download e-books: Κατεβάστε δωρεάν την πλήρη έκδοση του «Λεξικού της Σούδας»


Kaτεβάστε ΔΩΡΕΑΝ την πλήρη έκδοση του «Λεξικού της Σούδας» (εδώ)

Advertisements

Αρχαία Ελληνικά Λυκείου, Συντακτικό: μετατροπή μετοχών σε δευτερεύουσες προτάσεις


ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΜΕΤΟΧΩΝ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Α. ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

Αναλύεται σε δευτερεύουσα αναφορική πρόταση.

α) ´Εναρθρη = δεικτική αντωνυμία (ίδιο γένος, αριθμό και πτώση με τη μετοχή + αναφορική αντωνυμία (στην ονομαστική στο γένος και αριθμό της μετοχής)

β) ´Αναρθρη = αναφορική αντωνυμία (στην ονομαστική στο γένος και αριθμό της μετοχής)

ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

α) προῃρούμην γράφειν οὐ τοὺς ἐξηγουμένους.

προῃρούμην γράφειν οὐκ ἐκείνους οἳ ἐξηγοῦνται.

β) Ποτείδαιαν ἔχουσιν ἐπὶ τῷ ᾿Ισθμῷ οὖσαν.

Ποτείδαιαν ἔχουσιν ἐστι ἐπὶ τῷ ᾿Ισθμῷ.

Β. ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ
Αναλύεται σε δευτερεύουσα πρόταση μόνο όταν εξαρτάται από ρήματα

που σημαίνουν αίσθηση, γνώση, μάθηση, μνήμη, δείξη, αγγελία, έλεγχο και

μεταφράζεται με το ότι.

ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

ὁρῶ τὰ πράγματα δυσκολίαν ἔχοντα.

ὁρῶ ὅτι τὰ πράγματα δυσκολίαν ἔχουσιν.

Γ. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

1) ΧΡΟΝΙΚΗ

Αναλύεται σε δευτερεύουσα χρονική πρόταση.

α) Χρονικός σύνδεσμος + οριστική (πραγματικό)

β) Χρονικός σύνδεσμος + ἂν αορ. (συνήθως) + υποτακτική

(προσδοκώμενο ή αόριστα επαναλαμβανόμενο στο παρόν και μέλλον)

γ) Χρονικός σύνδεσμος + ευκτική

(αόριστα επαναλαμβανόμενο στο παρελθόν ή απλή σκέψη)

ΣΗΜ. Η επιλογή του κατάλληλου συνδέσμου εξαρτάται από τη μορφή της

χρονικής σχέσης μεταξύ της μετοχής και της κύριας πρότασης.

σύγχρονο: ὅτε, ὁπότε, ἐνῷ

προτερόχρονο: ἐπεί, ἐπειδή, ἀφ᾿ οὗ

υστερόχρονο: ἕως, μέχρι

ΧΡΟΝΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

α) ταῦτα εἰπὼν ἐπαύσατο.

ταῦτα ἐπεὶ εἶπεν ἐπαύσατο.

β) τὰς τοῦ πατρὸς προαιρέσεις

ἀναμνησθεὶς ἕξεις παράδειγμα.

τὰς τοῦ πατρὸς προαιρέσεις

ὅταν ἀναμνησθῇς ἕξεις παράδειγμα.

γ) ἀδικεῖν ἐπιχειροῦσιν οὐκ ἐπέτρεπον.

ὁπότε ἀδικεῖν ἐπιχειροῖεν οὐκ ἐπέτρεπον.

2) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ

Αναλύεται σε δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση.

ἐπεί, ἐπειδή, ὅτι, διότι, ὡς + οριστική ή ευκτική του πλαγίου λόγου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

πεπεικὼς ἐμαυτὸν ἀνέστηκα.

ἐπεὶ πέπεικα ἐμαυτὸν ἀνέστηκα.

3) ΤΕΛΙΚΗ

Αναλύεται σε δευτερεύουσα τελική πρόταση.

ἵνα, ὅπως + υποτακτική ή ευκτική πλαγίου λόγου.

ΤΕΛΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

πέμπουσιν εἰς διδασκάλων μαθησομένους γράμματα.

πέμπουσιν εἰς διδασκάλων ἵνα μάθωσι γράμματα.

4) ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ

Αναλύεται σε δευτερεύουσα υποθετική πρόταση.

Η υπόθεση καθορίζεται από τον υποθετικό λόγο που προκύπτει.

ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

εὖ φερομένης τῆς γεωργίας ἔρρωνται καὶ αἱ ἄλλαι τέχναι.

εἰ εὖ φέρεται ἡ γεωργία ἔρρωνται καὶ αἱ ἄλλαι τέχναι.

