Aρχαία Ελληνική Γλώσσα: Σύνταξη Ρημάτων (Α)/ Ancient Hellenic Language: Verb’s Syntax


(Α)

[Σας ζητάμε συγγνώμη για την απουσία των πνευμάτων και της περισπωμένης από τα ρήματα. Σύντομα, θα διορθωθούν.]

Άγαµαι =θαυµάζω

1) άγαµαι τίνα ή τι (αιτ) (σπν. άγαµαι τινι)

αγανακτέω (-ώ)

1) αγανακτώ τινι (δοτ)

2)αγανακτώ + εµπροθ. προσδ. (δοτ.)

 

αγαπάω (-ώ ) =αγαπώ, αρκούµαι

1) αγαπώ τι (αιτ.)

2) αγαπώ τινί (=αρκούµαι σε κάτι ) (δοτ.)

3) αγαπώ + απαρµφ. (αγαπώ έχειν τι = συνηθίζω να έχω κάτι )

αγγέλλω

1)αγγέλλω τι (αιτ.)

2 ) αγγέλλω τινί τι (αιτ. – δοτ. )

3) αγγέλλω τινά + κατηγρ. µτχ. (αγγέλλω τινά ποιούντα τι )

4) αγγέλλω τι + εµπρ. προσδ. (αγγέλλω τι προς τινα )

5) αγγέλλω + ειδική πρόταση

αγείρω = συναθροίζω

1) αγείρω τινά ή τι ( αιτ.)

αγνοέω (-ώ ) = δε γνωρίζω , απατώµαι

1) αγνοώ τινά ή τί ( αιτ.)

2) αγνοώ + ειδική πρόταση ( αγνοώ ότι … .)

3) αγνοώ + κατηγρ. µτχ.

αγορεύω Συνήθως αµετάβατο

 

 

αγω = οδηγώ, φέρω

1)άγω τινα (αιτ)

αγωνίζοµαι = κοπιάζω, πολεµώ

1) αγωνίζοµαι τινί (δοτ )

2) αγωνίζοµαι + εµπροθ. προσδιορισµό ( αγωνίζοµαι περί τινός… .)

3) αγωνίζοµαι + συστοιχο αντικείµενο.

αδικέω(-ώ)

1) αδικώ τινά (αιτ.)

2) αδικώ + κατηγρ. µτχ. ( στη δικαστική γλώσσα)

3) άδικώ τινά τά µέγιστα ( 2 αιτ.)

[σπν] αθροίζω = συναθροίζω , συλλέγω

1) αθροίζω τινά (αιτ.)

αινέω (-ώ) = επαινώ

1) αινώ τινά (αιτ.)

αιρέω (-ώ) = λαµβάνω, συλλαµβάνω, κυριεύω αιρούµαι = εκλέγοµαι ( παθητικό)

1) αιρώ τινά (αιτ.)µεσο 2) αιρούµαι τινά (αιτ.)

2) αιρούµαι + 2 αιτιατικές ( µία κατηγρ. στην άλλη). αίρω = σηκώνω

1) αίρω τινά ή τι (αιτ.).

αισθάνοµαι =
αισθάνοµαι τι (αιτ.)αισθάνοµαι τι (αιτ.)

2) αισθάνοµαι τινός (γεν.) άµεση αίσθηση

3) αισθάνοµαι + ειδική πρόταση

4) αισθάνοµαι + κατηγορ. µετοχή (στο υποκείµενο ή το αντικείµενο) αιτέω (-ώ) = ζητώ να πάρω

 

αιτω

1) αιτώ τινά ή τι (αιτ.)

2) αιτώ τινα τι (2 αιτ.)

3) αιτώ τινα + απαρεµφατο

 

αιτιάοµαι (-ώµαι) = κατηγορώ

1) αιτιώµαι τινά ή τι ( αιτ.)

2) αιτιώµαι τινά τι (2 αιτ.)

3) αιτιώµαι τινά τινός ( αιτιατική + γενική ) ακολουθέω (-ώ) =

1) ακολουθώ τινί (δοτ)

ακούω

1) ακούω τινός ( γεν ) αυτηκοϊα

2) ακούω τινά ή τι ( αιτ.)

3)ακούω τινός τι ( γεν. + αιτ )

4)ακούω + ειδική πρόταση

5) ακούω + κατηγ. µετοχή στο αντικείµενο

6) ακούω τινα + απαρέµφατο

 

ακροάοµαι (-ώµαι) = ακούω, υπακούω, υποτάσσοµαι

1) ακροώµαι τινός ( γεν.)

2) ακροώµαι τι τινός ( αιτ + γεν.)

 

αµαρτάνω = αποτυγχάνω, αστοχώ

1) αµαρτάνω τινός (γεν.)= αποτυγχάνω σε κάτι

2)αµαρτάνω τι (αιτ.) = σφάλλω σε κάτι αµελέω (-ώ)

1) αµελώ τινός (γεν)

2) αµελώ + απαρέµφατο

 

αµύνω = αποµακρύνω, υπερασπίζοµαι , εκδικούµαι

1) αµυνώ τινά τινι ( αιτ. + δοτ.)

2) αµυνώ τινί (δοτ)

3) αµυνώ τινά (αιτ.)

µέσο 4) αµύνοµαι τινά (αιτ.)

 

αµφισβητέω (-ώ) = φιλονικώ , διαφωνώ

1) αµφισβητώ τινί + εµπρ. προσδ, (δοτ)

2) αµφισβητώ τι (αιτ.)

3)αµφισβητώ + ειδ. απαρέµφατο ή ειδική πρόταση. αναγκάζω

1) αναγκάζω τινά + απαρέµφατο (αιτ.)

 

αναλίσκω = δαπανώ , ξοδεύω

1)αναλίσκω τι (αιτ.)

 

ανέχοµαι = υποφέρω , επιτρέπω

1) ανέχοµαι τινός (γεν.)

2) ανέχοµαι τινά (αιτ.)

3) ανέχοµαι + κατηγορ. µετοχή ( στο υποκ. ή το αντικ.) ανοίγω

 

Advertisements

Aρχαία Ελληνικά Γ’ Λυκείου :Πλάτωνα «Πρωταγόρας»/ Plato «Protagoras»


Platon Protagoras

Αρχαία Ελληνικά Α’ Γυμνασίου: Δομή Οδύσσειας


ΡΑΨΩΔΙΕΣ (α – δ)«ΤΗΛΕΜΑΧΕΙΑ»

ΡΑΨΩΔΙΕΣ (ε – μ) «ΦΑΙΑΚΕΙΑ»

ΡΑΨΩΔΙΕΣ (ν – ω) Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Υποκατηγορίες :

ΡΑΨΩΔΙΑ χ: Μνηστηροφονία

ΡΑΨΩΔΙΕΣ ε- μ: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗ ΣΧΕΡΙΑ (ε – θ)

ΑΠΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (ι – μ)

Ετυμολογία της λέξης «ψυχή»/ «Psyche’s» etymology- Φιλοσοφικές θεωρίες για την Αρχή των Όντων


» η ψυχή» ( θηλυκό ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας)< προέρχεται από το ρήμα «ψύχω»=πνέω, φυσώ (διαφορετικό από το ομώνυμό του ρήμα «ψύχω»= παγώνω, ψυχραίνω). «Ψυχή» σήμαινε αρχικά «ανάσα, πνοή». Η βασική σημασία της λέξης στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, τους Αρχαίους Έλληνους Τραγικούς , αλλά και στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι : ο άνθρωπος ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ολόκληρο το «είναι» του ανθρώπου.

