τα αποσιωπητικά αντί της συντμήσεως κλπ.

  • Κάθετος

Χρησιμοποιείται κυρίως σε δύο περιπτώσεις: για τις περιόδους εμπορίας και τα ακαδημαϊκά έτη:

η αμπελοοινική περίοδος 1987/88

η ακαδημαϊκή χρονιά 1987/88

η περίοδος εμπορίας 1999/2000

Οι περίοδοι αυτές καλύπτουν μέρος του πρώτου και μέρος του δεύτερου έτους. Στην περίπτωση δύο πλήρων ετών, χρησιμοποιείται ενωτικό (υφέν). Τότε η δεύτερη χρονολογία γράφεται ολόκληρη:

1997-1998

[ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, Διοργανικό εγχειρίδιο σύνταξης κειμένων,Εκδόσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης]

Ο Νεοελληνιστής: Νάνος Βαλαωρίτης,» Άστεγος ο Μέγας «


Νάνος Βαλαωρίτης: Άστεγος ο Μέγας

179817.jpg

«Άστεγος ο Μέγας», Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Ύψιλον.Παράλληλες δράσεις ,εξωτερική και εσωτερική, σφιχταγκαλιάζονται καθώς οι λέξεις ενώνονται σε ένα μίγμα γρήγορης εναλλαγής σκέψης και πράξης.Και στο υπόβαθρο, το συναίσθημα, του ά-στεγου , του ανοχύρωτου ανθρώπου που περιπλανιέται με τις αισθήσεις να ανακαλούν, να δημιουργούν και να απορρίπτουν συνειρμούς. Ένα εξαιρετικό βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη,που διαβάζεται «με μια πνοή» , αλλά μας ακολουθούσε διαρκώς μετά από αυτήν, σαν «βρώμικο άστεγο παιδί» που όλο ξεπηδούσε από τις γωνιές των δρόμων της Αθήνας και μας έκλεινε το μάτι, καλώντας μας στα εγκαίνια ενός αισθητικού και νοητικού βόμβου, που στρατοπέδευσε στο πίσω μέρος του μυαλού μας…

Λία Γκ.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης διαβάζει τη δική του μετάφραση του Ομήρου