Λαβόντες ἐπιστάτην πολὺ ἄν διήνεγκαν.

εἰ ἔλαβον ἐπιστάτην πολὺ ἄν διήνεγκαν.

Παραβὰς τις τοὺς νόμους δώσει δίκην.

ἐὰν παραβῇ τις τοὺς νόμους δώσει δίκην.

τοῖς πρώτοις ἀγῶσι σφαλέντες τὴν ἐλπίδα τοῦ φόβου ἔχουσι.

τοῖς πρώτοις ἀγῶσι ἐὰν σφαλῶσι τὴν ἐλπίδα τοῦ φόβου ἔχουσι.

νικῶν μὲν οὐκ ἂν θαυμάζοιο.

εἰ νικῴης μὲν οὐκ ἂν θαυμάζοιο.

χρηστοὺς μὲν ὄντας ἐτίμων.

εἰ μὲν εἶεν χρηστοὶ ἐτίμω


5) ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΗ
Αναλύεται σε δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση.
α) εἰ καὶ + οριστική ή ευκτική, ἂν καὶ + υποτακτική (πραγματικό)
β) καὶ εἰ + οριστική ή ευκτική, καὶ ἂν + υποτακτική για καταφατική κύρια πρόταση

— οὐδ’ εἰ + οριστική ή ευκτική,

οὐδ’ ἂν + υποτακτική για αποφατικήκύρια πρόταση (πιθανό ή αδύνατο)

ΣΗΜ. Η έγκλιση της υπόθεσης εξαρτάται από την απόδοση.

ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ

ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

α) δημοκρατίας οὔσης οὐκ ἔστι παρρησία.

εἰ καὶ ἔστι δημοκρατία οὐκ ἔστι παρρησία.

β) τῶν ἀθλητῶν δὶς τοσαύτην ρώμην λαβόντων οὐδὲν ἂν πλέον γένοιτο τοῖς ἄλλοις.

καὶ εἰ λάβοιεν οἱ ἀθληταὶ δὶς τοσαύτην ρώμην οὐδὲν ἂν πλέον γένοιτο τοῖς ἄλλοις.


6) ΤΡΟΠΙΚΗ
Δεν αναλύεται σε δευτερεύουσα πρόταση.

Αρχαία Ελληνικά Β’Λυκείου: σχήματα λόγου και λεξιλογικά σχόλια «Αντιγόνης»


sxolia_aisthitika.pdf

sxolia_etymologika_leksilogika.pdf

Νέες προσθήκες στη σελίδα του Blog μας «Ο Νεοελληνιστής»


Στη σελίδα μας » Ο Νεοελληνιστής» ( Το Υλικό μας) θα βρείτε ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,καθώς και τις προηγούμενες παρουσιάσεις για Καβάφη και Νάνο Βαλαωρίτη….

Νεοελληνική Λογοτεχνία: η Καβαφική Ειρωνεία


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
«Στιγμές της καβαφικής ειρωνείας»

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα εκφραστικά όπλα του Καβάφη είναι η πανίσχυρη, διαπεραστική ώς το κόκαλο ειρωνεία του. Απασχόλησε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κριτικούς και συγγραφείς του καιρού του, μεταφέρθηκε ως ειδικό αντικείμενο μελέτης στις νεότερες φιλολογικές γενιές και εξακολουθεί να συγκινεί με απαραμείωτη ένταση όσους τον διαβάζουν σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Κάτοχος μιας εξαιρετικά λεπτής όσο και έντονα διαβρωτικής γλώσσας, που αποκτά δραστικότερο χαρακτήρα με τη συνεχή αιώρησή της μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας ή, για να το πω με διαφορετική διατύπωση, μεταξύ λόγιου αναστοχασμού και προφορικής ομιλίας, ο Αλεξανδρινός βρήκε στην ειρωνεία την καλύτερη και την πλέον εμπνευσμένη φλέβα του. Και το περίτεχνο αυτό πνεύμα είχε, τόσο κατά το παρελθόν όσο και στις ημέρες μας, τέτοιο μέγεθος υποδοχής, ώστε συχνά πέρασε στον καθημερινό λόγο με τη μορφή κοινού γνωμικού: υπό τον τύπο μιας αυτονόητης αναφοράς, που όλοι κατανοούν χωρίς δυσκολία μπροστά σε μια κατάσταση η οποία χρήζει άμεσου ειρωνικού σχολιασμού.