υχή ψυχή, ἡ
(/lουσ/l.)· [ψύχω], πνοή ως σημείο ζωής, πνοή, ζωή || η ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου (σε αντίθ. με το σώμα) || αυτός που έχει ψυχή, ο άνθρωπος || η ψυχή ως έδρα επιθυμιών και παθών || καρδιά || όρεξη, πόθος, ορμή || η ψυχή ως όργανο του νου, κρίση, νοημοσύνη, νους || ψυχή ᾿Ορέστου· ο Ορέστης || ἡ ἐμή ψυχή· εγώ, ψυχαί· άνθρωποι || ὦ μελέα ψυχή· δυστυχισμένο πλάσμα || ἐκ τῆς ψυχῆς· από καρδιάς || πεταλούδα || παράγ. ψυχήιος, ψυχάριον, ψυχίδιον, ψυχικός, ψυχόω.

Επιπλέον, συνδέθηκε με την αρχαία πεποίθηση ότι πρόκειται για άυλη ουσία που κατοικεί στο σώμα και το εγκαταλείπει μετά το θάνατο ( βλπ. έργα Πλάτωνα :Μένων , όπου αναπτύσσεται η θεωρία περί ανάμνησης της ψυχής, Συμπόσιον όπου αναπτύσσεται η θεωρία για τον έρωτα ως κίνηση της ψυχής που οδηγεί προς τις Ιδέες) .

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Αναφέρεται στο με ποιον τρόπο μπορεί ο άνθρωπος να αντιληφθεί  τον αισθητό κόσμο και ,από την άλλη, στις Ιδέες ως οντολογική προϋπόθεση για την ύπαρξη του αισθητού κόσμου. O Πλάτωνας, έχοντας ως βασικές αρχές του τη Γνώση και την Αντικειμενική αλήθεια ( το όντως ον),  υποστήριξε ότι τα αντικέίμενα της γνώσης υπήρχαν, περιμένοντας να κατακληθούν από τον άνθρωπο, και ότι σε καμία περίπτωση η Γνώση (οι Ιδέες) δεν πρέπει να ταυτίζονται με τον αισθητό κόσμο. Αντίθετα, οι Ιδέες, τα αντικείμενα της γνώσης κατοικούν σε ένα νοητό κόσμο, που δεν υπόκειται σε χωροχρόνο.  Τις ιδέες αυτές τις ονόμασε και Είδη.

Βασική προϋπόθεση της Θεωρίας των Ιδεών του Πλάτωνα είναι : τα αισθητά πράγματα ( αυτά δηλαδή που τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις) θεωρούνται Ατελή ,και  δε μπορούν από μόνα τους να μας οδηγήσουν στη γνώση του Τέλειου, δηλ. τις Ιδέες.

Σύμφωνα με τονTaylor,από την πρώτη στιγμή της ζωής μας, οι αισθήσεις μας «υπενθυμίζουν» (…) διαρκώς κάτι μη αντιληπτό άμεσα από τις αισθήσεις (δηλαδή τα δεδομένα των αισθήσεων τα συνοδεύει πάντα η εκτίμηση με βάση κάποιο ιδανικό πρότυπο). Άρα η γνωριμία μας με τα ίδια τα πρότυπα πρέπει να ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της λειτουργίας των αισθήσεών μας, προγενέστερο δηλαδή της γέννησής μας».

Στα πλαίσια αυτής της Θεωρίας, ο Πλάτωνας υποστήριξε ( όπως είχαν κάνει άλλοτε και οι Πυθαγόρειοι) ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Θυμίζουμε ότι πίστευε ότι το «είναι » αποτελείται , απλοϊκά διατυπωμένο , από το σώμα ( αισθήσεις, ύλη κλπ.) καιτη ψυχή.  Για τον Πλάτωνα, η Ψυχή συγγενεύει με τις Ιδέες. Για να προσσεγγίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών πρέπει η Ψυχή να απελευθερωθεί από τις αισθήσεις ( άρα και τον αισθητό κόσμο) και το σώμα. Επομένως, η Ψυχή αναδεικνύεται σε «όχημα» δια μέσου του οποίου οδηγούμαστε στις Ιδέες.  Η Ψυχή, λοιπόν, δανείζεται χαρακτηριστικά από το Θείο, το αθάνατο, το άφθαρτο, το αόρατο, ενώ το Σώμα συνδυάζεται με το φθαρτό, το γήινο , το ορατό. Ανάμεσα σε Ψυχή και Σώμα, η Ψυχή αναδεινύεται σε «καπετάνιο » του «είναι», ενώ το σώμα σε πλήρωμα που υπακούει στις εντολές της ψυχής.

Άλλη απόδειξη τηε θεωρίας των ιδεών αποτελεί το γεγονός ότι ο κόσμος που γνωρίζουμε  αποτελείται από αντιθέσεις ή αντίθετες έννοιες και δυνάμεις των οποίων η   σύνθεση ή η αντίθεση κινεί τη ζωή. ( π.χ . κάτι μεγάλο αποτελείται από πολλά μικρότερα ή η ζωή και ο θάνατος).

Στο έργο του Μένων ,  ο Πλάτωνας παρέθεσε ένα μύθο σύμφωνα με  τον οποίο, η ανθρώπινη ψυχή πριν ενσωματωθεί γνώρισε τις ιδέες στην καθαρότητά τους. Με την είσοδό της, όμως, στο σώμα και την υποταγή της στους φυσικούς νόμους, η ψυχή λησμόνησε αυτά που γνώριζε. Η απόκτηση γνώσεως σε τούτον τον κόσμο ερμηνεύεται, τελικά, ως διαδικασία αναμνήσεως. Επομένως, τις φυσικές ομοιότητες των πραγμάτων  μπορούν να βοηθήσουν το νου στην προσπάθεια του να ξαναφέρει πίσω την τέλεια γνώση που είχε κάποτε και που τώρα έχει ξεχάσει. Τα αισθητά πράγματα, δηλαδή, προκαλούν μόνο το ερέθισμα για να ανακληθεί στη μνήμη η πρότερη γνώση. Η νόηση, που εδράζεται στην ψυχή, είναι αυτή που οδηγεί στη γνώση των ιδεών, και η γνώση των ιδεών στη γνώση των πραγμάτων.

Θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι ο Πλάτωνας ταύτισε το «Ον» με τις «Ιδέες».

όντα ὄντα, τά

(/lουσ/l.)· [μτχ. ουδ. πληθ. του εἰμί, ὤν, οὖσα, ὄν, βλ.λ.], τα υπάρχοντα τώρα πράγματα || το παρόν σε αντίθεση προς το παρελθόν και το μέλλον || τά ὄντα· η πραγματικότητα, η αλήθεια (αντίθ. τά μή ὄντα) || τά ὄντως ὄντα (φιλοσ. ένν.)· κατά Πλάτωνα, αυτή η ίδια η πραγματικότητα, αλλά και η ιδέα, η πνευματική πραγματικότητα || η ιδιοκτησία, η περιουσία || ὄντως (/lεπίρ/l.)· πράγματι, αληθώς.

Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι :

  • Θαλής ο Μιλήσιος , φυσικός φιλόσοφος , 60ς αι.π.χ. : αρχή των όντων το ύδωρ ( το νερό)
  • Αναξίμανδρος, φυσικός Φιλόσοφος, 611/610- 546/545 π.χ. : αρχή των όντων το άπειρο
  • Αναξιμένης , φυσικός φιλόσοφος , 585-525 π.χ.: αρχή των όντων ο αέρας
  • Πυθαγόρας, ιταλική σχολή φυσικών φιλοσόφων 580-496 π.χ. : πρώτη ουσία των όντων ο αριθμός
  • Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, 570- 470 π.χ. : αρχή των όντων το ανώτατο ον ,ο μέγιστος θεός που βρίσκεται μεταξύ Θεών και Ανθρώπων. Αυτό το ανώτατο ον μένει ακίνητο και κινεί τον κόσμο με τη δύναμή του. Ο κόσμος είναι αιώνιος και αμετάβλητος . Ξενοφάνης, ο εισηγητής του «ενισμού».
  • Παρμενίδης ο Ελεάτης , 540- 470 π.χ. : υπάρχει μόνο ένα ον ,ένα «είναι», που είναι ακίνητο και ευμετάβλητο , δεν έχει αρχή και τέλος και δεν υπόκειται σε κίνηση, γιατί κείται πάντα μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι αγέννητον και ανώλεθρον ( δηλ.δε φθείρεται) και υπάρχει ως ολότητα χωρίς να διασπάται σε γένη. Ο Παρμενίδης, σε αντίθεση με τους φυσικούς φιλοσόφους, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει γένεση των όντων . Το υπέρτατο ον μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο με τη νόηση , ενώ οι αισθήσεις άρα και η φθορά στην οποία τετελεσμένα υπόκεινται , μας παραπλανούν ακριβώς γιατί φθείρονται. Αντικείμενο της γνώσης πρέπει να είναι αυτό το ένα και αναλλοίωτο ον.
  • Ηράκλειτος ο Εφέσιος , 544-584 π.χ. : προτείνει ως αρχή το «συνεχές γίγνεσθαι του κόσμου», η συνεχής αλληλεπίδραση του ενός στοιχείου πάνω στο άλλο. Η αρχή που ρυθμίζει την ενοποίηση των διαφόρων όντων είναι ο Λόγος.
λόγος λόγος, ὁ

(/lουσ/l.)· [λέγω], ο έναρθρος λόγος, με τον οποίο εκφράζεται η ενδιάθετη σκέψη || το λεγόμενο, λαλούμενο (δηλαδή λέξη, λόγος, ομιλία, γλώσσα) || ὡς εἰπεῖν λόγῳ· για να πει κάποιος με συντομία, στους αττ. λόγος, ισχυρισμός· τῷ λόγῳ· με το πρόσχημα, με την πρόφαση || αντίθ. ἔργῳ· πράγματι || ρήση, απόφθεγμα, έκφραση || χρησμός || ρητό, παροιμία, γνωμικό || συζήτηση, συνδιάλεξη || εἰς λόγους ἦλθον· ήρθαν σε διαπραγματεύσεις || είδηση, φήμη, διάδοση· λόγος ἐστί ή λόγος ἔχει· λέγεται, διαδίδεται, φημολογείται || διήγηση, διήγημα, φανταστική ιστορία (μῦθοι τοῦ Αἰσώπου) || (/gπληθ/g.)· διηγήσεις, ιστορικά χρονικά || λόγοι (/gπληθ/g.)· πεζογραφία || (στην Αθήνα)· ρητορική δεινότητα, ευφράδεια, ευγλωττία || δικαίωμα ή άδεια ομιλίας, το προνόμιο του λόγου || λόγον τινί δίδωμι· δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να μιλήσει, παρέχω ακρόαση || το περί ου ο λόγος υποκείμενο, υπόθεση, θέμα || σκέψη, λογικό, δύναμη διανόησης || κατά λόγον· σύμφωνα με τη λογική || λογισμός, περίσκεψη || σκέψη, ιδέα, γνώμη, εκτίμηση, μελέτη, λογαριασμός || λόγου ποιοῦμαί τινα· θεωρώ κάποιον άξιο λόγου, τον εκτιμώ || λόγον τινός ἔχω· λαμβάνω κάποιον υπόψη μου || αντίθ. ἐν οὐδενί λόγῳ ποιοῦμαί τινα· δεν τον λογαριάζω καθόλου || υπολογισμός, λογαριασμός || λόγον δίδωμι· δίνω λογαριασμό || σχέση, αναλογία, συμμετρία || λογική αιτία, δικαιολογία, βάση του λόγου, όρος || ἐπί τῷ λόγῳ ἠ ἐπί τοῖς λόγοις· υπό τον όρο, με τη συμφωνία || ὁ λόγος αἱρεῖ· η λογική υποχρεώνει να δεχτούμε… || στην Κ.Δ. η λ. λόγος περιλαμβάνει τις σημασίες και του έναρθρου λόγου και της λογικής σκέψης || παράγ. λογεῖον, τό· θέση απ’ την οποία μιλά κάποιος || (στο /gαττ/g. θέατρο)· το μπροστινό μέρος της σκηνής όπου βρίσκονταν οι υποκριτές, λογίδιον, τό (υποκορ. του λόγος)· μικρός μύθος ή διήγηση, λογικός, -ή, -όν (/lεπίθ/l.)· όπως και σήμερα, εύλογος, ορθολογικός || αρμόδιος για λογική σκέψη || Λογική, ἡ (ενν. τέχνη)· η Λογική (κλάδος της Φιλοσοφίας), λόγιμος, -η, -ον και -ος, -ον (/lεπίθ/l.)· αξιόλογος, σημαντικός, αξιοσημείωτος, περίφημος || λόγιον, τό· δήλωση, διακήρυξη, αγγελία, χρησμός, ουδ. του λόγιος, λόγιος, -α, -ον (/lεπίθ/l.)· επιτήδειος στους λόγους || (/lουσ/l.)· πεζογράφος, διηγηματογράφος, ιστοριογράφος || εύγλωττος, ευφραδής.

  • Εμπεδοκλής, 495- 435 π.χ. : συνδυασμός Φιλοσοφίας Ιώνων Φυσικώ Φιλοσόφων και φιλοσοφίας Ελεατών. Τέσσερα τα σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία του κόσμου ( φωτιά, αέρας, νερό, γη ) από των οποίων την ανάμειξη και την εναλλαγή προέρχεται και η γένεση των όντων. Για τη δημιουργία των ποικίλων αισθητών μορφών ( π.χ. σώμα ) παρεμβαίνουν δύο αντίθετες μεγάλες δυνάμεις , η Φιλία και το Νείκος.

νείκοςνεῖκος, τό
(/lουσ/l.)· [ρίζα *νεικ-, μάλλον ομόρ. με νίκη], έριδα, φιλονικία, διαμάχη, λογομαχία || κακολογία, εμπαιγμός, μομφή, ψόγος || δικαστικός αγώνας || μάχη, συμπλοκή || ο λόγος της φιλονικίας, η αιτία της έριδας || σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Εμπεδοκλή· νεῖκος και φιλία ήταν οι δημιουργικές δυνάμεις του κόσμου || παράγ. νεικέω -ῶ, ιων. και επ. νεικείω, ιων. πρτ. νείκειον και νεικείεσκον, επ. μέλλ. νεικέσσω, επ. αόρ. νείκεσσα (/lρ/l.)· ερίζω, φιλονικώ, λογομαχώ, διαπληκτίζομαι, μαλώνω || (/lμτβ/l.)· στενοχωρώ, λυπώ, δυσαρεστώ, ενοχλώ || ονειδίζω, επιτιμώ, επιπλήττω, λοιδορώ, κακολογώ, κατηγορώ || αντίθ. ὁμονοέω, συνδιαλλάσσομαι, νεικεστήρ -ῆρος, ὁ· φιλόνικος, εριστικός, γκρινιάρης, καβγατζής, φίλερις, κακολόγος || (/gγεν/g.)· ο διαπληκτιζόμενος με κάποιον.

  • Λεύκιππος, 460 π.χ.-; : ο εισηγητής της θεωρίας των ατόμων και υποστηρικτής της κίνησης ως ανώτατηςαρχής που δημιουργεί τον κόσμο και τις διάφορες μορφές του . Τη θεωρία των ατόμων ανέπτυξε, στη συνέχεια, ο μαθητής του Δημόκριτος ο Αβδηρίτης. Τα άτομα είναι η μικρότερη ποσότητα ύλης, η οποία δε μπορεί να διαιρεθεί περαιτέρω, βίσκονται σε διαρκή κίνηση, είναι άπειρα, αδιαίρετα, αναλλοίωτα καιι αγέννητα. Η δημιουργία των ποιοτήτων που παρατηρούμε στη φύση (π.χ. χρώμα, γεύση, θερμοκρασία κλπ.) είναι αποτέλεσμα των ενώσεων των ατόμων. Ενώσεις προκαλεί η κίνηση. Εισάγει άλλες δύο έννοιες μαζί με την κίνηση, το πλήρες και το κενό.
  • Αναξαγόρας ο Κλαζομενός, 497- 428 π.χ. :θεωρία του Νου.Τίποτε δε γεννιέται και τίποτε δε χάνεται.Η ύλη δεν αποτελείται από τα 4 στοιχεία του Εμπεδοκή, αλλά από ποικίλα σωματίδια. Ο Νους κινεί , δημιουγεί και ρυθμίζει τα πάντα.Απορρίπτει, λοιπόν, τον υλισμό των Φυσικών Φιλοσόφων . Ο Νους οδηγεί στη γένεση των όντων, εξουσιάζει όλα τα όντα, τη φύση, την ιστορία , τον πολιτισμό.

Ο νους = 1.το σύνολο των πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου να αντιλαμβανεται την πραγματικότητα και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της 2. η ικανότητα της σκέψης , το «σκέφθεσθαι» 3. η κριτική ικανότητα

Xρονολογικά, ακολουθούν οι Σοφιστές, για τους οποίους θα κάνουμε λόγο σε άλλο post.

Δήμας Π, «Η φιλοσοφία του Πλάτωνα», στο: Σ. Βιρβιδάκης, κ.ά., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: από την αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000.
Θανασάς, Π. «Φαίδων 96a-102a: Μια φιλοσοφική αυτοβιογραφία». Δευκαλίων, τ. 17 (1999), σ. 5-22.
Taylor A.E., Πλάτων. Ο άνθρωπος και το έργο του, μτφρ. Ι. Αρζόγλου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992

Μαστοράκη Ανδρονίκη

και η ιδία

Αρχαία Ελληνικά Γ’ : Ηθικά Νικομάχεια 1155a3–1159b24


ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1158a1–1159b24 (ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1155a3–1159b24: Τα είδη της φιλίας) Φιλίες που στηρίζονται στην ισότητα και φιλίες που στηρίζονται σε σχέσεις υπεροχή

 

Ἐν δὲ τοῖς
στρυφνοῖς καὶ πρεσβυτικοῖς ἧττον γίνεται ἡ φιλία, ὅσῳ
δυσκολώτεροί εἰσι καὶ ἧττον ταῖς ὁμιλίαις χαίρουσιν· ταῦτα
γὰρ δοκεῖ μάλιστ’ εἶναι φιλικὰ καὶ ποιητικὰ φιλίας. διὸ
(5) νέοι μὲν γίνονται φίλοι ταχύ, πρεσβῦται δ’ οὔ· οὐ γὰρ γί-
νονται φίλοι οἷς ἂν μὴ χαίρωσιν· ὁμοίως δ’ οὐδ’ οἱ στρυ-
φνοί. ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι εὖνοι μέν εἰσιν ἀλλήλοις· βούλονται
γὰρ τἀγαθὰ καὶ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς χρείας· φίλοι δ’ οὐ
πάνυ εἰσὶ διὰ τὸ μὴ συνημερεύειν μηδὲ χαίρειν ἀλλήλοις,
(10) ἃ δὴ μάλιστ’ εἶναι δοκεῖ φιλικά. πολλοῖς δ’ εἶναι φίλον
κατὰ τὴν τελείαν φιλίαν οὐκ ἐνδέχεται, ὥσπερ οὐδ’ ἐρᾶν
πολλῶν ἅμα (ἔοικε γὰρ ὑπερβολῇ, τὸ τοιοῦτο δὲ πρὸς ἕνα
πέφυκε γίνεσθαι)· πολλοὺς δ’ ἅμα τῷ αὐτῷ ἀρέσκειν
σφόδρα οὐ ῥᾴδιον, ἴσως δ’ οὐδ’ ἀγαθοὺς εἶναι. δεῖ δὲ καὶ ἐμ-
(15) πειρίαν λαβεῖν καὶ ἐν συνηθείᾳ γενέσθαι, ὃ παγχάλεπον.
διὰ τὸ χρήσιμον δὲ καὶ τὸ ἡδὺ πολλοῖς ἀρέσκειν ἐνδέχε-
ται· πολλοὶ γὰρ οἱ τοιοῦτοι, καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ αἱ ὑπη-
ρεσίαι. τούτων δὲ μᾶλλον ἔοικε φιλίᾳ ἡ διὰ τὸ ἡδύ, ὅταν
ταὐτὰ ἀπ’ ἀμφοῖν γίνηται καὶ χαίρωσιν ἀλλήλοις ἢ τοῖς
(20) αὐτοῖς, οἷαι τῶν νέων εἰσὶν αἱ φιλίαι· μᾶλλον γὰρ ἐν
ταύταις τὸ ἐλευθέριον. ἡ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ἀγοραίων.
καὶ οἱ μακάριοι δὲ χρησίμων μὲν οὐδὲν δέονται, ἡδέων δέ·
συζῆν μὲν γὰρ βούλονταί τισι, τὸ δὲ λυπηρὸν ὀλίγον μὲν
χρόνον φέρουσιν, συνεχῶς δ’ οὐδεὶς ἂν ὑπομείναι, οὐδ’ αὐτὸ
(25) τὸ ἀγαθόν, εἰ λυπηρὸν αὐτῷ εἴη· διὸ τοὺς φίλους ἡδεῖς ζη-
τοῦσιν. δεῖ δ’ ἴσως καὶ ἀγαθοὺς τοιούτους ὄντας, καὶ ἔτι αὑτοῖς·
οὕτω γὰρ ὑπάρξει αὐτοῖς ὅσα δεῖ τοῖς φίλοις. οἱ δ’ ἐν ταῖς
ἐξουσίαις διῃρημένοις φαίνονται χρῆσθαι τοῖς φίλοις· ἄλλοι
γὰρ αὐτοῖς εἰσὶ χρήσιμοι καὶ ἕτεροι ἡδεῖς, ἄμφω δ’ οἱ αὐτοὶ
(30) οὐ πάνυ· οὔτε γὰρ ἡδεῖς μετ’ ἀρετῆς ζητοῦσιν οὔτε χρησίμους
εἰς τὰ καλά, ἀλλὰ τοὺς μὲν εὐτραπέλους τοῦ ἡδέος ἐφιέμενοι,
τοὺς δὲ δεινοὺς πρᾶξαι τὸ ἐπιταχθέν, ταῦτα δ’ οὐ πάνυ γίνεται
ἐν τῷ αὐτῷ. ἡδὺς δὲ καὶ χρήσιμος ἅμα εἴρηται ὅτι ὁ σπου-
δαῖος· ἀλλ’ ὑπερέχοντι οὐ γίνεται ὁ τοιοῦτος φίλος, ἐὰν μὴ
(35) καὶ τῇ ἀρετῇ ὑπερέχηται· εἰ δὲ μή, οὐκ ἰσάζει ἀνάλογον
ὑπερεχόμενος. οὐ πάνυ δ’ εἰώθασι τοιοῦτοι γίνεσθαι.