Τι ακριβώς, όμως, συμβαίνει με την ειρωνεία του Καβάφη και από πού αντλεί τη δύναμη και την εμβέλειά της; Εντοπισμένη πρωτίστως στα ιστορικά του ποιήματα (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος «Ιστορία» σε μια τόσο υπαινικτική, αμφίσημη και γεμάτη κρυφούς φωτισμούς ποίηση), αποκαλύπτει σε ποικίλες κλίμακες το ηθικό, το πολιτικό, αλλά και το υπαρξιακό του κοσμοείδωλο. Στην επιφάνεια του σπασμένου ή κατά τόπους θολωμένου καθρέφτη, όπου ο Καβάφης προβάλλει τον πολυπρόσωπο θίασό του, καμία ανθρώπινη πράξη και ενέργεια δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη και ακέραια. Σκιές, μισές κινήσεις, πικροί συμβιβασμοί, έλλειψη πίστης, καθώς κι ένας βαθιά ριζωμένος σχετικισμός, που συγχωρεί την τυραννία του φόβου, την ανάγκη της υποχώρησης και τη ματαιότητα της φιλοδοξίας, χωρίς, ωστόσο, την ίδια ώρα, να κλείνει τα μάτια ενώπιόν των συνεπειών τους, προσπερνώντας αβρόχοις ποσίν τους ακρωτηριασμούς με τους οποίους εκ των πραγμάτων σημαδεύουν τη συνείδηση: να, σε πυκνή ανάπτυξη, ένα μεγάλο κομμάτι της καβαφικής ποιητικής σφαίρας μαζί με τα αμετάθετα ζητούμενά της. Ζητούμενα που μόνο με τη συνδρομή του δίβουλου φρονήματος, το οποίο προϋποθέτει η απόσταση της ειρωνείας, μπορεί να πάρουν σάρκα και οστά και να ανθήσουν στην πλήρη τους ένταση. Κι αξίζει, ίσως, τον κόπο να θυμηθούμε εν προκειμένω πως ζωή και τέχνη συμπορεύονται πάντα αξεχώριστα στο πλαίσιο μια τέτοιας έντασης, αποκαλύπτοντας τον άλλοτε αντιθετικό και άλλοτε μοιραία πλησίστιο δεσμό τους.

Το παιχνίδι της εξουσίας και οι λειψές αντιστάσεις
Κι αν στην κεκλιμένη ειρωνική γραμμή του Καβάφη η τέχνη αναγκάζει τον ποιητή να ψάξει, ελλείψει της δικής της πεισματικής άρνησης, άλλες δόξες και αγάπες ή λατρείες («Η σατραπεία»), και δεν διστάζει να τον απειλήσει με παύση πληρωμών μεταθανατίως («Η τράπεζα του μέλλοντος»), να τον σπρώξει σε πλήθος φανφαρόνικα καμώματα για μια παιδεία της οποίας μόνο κατ’ εξαίρεση έχει δεχτεί την επίσκεψη («Φιλέλλην»), όπως και να μειδιάσει με νόημα όταν κάτω από το λοφίο της λογιοσύνης του λάμπει διά της απουσίας της η οποιαδήποτε αλήθεια («Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»), και η ζωή, από τη μεριά της, δεν δείχνει λιγότερο σκληρή και μάταιη. Οι καβαφικοί ήρωες νιώθουν συχνά έτοιμοι να παραδώσουν ψυχή και σώμα χωρίς αντιστάσεις, βυθισμένοι στην απραξία και στην απάθεια («Περιμένοντας τους βαρβάρους»), στήνουν σωστά πανηγύρια γύρω από τα ψέματα της πολιτικής εξουσίας («Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια», «Αλεξανδρινοί βασιλείς»), τρέχουν να υμνολογήσουν όποιον διεφθαρμένο έχει κερδίσει το παιχνίδι («Εν δήμω της Μικράς Ασίας», «Ας φρόντιζαν»), πεθαίνουν από πλήξη όταν φορούν κατάσαρκα το κοστούμι της δημόσιας ισορροπίας («Μεγάλη εορτή του Σωσιβίου»), αισιοδοξούν ανύποπτοι λίγο πριν από το βέβαιο θάνατό τους («Η διορία του Νέρωνος»), προσπαθούν πάση θυσία να αποφύγουν τη δοκιμασία και τη φιλοπονία («Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.»), συντρίβονται υπό το βάρος των ηγεμόνων τους («Ο Δαρείος») και μετέρχονται οιοδήποτε μέσον προκειμένου να επιβιώσουν («Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου»).