 

[1158b] Εἰσὶ δ’ οὖν αἱ εἰρημέναι φιλίαι ἐν ἰσότητι· τὰ γὰρ
αὐτὰ γίνεται ἀπ’ ἀμφοῖν καὶ βούλονται ἀλλήλοις, ἢ ἕτερον
ἀνθ’ ἑτέρου καταλλάττονται, οἷον ἡδονὴν ἀντ’ ὠφελείας·
ὅτι δὲ καὶ ἧττόν εἰσιν αὗται φιλίαι καὶ μένουσιν, εἴ-
(5) ρηται. δοκοῦσι δὲ [καὶ] δι’ ὁμοιότητα καὶ ἀνομοιότητα
ταὐτοῦ εἶναί τε καὶ οὐκ εἶναι φιλίαι· καθ’ ὁμοιότητα γὰρ
τῆς κατ’ ἀρετὴν φαίνονται φιλίαι (ἣ μὲν γὰρ τὸ ἡδὺ ἔχει
ἣ δὲ τὸ χρήσιμον, ταῦτα δ’ ὑπάρχει κἀκείνῃ), τῷ δὲ τὴν
μὲν ἀδιάβλητον καὶ μόνιμον εἶναι, ταύτας δὲ ταχέως
(10) μεταπίπτειν ἄλλοις τε διαφέρειν πολλοῖς, οὐ φαίνονται φι-
λίαι, δι’ ἀνομοιότητα ἐκείνης. Ἕτερον δ’ ἐστὶ φιλίας εἶδος
τὸ καθ’ ὑπεροχήν, οἷον πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ ὅλως πρεσβυ-
τέρῳ πρὸς νεώτερον, ἀνδρί τε πρὸς γυναῖκα καὶ παντὶ ἄρ-
χοντι πρὸς ἀρχόμενον. διαφέρουσι δ’ αὗται καὶ ἀλλήλων·
(15) οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἄρχουσι πρὸς ἀρ-
χομένους, ἀλλ’ οὐδὲ πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ υἱῷ πρὸς πατέρα,
οὐδ’ ἀνδρὶ πρὸς γυναῖκα καὶ γυναικὶ πρὸς ἄνδρα. ἑτέρα
γὰρ ἑκάστου τούτων ἀρετὴ καὶ τὸ ἔργον, ἕτερα δὲ καὶ δι’
ἃ φιλοῦσιν· ἕτεραι οὖν καὶ αἱ φιλήσεις καὶ αἱ φιλίαι.
(20) ταὐτὰ μὲν δὴ οὔτε γίνεται ἑκατέρῳ παρὰ θἀτέρου οὔτε δεῖ
ζητεῖν· ὅταν δὲ γονεῦσι μὲν τέκνα ἀπονέμῃ ἃ δεῖ τοῖς
γεννήσασι, γονεῖς δὲ [υἱέσιν] ἃ δεῖ τοῖς τέκνοις, μόνιμος
ἡ τῶν τοιούτων καὶ ἐπιεικὴς ἔσται φιλία. ἀνάλογον δ’ ἐν
πάσαις ταῖς καθ’ ὑπεροχὴν οὔσαις φιλίαις καὶ τὴν φίλησιν
(25) δεῖ γίνεσθαι, οἷον τὸν ἀμείνω μᾶλλον φιλεῖσθαι ἢ φιλεῖν,
καὶ τὸν ὠφελιμώτερον, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ὁμοίως·
ὅταν γὰρ κατ’ ἀξίαν ἡ φίλησις γίνηται, τότε γίνεταί πως
ἰσότης, ὃ δὴ τῆς φιλίας εἶναι δοκεῖ.

 

Οὐχ ὁμοίως δὲ τὸ ἴσον ἔν τε τοῖς δικαίοις καὶ ἐν τῇ
(30) φιλίᾳ φαίνεται ἔχειν· ἔστι γὰρ ἐν μὲν τοῖς δικαίοις ἴσον
πρώτως τὸ κατ’ ἀξίαν, τὸ δὲ κατὰ ποσὸν δευτέρως, ἐν δὲ
τῇ φιλίᾳ τὸ μὲν κατὰ ποσὸν πρώτως, τὸ δὲ κατ’ ἀξίαν
δευτέρως. δῆλον δ’, ἂν πολὺ διάστημα γένηται ἀρετῆς
ἢ κακίας ἢ εὐπορίας ἤ τινος ἄλλου· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι εἰσὶν
(35) ἀλλ’ οὐδ’ ἀξιοῦσιν. ἐμφανέστατον δὲ τοῦτ’ ἐπὶ τῶν θεῶν·
πλεῖστον γὰρ οὗτοι πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχουσιν. δῆλον δὲ
[1159a] καὶ ἐπὶ τῶν βασιλέων· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἀξιοῦσιν εἶναι φίλοι
οἱ πολὺ καταδεέστεροι, οὐδὲ τοῖς ἀρίστοις ἢ σοφωτάτοις οἱ
μηδενὸς ἄξιοι. ἀκριβὴς μὲν οὖν ἐν τοῖς τοιούτοις οὐκ ἔστιν
ὁρισμός, ἕως τίνος οἱ φίλοι· πολλῶν γὰρ ἀφαιρουμένων ἔτι
(5) μένει, πολὺ δὲ χωρισθέντος, οἷον τοῦ θεοῦ, οὐκέτι. ὅθεν καὶ
ἀπορεῖται, μή ποτ’ οὐ βούλονται οἱ φίλοι τοῖς φίλοις τὰ
μέγιστα τῶν ἀγαθῶν, οἷον θεοὺς εἶναι· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι
ἔσονται αὐτοῖς, οὐδὲ δὴ ἀγαθά· οἱ γὰρ φίλοι ἀγαθά. εἰ
δὴ καλῶς εἴρηται ὅτι ὁ φίλος τῷ φίλῳ βούλεται τἀγαθὰ
(10) ἐκείνου ἕνεκα, μένειν ἂν δέοι οἷός ποτ’ ἐστὶν ἐκεῖνος· ἀνθρώπῳ
δὴ ὄντι βουλήσεται τὰ μέγιστα ἀγαθά. ἴσως δ’ οὐ πάντα·
αὑτῷ γὰρ μάλισθ’ ἕκαστος βούλεται τἀγαθά. Οἱ πολλοὶ
δὲ δοκοῦσι διὰ φιλοτιμίαν βούλεσθαι φιλεῖσθαι μᾶλλον ἢ
φιλεῖν· διὸ φιλοκόλακες οἱ πολλοί· ὑπερεχόμενος γὰρ
(15) φίλος ὁ κόλαξ, ἢ προσποιεῖται τοιοῦτος καὶ μᾶλλον
φιλεῖν ἢ φιλεῖσθαι· τὸ δὲ φιλεῖσθαι ἐγγὺς εἶναι δοκεῖ τοῦ
τιμᾶσθαι, οὗ δὴ οἱ πολλοὶ ἐφίενται. οὐ δι’ αὑτὸ δ’ ἐοίκασιν
αἱρεῖσθαι τὴν τιμήν, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· χαίρουσι
γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις τιμώμενοι
(20) διὰ τὴν ἐλπίδα (οἴονται γὰρ τεύξεσθαι παρ’ αὐτῶν, ἄν του
δέωνται· ὡς δὴ σημείῳ τῆς εὐπαθείας χαίρουσι τῇ τιμῇ)·
οἱ δ’ ὑπὸ τῶν ἐπιεικῶν καὶ εἰδότων ὀρεγόμενοι τιμῆς βε-
βαιῶσαι τὴν οἰκείαν δόξαν ἐφίενται περὶ αὑτῶν· χαίρουσι
δή, ὅτι εἰσὶν ἀγαθοὶ πιστεύοντες τῇ τῶν λεγόντων κρίσει.
(25) τῷ φιλεῖσθαι δὲ καθ’ αὑτὸ χαίρουσιν· διὸ δόξειεν ἂν κρεῖτ-
τον εἶναι τοῦ τιμᾶσθαι, καὶ ἡ φιλία καθ’ αὑτὴν αἱρετὴ
εἶναι. δοκεῖ δ’ ἐν τῷ φιλεῖν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ φιλεῖσθαι
εἶναι. σημεῖον δ’ αἱ μητέρες τῷ φιλεῖν χαίρουσαι· ἔνιαι
γὰρ διδόασι τὰ ἑαυτῶν τρέφεσθαι, καὶ φιλοῦσι μὲν εἰδυῖαι,
(30) ἀντιφιλεῖσθαι δ’ οὐ ζητοῦσιν, ἐὰν ἀμφότερα μὴ ἐνδέχηται,
ἀλλ’ ἱκανὸν αὐταῖς ἔοικεν εἶναι ἐὰν ὁρῶσιν εὖ πράττοντας,
καὶ αὐταὶ φιλοῦσιν αὐτοὺς κἂν ἐκεῖνοι μηδὲν ὧν μητρὶ προσ-
ήκει ἀπονέμωσι διὰ τὴν ἄγνοιαν. μᾶλλον δὲ τῆς φιλίας
οὔσης ἐν τῷ φιλεῖν, καὶ τῶν φιλοφίλων ἐπαινουμένων, φίλων
(35) ἀρετὴ τὸ φιλεῖν ἔοικεν, ὥστ’ ἐν οἷς τοῦτο γίνεται κατ’ ἀξίαν,
[1159b] οὗτοι μόνιμοι φίλοι καὶ ἡ τούτων φιλία. οὕτω δ’ ἂν καὶ οἱ
ἄνισοι μάλιστ’ εἶεν φίλοι· ἰσάζοιντο γὰρ ἄν. ἡ δ’ ἰσότης
καὶ ὁμοιότης φιλότης, καὶ μάλιστα μὲν ἡ τῶν κατ’ ἀρετὴν
ὁμοιότης· μόνιμοι γὰρ ὄντες καθ’ αὑτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους
(5) μένουσι, καὶ οὔτε δέονται φαύλων οὔθ’ ὑπηρετοῦσι τοιαῦτα,
ἀλλ’ ὡς εἰπεῖν καὶ διακωλύουσιν· τῶν ἀγαθῶν γὰρ μήτ’
αὐτοὺς ἁμαρτάνειν μήτε τοῖς φίλοις ἐπιτρέπειν. οἱ δὲ μο-
χθηροὶ τὸ μὲν βέβαιον οὐκ ἔχουσιν· οὐδὲ γὰρ αὑτοῖς διαμέ-
νουσιν ὅμοιοι ὄντες· ἐπ’ ὀλίγον δὲ χρόνον γίνονται φίλοι,
(10) χαίροντες τῇ ἀλλήλων μοχθηρίᾳ. οἱ χρήσιμοι δὲ καὶ ἡδεῖς
ἐπὶ πλεῖον διαμένουσιν· ἕως γὰρ ἂν πορίζωσιν ἡδονὰς ἢ
ὠφελείας ἀλλήλοις. ἐξ ἐναντίων δὲ μάλιστα μὲν δοκεῖ ἡ διὰ
τὸ χρήσιμον γίνεσθαι φιλία, οἷον πένης πλουσίῳ, ἀμαθὴς
εἰδότι· οὗ γὰρ τυγχάνει τις ἐνδεὴς ὤν, τούτου ἐφιέμενος ἀν-

(15) τιδωρεῖται ἄλλο. ἐνταῦθα δ’ ἄν τις ἕλκοι καὶ ἐραστὴν καὶ
ἐρώμενον, καὶ καλὸν καὶ αἰσχρόν. διὸ φαίνονται καὶ οἱ
ἐρασταὶ γελοῖοι ἐνίοτε, ἀξιοῦντες φιλεῖσθαι ὡς φιλοῦσιν·
ὁμοίως δὴ φιλητοὺς ὄντας ἴσως ἀξιωτέον, μηδὲν δὲ τοιοῦτον
ἔχοντας γελοῖον. ἴσως δὲ οὐδ’ ἐφίεται τὸ ἐναντίον τοῦ ἐν-
(20) αντίου καθ’ αὑτό, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός, ἡ δ’ ὄρεξις τοῦ
μέσου ἐστίν· τοῦτο γὰρ ἀγαθόν, οἷον τῷ ξηρῷ οὐχ ὑγρῷ
γενέσθαι ἀλλ’ ἐπὶ τὸ μέσον ἐλθεῖν, καὶ τῷ θερμῷ καὶ τοῖς
ἄλλοις ὁμοίως. ταῦτα μὲν οὖν ἀφείσθω· καὶ γάρ ἐστιν
ἀλλοτριώτερα.

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Ανάμεσα στους στρυφνούς και γέρους αναπτύσσεται φιλία, τόσο πιο σπάνια, όσον είναι πιο στρυφνοί κι όσο τους ευχαριστεί λιγότερο η συναναστροφή με τους συνανθρώπους των. Επειδή οι φιλικές διαθέσεις κι η κοινωνικότητα είναι, όπως φαίνεται, ιδιαίτερα κατάλληλος για την διατήρηση και σύναψη φιλικών σχέσεων. Γι’ αυτό οι νέοι γίνονται γρήγορα φίλοι, όχι όμως κι οι γέροι. Γιατί κανένας δεν κάμνει σύνδεσμο μ’ εκείνους κοντά στους οποίους δεν βρίσκει απόλαυση. Κάτι όμοιο συμβαίνει και με τους στριφνούς. (Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι δυνατό να επιθυμούν το αγαθό και να έρχονται βοηθοί σε μιαν ανάγκη), πραγματικοί όμως φίλοι δεν μπορούν να είναι, ένεκα του ότι δεν έρχονται σ’ επικοινωνία μεταξύ τους και δεν βρίσκουν ευχαρίστηση ο ένας κοντά στον άλλο, πράγμα που είναι ένα από τα κυριότερα στοιχεία της φιλίας.

Φίλος με την έννοια της αληθινής φιλίας δε μπορεί να είναι κανείς με πολλούς ανθρώπους, όπως δεν μπορεί αν είναι ερωτευμένος με πολλά πρόσωπα συγχρόνως. Γιατί η πραγματική φιλία μοιάζει με την υπερβολή, και η υπερβολή όταν πρόκειται για αγάπη, στρέφεται, από τη φύση της σ’ ένα ορισμένο πρόσωπο. Και φυσικά, δεν είναι δυνατό, ν’ αρέσουν πολλοί στο μεγαλύτερο βαθμό στο ίδιο πρόσωπο. Εκτός απ’ αυτά πρέπει ν’ αποκτήσει κανείς με μακροχρόνια επικοινωνία σχετική πείρα (για το χαρακτήρα τους), πράγμα πάρα πολύ δύσκολο. Είναι ενδεχόμενο, όταν πρόκειται για συμφέρον και ευχαρίστηση ν’ αρέσει κάποιος σε πολλούς, γιατί υπάρχουν σε πολλούς τέτοιοι, γιατί είναι πολλοί οι τέτοιοι, κι η (αμοιβαία) παροχή υπηρεσιών χρειάζεται λίγο χρόνο.