Απόσταση από τα δρώμενα
Ο Νάσος Βαγενάς έχει ασφαλώς δίκιο όταν σημειώνει ότι στον καβαφικό στίχο συναντιούνται δύο είδη ειρωνείας: η λεκτική και η δραματική1. Η λεκτική ως αντίθεση του ρηματικού περιεχομένου των λέξεων με τα νοήματα και τα αισθήματα που οι ίδιες σιωπηρώς υποβάλλουν και η δραματική ως αντίθεση (ή και σύγκρουση) της μιας ποιητικής κατάστασης με την άλλη -άλλα πιστεύουν οι ήρωες για τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους κι εντελώς διαφορετική αποδεικνύεται η πραγματικότητα. Ο Καβάφης παίζει αδιάκοπα με την αυταπάτη και την ψευδαίσθηση και η ειρωνική του φαντασία, όπως την ορίζει υπό αυτή την έννοια ο Γιάννης Δάλλας2, δεν είναι τίποτε άλλο από το μέσον που χρησιμοποιεί για να εξασφαλίσει μια ζωτική απόσταση από τα τεκταινόμενα των ποιημάτων του, κρύβοντας από τον αναγνώστη την προσωπική του συμμετοχή στη δραματική τους συνθήκη.

Ακόμη κι όσοι δεν ερεύνησαν και δεν κατόρθωσαν στην εποχή του να εννοήσουν εξ ολοκλήρου την ειρωνική μέθοδο του Καβάφη, πρόλαβαν σε κάθε περίπτωση να καταλάβουν τη σημασία και τη λειτουργία της ποιητικής απόστασης στη δουλειά του. Ο Ε. Μ. Forster (1919) διέκρινε την απομάκρυνσή του από το αντικείμενο3, ο Τέλλος Αγρας (1933) σημείωσε το διχασμό της ποίησής του ανάμεσα σε αντικείμενο και υποκείμενο4, ενώ ο Κ. Θ. Δημαράς (1932) μίλησε για τέχνη της μίμησης5 και για ηθοποιία (και για να υποδυθώ, προφανώς, έναν ρόλο πρέπει να παραμερίσω τον εαυτό μου). Κι αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε και τα σύγχρονα φιλολογικά πορίσματα για τους δεσμούς του Καβάφη, μέσω του Νασρεντίν Χότζα, με τη σατιρική λαϊκή γνωμολογία6, δύσκολα, φαντάζομαι, μπορούμε να αμφιβάλλουμε τόσο για τις προθέσεις όσο και για το αποτέλεσμά του. Αρκεί να κοιτάξουμε ξανά, έστω και τυχαία ή επί τροχάδην, τα ποιήματά του και δεν θα αργήσουμε να μπούμε στο οπτικό πεδίο της πλάγιας όρασής τους: σ’ έναν χώρο όπου κάθε αξία ανεβαίνει σε διπλή ζυγαριά, για να μετρηθεί στο θετικό και στο αρνητικό της πρόσημο, χωρίς, όμως, ποτέ να καταλήγει σ’ ένα παρήγορο και βολικό για όλους ισοζύγιο. Το μοναδικό εκείνο «και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα», που καμία αγωνία δεν καθησυχάζει, βεβαίως, και κανένα αίσθημα ασφάλειας, όπως κι αν το σκεφτούμε, δεν εμπνέει, είναι η εμβληματική κωδικοποίηση του κόσμου που μας κληροδότησε ο Καβάφης: ενός κόσμου που αμφιβάλλει συνεχώς για το οτιδήποτε, χωρίς την παραμικρή οργή και ζέση (ποιος να καταγγείλει ποιον, και για ποιον λόγο), μέσα από ένα σαρδόνιο μόνο και στραβό χαμόγελο.

1. Νάσος Βαγενάς: «Η ειρωνική γλώσσα», «Η Καθημερινή», 23 και 30 Ιανουαρίου 1977, τώρα στην ομότιτλη συλλογή δοκιμίων, που κυκλοφόρησε το 1994 από τη «Στιγμή».
2. Γιάννης Δάλλας: «Ο Καβάφης και η Ιστορία». «Ερμής», 1974.
3. Ε. Μ. Forster: «Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη». Μετάφραση: Γ. Π. Σαββίδης. Στον τόμο «Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη. Επιλογή κριτικών κειμένων». Επιμέλεια: Μιχάλης Πιερής. «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης». Ηράκλειο, 1994.
4. Τέλλος Αγρας: «Γραμματολογικά και άλλα», όπ. π.
5. Κ. Θ. Δημαράς: «Μερικές πηγές της καβαφικής τέχνης», όπ. π.
6. Γιώργος Βελουδής: «Στις ρίζες του Καβάφη», «Το Βήμα», 21 Απριλίου 1982, τώρα στον τόμο «Μονά – Ζυγά. Δέκα νεοελληνικά μελετήματα», που κυκλοφόρησε από τη «Γνώση» το 1992.