Από τα δύο αυτά είδη των φιλικών σχέσεων, εκείνη που μοιάζει με την αληθινή φιλία είναι εκείνη που στηρίζεται στην απόλαυση, όταν οι δυο φίλοι συμπεριφέρονται μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο, ή όταν ο ένας βρίσκει ευχαρίστηση στον άλλον ή τα ίδια πράγματα. Τέτοια είναι η φιλία των νέων, επειδή σ’ αυτούς επικρατεί περισσότερο η ιδεαλιστική πλευρά, ενώ εκείνη η φιλία που βασίζεται στο συμφέρον θυμίζει καπηλεία. Επίσης οι ευνοούμενοι της τύχης δεν αναζητούν φίλους, που θα τους ήταν χρήσιμοι, αλλά ευχάριστοι. Αυτοί επιθυμούν να συζούν με άλλους, αλλά ό,τι είναι οδυνηρό, το υποφέρει κανείς λίγο μονάχα καιρό, αλλά όχι παντοτινά, ούτε ακόμη το ίδιο το αγαθό, στην περίπτωση που του προκαλεί λύπη. Γι’ αυτό οι ευνοούμενοι της τύχης (οι μακάριοι) ζητούν φίλους ευχάριστους. Ενδέχεται αυτοί να είναι ενάρετοι άνθρωποι και αυτοί καθ’ εαυτοί και για τους τυχερούς φίλους των, οπότε βρίσκονται συνενωμένες όλες οι ιδιότητες, που έχουμε την απαίτηση να συγκεντρώνουν οι φίλοι μας.

Και οι άρχοντες, φαίνεται ότι έχουν ανάγκη από φίλους δυο ειδών. Άλλοι είναι χρήσιμοι σ’ αυτούς, άλλοι ευχάριστοι. Αλλά και τα δύο αυτά προτερήματα δεν είναι συνενωμένα στο ένα και το αυτό πρόσωπο. Δεν ζητούν δηλ. ούτε ευχάριστους ανθρώπους που να είναι συγχρόνως και χρήσιμοι, ούτε χρήσιμους (για ηθικά ωραίους σκοπούς). Αλλ’ εκείνοι που αγαπούν την απόλαυση ζητάνε ανθρώπους πνευματώδεις και ευφυολόγους, κι άλλοι πάρα πολύ ικανά άτομα για να εκτελούν τις διαταγές τους. Αυτά όμως δεν βρίσκονται πάρα πολύ συνδυασμένα σ’ ένα και το αυτό πρόσωπο. Προηγουμένως είπαμε ότι ο πραγματικά ενάρετος άνθρωπος είναι χρήσιμος και ευχάριστος συγχρόνως. Αλλά ο τέτοιος δεν συνάπτει φιλικούς δεσμούς μ’ εκείνον που είναι κοινωνικά ανώτερός του αν υπερέχει και στην αρετή. Άλλως το πρόσωπο υψηλής καταγωγής δε θα είναι όμοιό του, εφόσον θα βρίσκεται σε κατώτερο ηθικό επίπεδο. Πάντως τέτοιοι άνθρωποι είναι σπάνιοι.

Οι φιλίες για τις οποίες μιλήσαμε στηρίζονται στην ισότητα.Γιατί σχετικά μ’ αυτές τις φιλίες κατά τα δυο μέρη συγχρόνως παρέχουν και ποθούν ή ανταλλάσσουν το ένα αντί του άλλου π.χ. αντί ωφέλειας απόλαυση. Το ότι οι τέτοιας λογής φιλίες είναι λιγότερο γνήσιες και μικρότερης διάρκειας, το έχουμε ήδη πει. Σχετικά με την ομοιότητα και την ανομοιότητα, φαίνονται ότι είναι κατά την ίδια σχέση φιλικές και συγχρόνως ότι δεν είναι τέτοιες. Όμοιες με την βασιζόμενη πάνω στην αρετή φιλία, φαίνονται φιλικές (αφού η μια παρέχει απόλαυση, η άλλη ωφέλεια ό,τι δηλ. προσφέρει και εκείνη), εφόσον όμως η τελευταία συμβαίνει να είναι αδιάβλητη και μόνιμη, ενώ εκείνες μεταβάλλονται γρήγορα και διαφέρουν σε πολλά σημεία, δεν φαίνονται πραγματικές φιλίες επειδή είναι ανόμοιες με την φιλία, που βασίζεται στην αρετή.

Όμως υπάρχει κι άλλο είδος φιλίας, σχετικά με την οποία υπάρχει σχέση υπεροχής, καθώς είναι η φιλία του πατέρα προς το γυιο, του ηλικιωμένου προς τους νεώτερους, του συζύγου για την σύζυγο, του άρχοντος προς τους αρχομένους. Οι τέτοιες φιλίες διαφέρουν η μια από την άλλη. Η φιλία των γονιών για τα παιδιά είναι διαφορετική από τη φιλία των αρχόντων προς τους αρχομένους, μα κι η φιλία του πατέρα προς το γυιο δεν είναι όμοια με τη φιλία του γυιου προς τον πατέρα, ούτε η φιλία του συζύγου στη σύζυγο είναι όμοια με την της συζύγου στο σύζυγο.

Το καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα έχει δική του αρετή, και ιδιότυπο δράση. Τα κίνητρα των κλίσεών των είναι διαφορετικά, και γι’ αυτό η αγάπη (φίλησις) και η φιλία διαφέρουν κάθε φορά μεταξύ των, ώστε δεν ανταποδίδονται από τα δυο μέρη τα ίσα, κι ούτε πρέπει να το απαιτεί κανείς αυτό. Όταν τα παιδιά αποδίδουν ό,τι πρέπει στους γονιούς κι οι γονιοί ό,τι πρέπει στα παιδιά τους, τότε η φιλία ανάμεσά τους θα είναι μόνιμη και σεμνή.

Σ’ όλες αυτές τις φιλίες που βασίζονται στην υπεροχή, ο καλύτερος αγαπιέται μάλλον παρά αγαπά. Γιατί, όταν και τα δυο μέρη αγαπιούνται σύμφωνα με την αξία τους, γεννιέται κάποια ισότητα, που θεωρείται χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε φιλίας.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ισότητα δεν παρουσιάζει στη φιλία τα ίδια γνωρίσματα όπως στη δικαιοσύνη. Σχετικά με το δίκαιο, το κύριο σημείο είναι η στηριζόμενη στην αξία αναλογία και κατά δεύτερο λόγο η αναλογία που βασίζεται στην ποσότητα. Αντίθετα στη φιλία παίζει πιο βασικό ρόλο η αναλογία, που στηρίζεται στην ποσότητα και κατά δεύτερο λόγο αυτή που βασίζεται στην αξία. Αυτό το βλέπει κανείς καθαρά όταν ανάμεσα στα διάφορα πρόσωπα, υπάρχει σχετικά με την αρετή, την κακία, την ευμάρεια, ή κάτι άλλο, μεγάλη απόσταση. Τότε ο ένας δεν είναι φίλος του άλλου, ούτε και το επιδιώκει. Πολύ πιο καθαρά βλέπει κανείς κάτι τέτοιο, όσον αφορά τους θεούς που υπερέχουν τόσο πολύ σχετικά με όλα τα αγαθά.

Αυτό είναι φανερό και όσον αφορά τους βασιλιάδες, γιατί ούτε αυτών έχουν την αξίωση να είναι οι πολύ κατώτεροί τους, ούτε εκείνοι που δεν έχουν καμιάν αξία να γίνουν φίλοι των άριστων και πάρα πολύ σοφών.

Ακριβής ορισμός ως ποιο σημείο μπορεί να απλωθεί η φιλία ανάμεσα σε άτομα άνισης κοινωνικής κατάστασης δεν υπάρχει, γιατί κι αν ακόμη λείψουν πολλές σχετικές συνθήκες, η φιλία υπάρχει ακόμη πάντοτε. Όταν όμως είναι μεγάλη η απόσταση, όπως ανάμεσα στο Θεό, είναι αδύνατη η φιλία. Έτσι γεννιέται η απορία, αν οι φίλοι επιθυμούν για τους φίλους των τα υπέρτατα αγαθά, π.χ. να γίνουν θεοί. Μα τότε δεν θα υπάρχουν πια φίλοι, ούτε τα αγαθά της φιλίας, αφού το αγαθό είναι οι φίλοι. Κι αν σωστά λένε ότι ο φίλος αγαπά το αγαθό για χάρη του ίδιου του φίλου του, ο φίλος πρέπει να παραμένει όπως είναι. Τότε μονάχα ο φίλος θα επιθυμεί για τον φίλο του τα υπέρτατα αγαθά, όταν τον θεωρεί άνθρωπο. Αλλά κι αυτό όχι για όλους, γιατί ο καθένας επιθυμεί για τον εαυτό του τα αγαθά.

Φαίνεται ότι πολλοί θέλουν περισσότερο ν’ αγαπιούνται παρά ν’ αγαπούν (γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν τους κόλακες, γιατί ο κόλακας είναι φίλος κατώτερος ή προσποιείται ότι είναι τέτοιος και ότι προτιμά ν’ αγαπά παρά ν’ αγαπιέται). Το ν’ αγαπιέται κανείς φαίνεται κοντά στο να τιμιέται, πράγμα που πολλοί το ποθούν. Φαίνεται όμως ότι δεν αγαπούν τις τιμές αυτές καθ’ εαυτές, αλλά στην τύχη. Πραγματικά οι πολλοί χαίρονται για την τιμή που τους προσφέρουν οι άρχοντες έχοντας κάποια ελπίδα (ότι θ’ αποκτήσουν απ’ αυτούς εκείνο που τους χρειάζεται: Να απολαμβάνουν δηλ. την τιμή σαν εγγύηση μελλοντικής ευεργεσίας). Όσοι ζητούν τιμές από ηθικούς και σοφούς ανθρώπους επιθυμούν να δυναμώσουν τη γνώμη που έχουν για τον εαυτό τους, και χαίρονται γιατί είναι ενάρετοι, επειδή πιστεύουν στη γνώμη εκείνων που το παραδέχονται. Ακόμη χαίρονται επειδή αγαπιούνται γι’ αυτό μονάχα. Για τούτο φαίνεται προτιμώτερο να τιμιέται κανείς και ότι η φιλία είναι ποθητή για τον εαυτό της. Άλλωστε φαίνεται πως η φύση της είναι περισσότερο φτιαγμένη για ν’ αγαπά παρά για ν’ αγαπιέται. Αυτό δείχνουν οι μητέρες, που βρίσκουν τη χαρά τους στο ν’ αγαπούν. Μερικές απ’ αυτές αφήνουν τα παιδιά τους να ανατρέφονται από άλλους και τα περιβάλλουν με συνειδητή αγάπη, χωρίς ν’ απαιτούν αμοιβαιότητα, γιατί δεν είναι δυνατά και τα δύο αυτά πράγματα. Θεωρούν τον εαυτό τους ικανοποιημένο, όταν βλέπουν τα παιδιά των ευτυχισμένα, και τ’ αγαπούν κι όταν ακόμη αυτά από άγνοια δεν ανταποδίδουν ό,τι ανήκει στη μάνα.

Επειδή η φιλία συνίσταται περισσότερο στο ν’ αγαπά κάποιος κι επαινούνται όσοι αγαπούν τους φίλους των, φαίνεται ότι αρετή των φίλων είναι η αγάπη. Γι’ αυτό εκείνοι που αγαπούν για την αξία είναι φίλοι σίγουροι κι η φιλία τους ακλόνητη. Έτσι μπορεί να συμβεί, ώστε να συνδέονται με τους δεσμούς της φιλίας πρόσωπα άνισης κοινωνικής κατάστασης, επειδή μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσά τους ισότητα. Αλλά ισότητα και ομοιότητα είναι φιλία και προπαντός ομοιότητα, όταν πρόκειται για θέματα σχετικά με την αρετή. Και αφού οι ενάρετοι είναι αυτοί καθ’ εαυτούς σταθεροί, είναι και μεταξύ τους τέτοιοι, και δεν έχουν ανάγκη του κακού, ούτε το εξυπηρετούν και, για να πούμε έτσι, εμποδίζουν τους άλλους να το διαπράττουν. Πραγματικά η αρετή έγκειται στο να αποφεύγει κάποιος το κακό και να μην επιτρέπει ούτε στους φίλους του να το εκτελούν. Αντίθετα οι κακοί δεν είναι σταθεροί, γιατί δεν είναι ούτε με τον εαυτό τους όμοιοι και γίνονται φίλοι για λίγο καιρό, επειδή ο ένας βρίσκει ηδονή στην κακία του άλλου. Πολύν χρόνο διαρκεί η φιλία εκείνων που είναι χρήσιμοι ο ένας στον άλλο και ευχάριστοι, εφόσον δηλ. προσφέρει ο ένας στον άλλον ωφέλεια και απόλαυση.

Φαίνεται πως η φιλία που βασίζεται στο συμφέρον γεννιέται από τις αντιθέσεις, όπως και η φιλία ανάμεσα στους πλούσιους και φτωχούς, αγράμματους και μορφωμένους. Γιατί ο καθένας επιθυμεί εκείνο που του λείπει, και προσφέρει κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει. Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να κατατάξουμε τον εραστή και τον ερωμένο, τον ωραίο και τον άσχημο. Γι’ αυτό φαίνονται και οι εραστές γελοίοι κάποτε, εφόσον έχουν την απαίτηση ν’ αγαπιούνται, όπως αγαπούν οι ίδιοι. Ίσως αυτό μπορεί να το απαιτήσει κανείς, αν είναι άξιος να τον ερωτευθεί κάποιος, αν όμως στερείται τέτοια χαρίσματα, γίνεται γελοίος. Ίσως να μην έλκονται τα αντίθετα παρά μονάχα από την τύχη, και η επιθυμία να τα παρατείνει να φθάνουν στη μεσότητα. Το αγαθό, π.χ. δεν συνίσταται στο ξερό να γίνει υγρό, αλλά στο να πετύχει μια μέση κατάσταση, το ίδιο ισχύει και σχετικά με το ζεστό και για όλα τα άλλα. Όμως ας αφήσουμε αυτές τις σκέψεις (γιατί είναι μάλλον ξένες με το θέμα που εξετάζουμε τώρα).

Πηγή: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας