ΑΣΕΠ εκπαιδευτικών 2009

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΣΕΠ 2008 , ΠΡΟΚΗΥΞΗ 2Π

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ Α ΚΑΙ Β ΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΑΣΕΠ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ 2008 2009 ΠΡΟΚΗΡΥΞΗΣ 2Π

2Π/2008: Ορθή επανάληψη απαντήσεων πολλαπλών επιλογών Α’ και Β’ θεματικής ενότητας
10/02/2009

Η ερώτηση με τον αριθμό 7. στον κλάδο-ειδικότητα ΠΕ 04.04 Βιολόγων (Βιολογία ως κύριο μάθημα ειδικότητας) είναι ίδια με τις ερωτήσεις: 72. του κλάδου-ειδικότητας ΠΕ 04.01 Φυσικών, 72. του κλάδου-ειδικότητας ΠΕ 04.02 Χημικών και 80. του κλάδου-ειδικότητας ΠΕ 04.05 Γεωλόγων (Βιολογία ως συνεξεταζόμενο μάθημα βασικών γνώσεων). Η ορθή απάντηση είναι το «οικοσύστημα», που στη μεν ειδικότητα των Βιολόγων αποτελεί την επιλογή δ), ενώ στις υπόλοιπες ειδικότητες τοποθετήθηκε εκ παραδρομής στην επιλογή γ). Ως ορθή απάντηση δημοσιεύτηκε εσφαλμένα για όλες τις ειδικότητες η επιλογή δ). Κατά συνέπεια η επιλογή δ) διορθώνεται για τις ειδικότητες ΠΕ 04.01 Φυσικών, ΠΕ 04.02 Χημικών και ΠΕ 04.05 Γεωλόγων σε γ).

Οι ορθές απαντήσεις με βάση τις οποίες θα γίνει η βαθμολόγηση των διαγωνισθέντων έχουν καταχωριστεί στο δικτυακό τόπο του ΑΣΕΠ.

ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΕΠ 2009

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ 2Π

asep_2009_themata_2p2008_paidagvgika

 

 

asep_2009_themata_3p2009_paidagvgika_klimaka

ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ

 

ΦΙΛΟΛΟΓΟΙ 

asep_2009_themata_filololoi_didaktikh_klimaka

asep-2009-filologwn

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

asep_2009_themata_mathimatikoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_mathimatika_gnostiko_klimaka

ΦΥΣΙΚΟΙ

asep_2009_themata_fysikoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_fysikoi_gnostiko_klimaka1

ΧΗΜΙΚΟΙ

asep_2009_themata_xhmikoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_xhmikoi_gnostiko-klimaka

ΓΕΩΛΟΓΟΙ

asep_2009_themata_geologoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_geologoi_gnostiko_klimaka1

ΒΙΟΛΟΓΟΙ

asep_2009_themata_biologoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_biologvn_gnostiko

ΔΑΣΚΑΛΟΙ

asep_2009_themata_daskaloi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_daskaloi_gnostiko_klimaka

ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΙ

asep_2009_themata_nhpiagogoi_didaktikh_paidagvgika_klimaka

asep_2009_themata_nhpiagogoi_gnostiko_klimaka

ΘΕΟΛΟΓΟΙ

asep_2009_themata_theologoi_didaktikh_klimaka

asep_2009_themata_theologoi_gnostiko_klimaka

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ & ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

(ΠΡΟΚ. 2Π/2008)

Το ΑΣΕΠ ανακοινώνει τις ημερομηνίες και ώρες διεξαγωγής του γραπτού διαγωνισμού για την κατάρτιση πινάκων διοριστέων εκπαιδευτικών λειτουργών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης των κλάδων ΠΕ 70 Δασκάλων, ΠΕ02 Φιλολόγων, ΠΕ03 Μαθηματικών, ΠΕ04 Φυσικών (ΠΕ04.01 Φυσικών, ΠΕ04.02 Χημικών, ΠΕ04.04 Βιολόγων και ΠΕ04.05 Γεωλόγων), ΠΕ08 Καλλιτεχνικών Μαθημάτων και ΠΕ15 Οικιακής Οικονομίας (Προκήρυξη 2Π/2008 – ΦΕΚ 515/8.10.2008).

Οι υποψήφιοι και των έξι (6) κλάδων θα εξεταστούν κατά τις ημέρες και ώρες που αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα:

 

ΗΜΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

ΩΡΕΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ

ΚΛΑΔΟΙ

Σάββατο

20/12/2008

10:00-14:00

Α’ Θεματική Ενότητα

ΠΕ 70, ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04 (ΠΕ04.01, ΠΕ04.02, ΠΕ04.04 & ΠΕ04.05), ΠΕ08 και ΠΕ15

Κυριακή

21/12/2008

10:00-14:00

Β’ Θεματική Ενότητα

ΠΕ 70, ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04 (ΠΕ04.01, ΠΕ04.02, ΠΕ04.04 & ΠΕ04.05), ΠΕ08 και ΠΕ15

 

Τα εξεταστικά κέντρα θα γνωστοποιηθούν με νεότερη ανακοίνωση του ΑΣΕΠ.

Για την ημερομηνία διεξαγωγής του Διαγωνισμού…

Αναδημοσίευση απο «Τα Νέα» ( Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008, έρευνα Χ. Κατσικας)
«ΣΤΙΣ 21 Δεκεμβρίου επιδιώκει το υπουργείο Παιδείας να διεξαχθεί ο γραπτός διαγωνισμός των εκπαιδευτικών. Η προκήρυξη 2Π/2008 (ΦΕΚ 515/08.10.2008, Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ) αφορά την κατάρτιση πινάκων διοριστέων τριών χιλιάδων διακοσίων εξήντα (3.260) θέσεων εκπαιδευτικών λειτουργών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης των κλάδων ΠΕ70 Δασκάλων, ΠΕ02 Φιλολόγων, ΠΕ03 Μαθηματικών, ΠΕ04 Φυσικών, ΠΕ08 Καλλιτεχνικών Μαθημάτων και ΠΕ15 Οικιακής Οικονομίας, για τα σχολικά έτη 2009-2010 και 2010-2011.

Το ΥΠΕΠΘ επιμένει ότι από την πλευρά του θα έχει έγκαιρα ολοκληρώσει όλες τις διαδικασίες (έλεγχος δικαιολογητικών, αιτήσεις υποψηφίων, κατάλογος των σχολείων που θα γίνουν εξεταστικά κέντρα) αλλά στο ΑΣΕΠ δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για το αν είναι έτοιμες όλες οι διαδικασίες για την πραγματοποίηση του διαγωνισμού μέσα στον Δεκέμβριο. Μπορεί να μιλάμε για μία από τις προκηρύξεις (2Π/2008) του διαγωνισμού, ωστόσο είναι σαφές ότι αυτή η προκήρυξη συγκεντρώνει τους περισσότερους υποψηφίους, περίπου 50.000. Μέσα στην επόμενη εβδομάδα το ΑΣΕΠ θα ανακοινώσει την τελική του απόφαση.

Στο μεταξύ πρόβλημα αρχίζει να υπάρχει και με την ημερομηνία διεξαγωγής του Τεστ Δεξιοτήτων στο οποίο έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής 167.000 υποψήφιοι. Μέχρι τώρα, ενώ το ΥΠΕΠΘ με έγγραφό του ανακοίνωσε επίσημα ως ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού την 30ή Νοεμβρίου, το ΑΣΕΠ, ως καθ΄ ύλην αρμόδιο, δεν έχει ανακοινώσει ημερομηνία, με αποτέλεσμα οι υποψήφιοι να κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα. Ήδη συζητείται η μεταφορά του διαγωνισμού για μια εβδομάδα αργότερα»

9 ΧΡΗΣΙΜΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΣΕΠ

1) Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος

Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των Μηδικών Πολέμων: Διά την Α΄ τάξιν των εξατάξιων γυμνασίων

Συγγραφέας: Λαζάρου Α., Χατζής Δ.

Εκδότης: Καλοκάθη

Tιμή:45

2) ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΤΟΜΟΙ Α ΚΑΙ Β)

συγγραφέας ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Γ.,Εκδοτικός Οίκος : ΓΡΗΓΟΡΗ

3)Αρχαία Ελληνική Ιστορία , Γεώργιου Α. Παπαντωνίου υπό Παπαντωνίου , Γεώργιος Α.

Αθήνα : [χ.ε.] 1979

Θέματα

 

· Ελλάδα – Ιστορία – Έως το 146 π.Χ.

 

Έκδοση:

 

Περιγραφή:

4 τ. : χαρτ ; 24 εκ.

 

Περιεχόμενα:

τ.1: Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι λήξεως των Μηδικών (479 π.χ.) . – – τ.2: Από της λήξεως των Μηδικών μέχρι τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου (479-404 π.χ.) . – – τ.3: Τα από της λήξεως του Πελοποννησιακού πολέμου μέχρι του φόνου Περδίκκου Γ’ (404/3-359 π.χ.) . – – τ.4: ι χρόνοι της βασιλείας Φιλίππου Β’ και Αλέξανδρου του Μεγάλου (359-323 π.χ.)

<!–[endif]–><!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–> <!–[endif]–>

4) Ιστορία του ελληνικού έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς

Μηδικοί ή Περσικοί πόλεμοι. Ηγεμονία Αθηναίων


Συγγραφέας: Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος Δ.

Εκδότης: Ερμείας

 

Έτος έκδοσης: 2005

Κωδικός προϊόντος: B140420

TIMH: €300.00


<!–[endif]–><!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>

<!–[endif]–>

5)Η βυζαντινή αυτοκρατορία


\

Συγγραφέας: Browning Robert

Εκδότης: Παπαδήμας

 

Έτος έκδοσης: 1992

 

ΤΙΜΗ: €46.90

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>

<!–[endif]–>


6)Ιστορία ελληνική – ρωμαϊκή

Από του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου μέχρι του Μ. Κωνσταντίνου: Διά την Γ΄ τάξιν των εξατάξιων γυμνασίων

Συγγραφέας: Λαζάρου Α., Χατζής Δ.

Εκδότης: Καλοκάθη

 

Έτος έκδοσης: 2008

 

TIMH: €14.63

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>

7)Historia de Grecia Moderna : 1204-1985 , Apostolos E. Vacalopoulos

Εμφάνιση Λεπτομερειών

 

υπό Βακαλόπουλος , Απόστολος Ε. , 1909-2000, Νικολαϊδης , Νικηφόρος, Ζορμπάς , Αλέξανδρος, Universidad de Chile.Facultad de Filosofia y Humanidades, Centro de Estudios Bizantinos y Neohelenicos.Fotios Malleros

 

Santiago : Universidad de Chile.Facultad de Filosofia y Humanidades 1995


<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>

8)Ανασκόπηση : Η εξωτερική πολιτική της Νεότερης Ελλάδος

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>
υπό Θεοδωρόπουλος , Βύρων

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>
Αθήνα : Ι. Σιδέρης : ΕΛΙΑΜΕΠ 1996

9)Ο Μεταπολεμικός κόσμος : Ελληνική και Ευρωπαϊκή ιστορία (1945-1963) , Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος υπό Γιανουλόπουλος , Γιάννης Ν.

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>
Αθήνα : Παπαζήσης 1992

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>


 

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 <![endif]–><!–[if gte mso 9]> <![endif]–>

<!–[endif]–>

 
   
   






ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Βικέλας, Δημήτριος

Λουκής Λάρας (απόσπασμα)

ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄.

Ὁ Πύργος μας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κῆποι ἦσαν προικῷον τῆς μητρός μου κτῆμα. Ἡ πατρική της οἰκογένεια εἶχεν ἀπ’ ἀρχαίων χρόνων μεγάλας ἐκεῖ πέριξ ἰδιοκτησίας, αἵτινες διὰ κληρονομικῶν καὶ προικῴων διανομῶν διεμοιράσθησαν μὲν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλὰ δὲν ἀπεξενώθησαν. Ὥστε ἤμεθα ἐκεῖ περικυκλωμένοι ὑπὸ συγγενῶν τῆς μητρός μου, τῶν ὁποίων οἱ Πύργοι ἐγειτόνευον μετὰ τοῦ ἰδικοῦ μας. Οὐδεὶς δὲ σχεδὸν τῶν Πύργων τούτων ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κενός. Διότι τινὲς μὲν τῶν ἰδιοκτητῶν κατῴκουν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτόν, οἱ δὲ λοιποὶ εἶχον παραιτήσει τὰς ἐν τῇ πόλει κατοικίας των καθ’ ἣν ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἐδραπετεύσαμεν ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν Σαμίων, ἀψηφήσαντες τῶν ἀρχῶν τὴν ἀπαγόρευσιν.

Ὅθεν εὑρισκόμεθα συντροφευμένοι εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον εὐχάριστον νὰ βλεπώμεθα μετὰ τῶν οἰκείων, καθ’ ὅσον ἐν τῇ τρομοκρατίᾳ ὑπὸ τὴν ὁποίαν, ἐσχάτως μάλιστα, διεβιοῦμεν εἰς τὴν πόλιν, οὔτε τῶν οἰκιῶν μας ἐξηρχόμεθα οὔτε ἐπισκέψεις ἀντηλλάσσομεν. Αἱ θύραι ἔμενον κλεισταὶ καὶ ἡμίκλειστα τὰ παράθυρα. Προσπαθῶ ἤδη νὰ ἐνθυμηθῶ, ἐὰν ἐπὶ μῆνας εἶδα ξένον ἀναβαίνοντα τὴν κλίμακά μας καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰμὴ μόνον τὸ κατηφὲς τοῦ Ζενάκη πρόσωπον.

Εἰς τὴν ἐξοχικὴν ἰδίως ἐκκλησίαν συνηντώμεθα, καὶ εἰς τὸν αὐλόγυρόν της, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀκολουθιῶν, ἐγίνετο ἡ συναναστροφή. Ἦτο ἡ Μεγάλη καὶ πάλιν Τεσσαρακοστή. Συχνάκις δὲ ὑπὸ τὰ δένδρα τοῦ αὐλογύρου ἐκείνου ἀνεπόλουν τὰς συγκινήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐλειτουργούμεθα, ὁ πατήρ μου κ’ ἐγώ, ὅτε διετρέχομεν ἔμφοβοι τὰς στενὰς τῆς Σμύρνης ὁδοὺς μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν.

Ἡ ἐκκλησία, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ παρεκκλήσιόν μας, εἶχεν ἀνεγερθῆ ὑπὸ τοῦ προπάππου τῆς μητρός μου, ὅςτις ἐρασοφόρεσεν εἰς τὰ γηράματά του. Περισώζεται εἰσέτι ἡ οἰκοδομή, ἀλλὰ γυμνὴ καὶ ἑτοιμόρροπος. Αἱ εἰκόνες, τὰ κοσμήματα, τὰ ἄμφια καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη ἐσυλήθησαν ἢ κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν Τούρκων. Τότε ὅμως ὑψοῦτο χαριέντως ὁ ναΐσκος ἀναμέσον τῶν δένδρων, τὰ πάντα δ’ ἐντὸς αὐτοῦ ἦσαν κόσμια καὶ εὐπρεπῆ. Ἡ εἴσοδός του ἀπετελεῖτο ὑπὸ νάρθηκος μικροῦ, ἀνοικτοῦ ἔμπροσθεν. Ὑπὸ τοῦ προπυλαίου τούτου τὴν σκέπην, ἑκατέρωθεν τῆς πύλης, ἦσαν δύο μαρμάρινα ἑδώλια. Ἐκεῖ καθήμενος συχνάκις, ἀνεγίνωσκα τὰς ἐπιγραφὰς τῶν ἐπιτυμβίων πλακῶν, αἵτινες ἐσχημάτιζον τοῦ νάρθηκος τὴν στρῶσιν.

Ἐκεῖ, ἀπὸ τοῦ κτήτορος καὶ ἐφεξῆς, ἐθάπτοντο τῆς μητρικῆς οἰκογενείας μου οἱ πλεῖστοι. Ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου ἐκείνου ἐστεφανώθησαν οἱ γονεῖς μου, καὶ ἐπιθυμία των ἦτο ὑπὸ τοῦ νάρθηκός του τὰς πλάκας νὰ ταφῶσιν, ἐκεῖ, ὁ εἷς πλησίον τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ οὔτε οἱ γονεῖς μου ἀνεπαύθησαν ἐκεῖ, οὔτε τὰ ἰδικά μου ὀστᾶ πέπρωται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς χοῦν εἰς τὴν προσφιλῆ ἐκείνην τῆς πατρίδος γωνίαν. Τὴν σήμερον ζῶμεν καὶ ἀποθνήσκομεν εἷς ἐδῶ καὶ ἄλλος ἐκεῖ, πλάνητες ἐν τῷ βίῳ καὶ νεκροὶ ξενιτευμένοι, ἡ δὲ ἀνεμοζάλη τῆς διασπορᾶς ἐκλόνισε καὶ διέσπασε τοὺς ἱεροὺς δεσμούς, τοὺς προσκολλῶντας τὴν καρδίαν τῶν τέκνων εἰς τῶν γονέων τὰ ἀναπαυτήρια. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον γηράσκομεν… ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον αἰσθάνομαι πλησιάζουσαν τῆς ἀναπαύσεως τὴν ὥραν, θλίβομαι ἀναλογιζόμενος ὅτι, ὅταν γηράσωσι καθὼς ἐγὼ τὰ τέκνα μου, δὲν θὰ ἐπαναπαύωσι τὴν μνήμην των οὔτε εἰς οἰκίαν περιέχουσαν διαδοχικὰς ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἀναμνήσεις, οὔτε εἰς γῆς τινα ἄκραν, ὅπου κεῖνται συνεσφιγμένοι οἱ πατέρες των. Ὅτε ἤμην νέος, ὀλίγον περὶ τούτων ἐσκεπτόμην. Τώρα ὅμως ἡ ψυχή μου μετ’ αὐξάνοντος φίλτρου ἐπιστρέφει εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τρέφεται διὰ τῶν ἀρχαίων ἐνθυμήσεων.

Ἀλλ’ ἂς ἐπαναλάβω τὴν διήγησίν μου.

Τὴν αὐγὴν τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἠκούσαμεν τὴν λειτουργίαν καὶ ἐκοινωνήσαμεν τῶν θείων μυστηρίων. Ἦτο λαμπρὰ ἐαρινὴ πρωΐα καὶ ὅτε ἐπεστρέψαμεν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, ἀντὶ νὰ μείνω ἐντὸς τῆς οἰκίας, λαβὼν εἰς χεῖρας τὴν νηστήσιμον τροφήν μου ὑπῆγα νὰ προγευθῶ ἐπὶ τοῦ ἐξώστου. Ἀλλ’ ἅμα ἤνοιξα τὴν ἐπ’ αὐτοῦ θύραν καὶ ὕψωσα τὸ βλέμμα πρὸς τὸ πέλαγος, εἶδα θέαμα, τὸ ὁποῖον μὲ κατέπληξε. Παρῄτησα τὸ πρόγευμα καὶ ἔδραμα πρὸς τὸν πατέρα μου. Μὲ ἠκολούθησεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου καὶ ἐβλέπομεν ἀμφότεροι πρὸς τὴν θάλασσαν.

Ἐβλέπομεν σειρὰν μακρὰν πλοίων μεγάλων πλεόντων πρὸς τὸν λιμένα μας. Ἀπεῖχον εἰσέτι πολύ, ἀλλ’ ἦτο διαυγὴς ἡ ἀτμοσφαῖρα καὶ διεκρίνοντο τὰ ἱστία, καμπύλα ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν, καὶ αἱ διπλαῖ καὶ αἱ τριπλαῖ λευκαὶ ζῶναι ἐπὶ τῶν μαύρων σκαφῶν. Ἐνῷ δὲ τὰ μεγάλα ταῦτα πλοῖα ἐφαίνοντο πλησιάζοντα, ἄλλη σειρὰ πλοιαρίων μικρῶν, δεχομένων ἐκ πλαγίου τὸν ἄνεμον εἰς τὰ τρίγωνα ἱστία των, ἔφευγε παρὰ τὴν παραλίαν πρὸς τῆς Σάμου τὴν διεύθυνσιν. Τὰ μεγάλα ἐν τούτοις πλοῖα, ὡσεὶ διστάζοντα, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν πρὸς τὸν λιμένα πλοῦν, ἤλλαξαν αἴφνης δρόμον. Ἐνόμισα ἐπ’ ὀλίγον ὅτι ἀνεχώρουν. Ἀλλ’ ὄχι· δὲν ἀπεμακρύνοντο· ἐλοξοδρόμουν ἀπέναντι τῆς Χίου. Τὰ δὲ μικρὰ πλοιάρια, φεύγοντα πρὸς τὰ δεξιά μας, ἐχάνοντο τὸ ἕν μετὰ τὸ ἄλλο ὄπισθεν τῆς τελευταίας ἄκρας τῆς νήσου.

Δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσωμεν τί συνέβαινεν. Ὁ Τουρκικὸς στόλος κατήρχετο ἰσχυρός, οἱ δ’ ἐπαναστάται ἀνεχώρουν. Ἀλλ’ οἱ Χῖοι τί ἔμελλον ν’ ἀπογίνωσιν;

Ἀγνοῶ πόσην ὥραν ὁ πατήρ μου κ’ ἐγὼ ἐμένομεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου σιωπηλοὶ καὶ ἀκίνητοι, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ πέλαγος προσηλωμένους.

− Νὰ φύγωμεν, νὰ φύγωμεν, εἶπεν αἴφνης ὁ πατήρ μου, καὶ ἐστράφη πρὸς τὴν οἰκίαν. Ἐστράφην κ’ ἐγὼ καὶ τότε εἶδα ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου ἵσταντο ἡ μήτηρ καὶ αἱ δύο ἀδελφαί μου καὶ ἡ Ἀνδριάνα, βλέπουσαι κ’ ἐκεῖναι ἐν σιωπῇ τὸ πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης θέαμα.

Ὁ πατήρ μου ἐξῆλθεν ἀμέσως τῆς οἰκίας. Τὸν ἠκολούθησα κατὰ διαταγήν του. Ἤθελε νὰ συσκεφθῶμεν μετὰ τῶν συγγενῶν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐξηρχόμεθα μόλις τῆς ἔξω τοῦ περιβόλου μας θύρας, ὅτε εἴδομεν ἐρχόμενον πρὸς ἡμᾶς τὸν Καλάνην, ἐξάδελφον τῆς μητρός μου, κρατοῦντα ἐκ τῆς χειρὸς τὴν μικρὰν θυγατέρα του. Ἦτο πρὸ ὀλίγων μηνῶν χηρευμένος ὁ Καλάνης, ἡ δὲ ζωή του συνεκεντροῦτο εἰς τοῦ ὀρφανοῦ του τέκνου τὴν ἀγάπην. Ποτὲ δὲν τὸ ἀπεχωρίζετο· ἡ δὲ χαρίεσσα μορφὴ τοῦ ἐνδεκαετοῦς ἐκείνου κορασίου, καὶ ἡ τεθλιμμένη τοῦ τρυφεροῦ προσώπου του ἔκφρασις, εἶχον, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰς τὸν Πύργον ἀφίξεώς μας, ἑλκύσει πᾶσαν τῆς ψυχῆς μου τὴν συμπάθειαν.

Ἤρχετο ὁ Καλάνης πρὸς τὸν πατέρα μου μὲ τὸν ἴδιον σκοπόν, ὅστις καὶ ἡμᾶς ὡδήγει. Διηυθύνθημεν ὅλοι ὁμοῦ πρὸς τὸ παρεκκλήσιον· οἱ δὲ δύο ἐκεῖνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, ἐγὼ δὲ εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν τοὺς ἠκολούθουν, κρατῶν τὴν μικρὰν Δέσποιναν ἐκ τῆς χειρός. Ἔβλεπα τὰς ξανθὰς τρίχας τῆς ἀθώας ἐκείνης κεφαλῆς, καὶ ἀνελογιζόμην τὰ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου μας φαινόμενα πλοῖα καὶ ἀνεπόλουν μετὰ φρίκης ὅσα ἤκουσα περὶ τῶν εἰς Σμύρνην καὶ εἰς τὰς Κυδωνίας ὑπό τῶν Τούρκων διαπραχθέντων.

Ἐβάδιζα σιωπῶν καὶ περίλυπος. Ἡ μικρὰ ἐσιώπα ἐπίσης, ἀλλ’ ᾐσθανόμην τὰ δάκτυλά της ἀνήσυχα ἐντὸς τῆς χειρός μου. Ἐνόησα ὅτι ἦτο φοβισμένη, καὶ μὴ γνωρίζων τί νὰ εἴπω πρὸς ἐνθάρρυνσίν της ἔσκυψα καὶ ἐφίλησα τὴν μικρὰν χεῖρά της. Ἔστρεψε τότε πρὸς ἐμὲ τοὺς γαλανοὺς ὀφθαλμοὺς της καὶ μὲ ἠρώτησε μὲ φωνὴν τρέμουσαν, − Λουκῆ, θὰ μᾶς σκοτώσουν οἱ Τοῦρκοι;

− Ὄχι, Δέσποινά μου, θὰ φύγωμεν. Μὴ φοβῆσαι. Δὲν θὰ μᾶς πειράξῃ κανείς!

− Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου. Ἐγὼ τὸ ἠξεύρω. Θὰ τὸν σκοτώσουν!

Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ πικρῶς ἀλλ’ ἡσύχως, καὶ ἔρρεον τὰ δάκρυά της, καὶ ἐπαναλάμβανε:

− Θὰ τὸν σκοτώσουν! Σκοτώνουν οἱ Τοῦρκοι! Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου!

− Μὴ κλαίῃς, Δέσποινα, μὴ φοβῆσαι.

Ἤθελα νὰ τὴν παρηγορήσω, ἀλλὰ δὲν εὕρισκα λέξεις, καὶ βλέπων τὸν ἥσυχον θρῆνόν της ᾐσθανόμην κ’ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ἐκλείπουσαν.

Εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας συνεκάθηντο ἤδη τῶν γειτόνων οἱ πλεῖστοι. Ἐκαθήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῶν μαρμαρίνων ἑδωλίων. Ὁ Καλάνης ἐπῆρεν ἐπὶ τῶν γονάτων τὴν κόρην του, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ γέροντες.

Δὲν ἐβράδυνε νὰ ληφθῇ ἡ περὶ τοῦ πρακτέου ἀπόφασις. Ἦτο πρόδηλον ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἱκανὰ πρὸς ἀντίστασιν μέσα καὶ ὅτι θὰ γίνωσι κύριοι οἱ Τοῦρκοι τῆς νήσου, ἐγνωρίζομεν δ’ ἐκ τῶν προτέρων πῶς φέρονται οἱ Τοῦρκοι εἰς κατακτηθείσας χώρας. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ δυτικώτερα τῆς νήσου καὶ νὰ σκορπισθῶμεν ὅπου ἕκαστος ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καταφύγιον. Ἀπεμακρυνόμεθα οὕτω τῶν Τούρκων καὶ ἐπλησιάζομεν εἰς τὰ παράλια ἄντικρυ τῶν Ψαρῶν, ὅθεν ἠλπίζομεν σωτηρίαν.

Ἀπεχαιρετίσθημεν μετὰ πόνου ψυχῆς, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἠσπάσθημεν τὰς εἰκόνας, καὶ ἀποχωρισθέντες ἐπεστρέψαμεν εἰς τὰ ἴδια ἕκαστος.

Δὲν ἐπανεῖδα ἔκτοτε τὸ παρεκκλήσιόν μας!

Καθ’ ὁδὸν ὁ πατήρ μου μὲ εἶπεν, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ζητήσωμεν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν φιλοξενίαν δύο γερόντων θείων του, κατοικούντων εἰς τὸ ἀγροκήπιόν των, ὅπισθεν τοῦ περικλείοντος τὸν Κάμπον βουνοῦ. Ὅτε δ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν οἰκίαν, διέταξεν ἀμέσως τὸν κηπουρὸν νὰ φορτώσῃ ἐπὶ δύο ἡμιόνων ἐφαπλώματα καὶ ζωοτροφίας καὶ νὰ ὑπάγῃ νὰ προειδοποιήσῃ τοὺς γέροντας περὶ τῆς ἐλεύσεώς μας, καὶ νὰ μᾶς περιμείνῃ μετὰ τῶν ζῴων ἐκεῖ.

Ἅμα ὁ κηπουρὸς ἀνεχώρησεν, ὁ πατήρ μου μ’ ἔκραξεν ἐντὸς τοῦ κοιτῶνος, ὅπου εἶχε κλεισθῇ μετὰ τῆς μητρός μου. Τοὺς ηὗρα παραγεμίζοντας σάκκον μὲ σκεύη ἀργυρᾶ καὶ ἄλλα πολύτιμα. Ἄλλος σάκκος ἔκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κλίνης πλήρης καὶ ἕτοιμος. Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἐδέθη, τὸν ἐσήκωσεν ὁ πατήρ μου, μὲ διέταξε νὰ φέρω τὸν ἐπὶ τῆς κλίνης κείμενον, ἤνοιξεν ἡ μήτηρ μου τὴν θύραν καὶ ἐξήλθομεν τοῦ δωματίου.

Ἐκεῖνος ἐμπρός, ἐγὼ κατόπιν, φέροντες τοὺς σάκκους, ἐβαδίσαμεν πρὸς τὸ μᾶλλον ἀπόκεντρον μέρος τοῦ κήπου, ὅπου ἦσαν τὰ δέντρα πυκνότερα. Ἀπέθεσα κατὰ γῆς τὸν σάκκον καὶ ἔφερα δύο ἀξίνας. Ἐκεῖ ὑπὸ τὴν σκιὰν γηραιᾶς μηλέας, πλησίον τοῦ μαγγανοπηγάδου, εἰς θέσιν τὴν ὁποίαν κατὰ παραγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐσημείωσα καὶ ἐνετύπωσα ἀκριβῶς εἰς τὴν μνήμην μου, ἠρχίσαμεν οἱ δύο νὰ σκάπτωμεν, καὶ ἠνοίξαμεν λάκκον βαθύν. Ἐντὸς τοῦ λάκκου ἐθέσαμεν τοὺς σάκκους, τὸν ἕνα ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοὺς ἐκαλύψαμεν ἔπειτα, ἐπατήσαμεν τὸ χῶμα πρὸς ἰσοπέδωσιν τῆς σκαφείσης γῆς, καὶ βεβαιωθέντες ὅτι οὐδεὶς μᾶς παρετήρησεν, ἐπεστρέψαμεν πρὸς τὴν οἰκίαν.

− Μὴ λησμονήσῃς αὐτὴν τὴν παρακαταθήκην, μὲ εἶπεν ὁ πατήρ μου. Ἂν ἀποθάνω ἐγώ, σὺ εἶσαι ὁ προστάτης τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν σου.

Ἔμπροσθεν τῆς θύρας εὕρομεν τέσσαρα ζῶα ἕτοιμα καὶ τὴν Ἀνδριάναν ἐπισπεύδουσαν τὴν ἀναχώρησιν. Οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἀδελφαί μου ἀνέβησαν ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ ἐξεκινήσαμεν. Ἡ Ἀνδριάνα κ’ ἐγὼ ἠκολουθήσαμεν πεζοί.

Κατ’ ἑκείνην τὴν στιγμὴν ἠκούσθη αἴφνης μακρόθεν πυροβόλου κρότος. Πλησιέστεροι κανονοβολισμοὶ διὰ μιᾶς τὸν διεδέχθησαν. Ἐστράφημεν ἐν σιωπῇ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον. Οἱ κρότοι τῶν πυροβόλων ἐπηκολούθουν συνεχεῖς. Ἀπὸ τοῦ στόλου καὶ ἀπὸ τοῦ φρουρίου οἱ Τοῦρκοι ἐτέλουν παταγωδῶς τοῦ φριχτοῦ θριάμβου των τὰ προεόρτια.

− Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Χίον! ἀνέκραξεν ὁ πατήρ μου. Καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὸν δρόμον μας.

Δ. Βικέλας, Λουκής Λάρας, 3η έκδοση, Αθήνα, Τυπογραφείο των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1891, σ.σ. 50−59

 

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.

Τον χειμώνα που ήρχισ’ ευθύς κατόπιν μ’ επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ’ έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.

Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ’ εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ’ επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου…

Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.

*
* *

Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ’ ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.

Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ’ εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ’ αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ’ έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ’ έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ’ οι ξένοι κ’ οι διαβάτες, και τα πετεινά τ’ ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ’ έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν’ αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.

Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι’ εμέ.

Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.

Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι’ αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι’ εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ’ έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ’ ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.

*
* *

Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ’ εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ’ ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ’ αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί…”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ’ έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.

Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ’ η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;

Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!… πού ειν’ η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!… Με σένα δεν έχω να κάμω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ’ έγινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ’ εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.

Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ’ άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!… Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!…

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή… Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι’ αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ’ ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.

*
* *

Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν’ “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ’ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.

Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι’ αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ’ εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.

Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.

Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ’ έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ’ ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ’ ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι’ εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.

— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…

*
* *

 

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ’ εκινείτο εδώ κ’ εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.

Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ’ η στιγμή καθ’ ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω… Μην τρομάζης!… φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ’ επερίμενα.

“Αυτή δεν θ’ αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη… θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!…”

Κ’ ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!

Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν’ αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.

Θ’ άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν’ αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…

Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν’ αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ’ ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ’ εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.

*
* *

Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!…”

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα… Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!…

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον… Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ’ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!…

Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη… Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως μ’ εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;

*
* *

Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν’ ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.

Αλλ’ όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς…— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου…

Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν’ αρθρώσω φωνήν, κ’ έκραξα:

— Μη φοβάσαι!… δεν είναι τίποτε… δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω… Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.

Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.

 

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!… Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της…

Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!… Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα… Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…

*
* *

Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.

Αλλ’ εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!… Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.

Κ’ εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ’ έγινα δικηγόρος… Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!

Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!…

Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ’ επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι’ εμέ, όπως η Γραφή λέγει.

Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…»

(Διά την αντιγραφήν)

 

Ιερά Oδός

Σικελιανός Άγγελος

Εκτύπωση<!–[endif]–>

Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει το κύμα σε καράβι π’ ολοένα βουλιάζει. Γιατί εκείνο πια το δείλι, σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει σημάδι του ιερό την Eλευσίνα. Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα σα δρόμος της Ψυχής. Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν, με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους. Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος κ’ έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα μιαν ησυχία βασίλεψε. K’ η πέτρα π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη, θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν απ’ τους αιώνες. K’ έπλεξα τα χέρια, σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο. Mα να· στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι. Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν, και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες. Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο το ντέφι και, χτυπώντας το με τό ‘να χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία τις αλυσίδες. K’ οι δυο αρκούδες τότε στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά. H μία, (ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη, με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά ‘ταν ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας, αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη, με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη, για τον καημό της κόρης της λεγόνταν Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία. Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι, σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ’ εκείνο υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια! Aλλ’ ως από τον κάματον εκείνη οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο, να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται ζωηρά. K’ εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο, ελεύτερος από μορφές κλεισμένες στον καιρό, από αγάλματα κ’ εικόνες· ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο. Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία του χαλκά και της άμοιρης στοργής της, δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι, μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου του κόσμου, τωρινού και περασμένου, μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες ο φόρος της ψυχής. Tι ετούτη ακόμα ήταν κ’ είναι στον Άδη. Kαι σκυμμένο το κεφάλι μου κράτησα ολοένα, καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή. Mα ως, τέλος, ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες, και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα. K’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε: «Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου, κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω, θα γιορτάσουν μαζί;» Kι ως προχωρούσα, και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου, καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει το κύμα σε καράβι που ολοένα βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια, σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια, ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου, ένα μούρμουρο, κ’ έμοιαζ’ έλλε: «Θά ‘ρτει.» <!–[if !supportLineBreakNewLine]–> <!–[endif]–>
<!–[if !vml]–><!–[endif]–>
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)

 

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

 

Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη

που τα χειλη ακομη στον πηλο

δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου

Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι

Πανωραια στον υπνο της απλωσε και η θαλασσα

γαζες αιθερος τις αλευκαντες

κατω απο τις χαρουπιες και τους μεγαλους ορθιους φοινηκες

Εκει μονος αντικρισα

τον κοσμο

κλαιγοντας γοερα

Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα

Ειδα τοτε θυμαμαι

τις τρεις Μαυρες Γυναικες2.

vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη

Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος που αφηναν

λιγο-λιγο σβηνοντας

δεξια Και φυτα σχηματων αλλων

Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα μου

πολυαχτιδος ολος που καλουσε Και

αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν

Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο ακοπος απ’ τον ουρανο

Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε

πανω απο το λικνο μου

ιδια η μνημη γιναμενη παρον

τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:

«Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος

και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι

Διαβασε και προσπαθησε

και πολεμησε» ειπε

«Ο καθεις και τα οπλα του» ειπε

Και τα χερια του απλωσε οπως κανει

νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι αλγηδονα3 και ευφροσυνη.

Πρωτα συρθηκαν με δυναμη

και ψηλα πανω απο τα μπεντενια ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας

οι Εφτα Μπαλταδες

κατα πως η καταιγιδα

στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει

απ’ αρχης παλι ενα πουλι

καθαρο παλιννοστουσε το αιμα

και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου

Τοσο ευλογο το Ακατανοητο

Ψστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας μου εφτασαν

τ’ αγορια με τα φουσκωμενα μαγουλα

και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες

και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι οστρακοδερμοι γενειοφοροι

Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και αυτο παλι στα τεσσερα

και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο Βορρα

Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και αγερωχος ο μεγας Κούλες4

Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε

ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος

 

 

 

 

 

(………………………………………………..)

 

 

 

 

ΑΥΤΟΣ

ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!

ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη

που κινουσα σε ξαγναντο να βγω

(μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα

με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)

παλευα τα σεντονια Ηταν αυτο που γυρευα

και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας

και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ’ ουρανου

Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλλο

Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα

και ειδα και θαυμασα

Και στη μεση της εσπειρε κοσμους μικρους κατ’ εικονα και ομοιωση μου:

Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη

και γαληνιοι αμφορεις

και λοξες δελφινιων ραχες

η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος

«Καθε λεξη κι απο ‘να χελιδονι

για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος» ειπε

Και πολλα τα λιοδεντρα

που να κρησαρουν7 στα χερια τους το φως

κι ελαφρο v’ απλωνεται στον υπνο σου

και πολλα τα τζιτζικια

που να μην τα νιωθεις

οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου

αλλα λιγο το νερο

για να το ‘χεις Θεο και να κατεχεις τι σημαινει ο λογος του

και το δεντρο μοναχο του

χωρις κοπαδι

για να το κανεις φιλο σου

και να γνωριζεις τ’ ακριβο του τ’ ονομα

φτενο στα ποδια σου το χωμα

για να μην εχεις που ν’ απλωσεις ριζα

και να τραβας του βαθους ολοενα

και πλατυς επανου ο ουρανος

για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη

 

ΑΥΤΟΣ

ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!

«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις»

ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα

γρηγορωτερα τρεχοντας κι απο βροχη

τα χιλιαδες απατητα στρεμματα

Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες

Η σιγη που εκχερσωνα για ν’ αποθεσω

γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα

Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου

τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο

άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:

Να το σπαραγγι να ο ριθιος

να το σγουρο περσεμολο

το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι

ο στυφνος και το μαραθο

Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν’ αρθρωσω

«Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις

και πολλα μελλει να μαθεις

αν το Ασημαντο εμβαθυνεις

Και μια μερα θα ‘ρθει βοηθους ν’ αποκτησεις

Θυμησου:

τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι

τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια»

Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια

Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας

αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια

και μικρα και τετραγωνα

με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο

Κατω απ’ την κληματαρια

ωρες εκει ρεμβασα

με μικρα-μικρα τιτυβισματα

κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:

Να το πιπινι να το λελεκι

να το γυφτοπουλι

ο νυχτοπατης και η νεροκοτα

ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας

Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιο

και παλι οι δυο θαλασσες

και η τριτη αναμεσα – λεμονιες κιτριες μανταρινιες –

και ο αλλος μαϊστρος με τ’ απανω του υψηλο μπογαζι9

αλλοιωνοντας τ’ οζονιο10 τ’ ουρανου

Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα

η τριβιδα η λεια

τ’ αυτακια των ανθων

κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι

 

ΑΥΤΟΣ

ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας

 

 

 

 

(………………………………………………..)

 

 

 

 

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες

με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου

Δειχτης ημουν εγω

Τριτη Τεταρτη Πεμπτη

ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος

Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη

καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων

Μακρινες αστεροπες της Ιριδας –

«Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας

ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου

ο πολυ πριν την αναγκη» μου ειπε

Και τον κινδυνο εσπρωξε με το ‘να δαχτυλο

Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι

Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε

«Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα

στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο

και τ’ αποτιτανωμενα

παλαια καταλοιπα του ερωτα»

Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου

ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου

μιας νυχτος που εσιμωνε ισως

η φωνη του γκιωνη

καποιου που ειχε σκοτωθει

το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο

Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου

μυστικα να διαβαινουνε

φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα

Τ’ αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα14 με τα δαιμονικα

Και πολυ πιο βαθια πισω απ’ τα κυματα

στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων15

Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον

που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω

τον τραχυ του Αγιου16 δρομο ν’ ανεβαινει

μια φοραν ακομη

Μια φοραν ακομη

στα νερα της Γερας ν’ ακουμουμπα τα δαχτυλα

και τα πεντε ν’ αναβουνε χωρια

ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος

ο Σκοπελος και ο Μεγαρος17

εξουσια και κληρος της γενιας μου.

«Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη

αναγκη ν’ ανεβει στο φως»

και πολυ πριν με το νου μου βαλω

ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου

Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει

με τα χερια εμπρος του

σκυβοντας

τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη

και στο σωμα του ανθρωπου:

το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο

το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση

το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση

το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου

Και η Νυχτα πανσες

παλιας

πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης

με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την ακακη ευωδια της κοπρου

πηρε μερος μεσα μου

Διαστασεις αλλαξε στα προσωπα· μοιρασε αλλιως τα βαρη

Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους

οπου ηχος αλλος κανεις

μονο γδουποι γοοι και κοπετοι

και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη

Ποιας φυλης ο γονος νά ‘μουν

τοτε μονο εννοησα

που η σκεψη του Αλλου

διαγωνια σαν ακμη γυαλιου

και Ορθον ως περα με χαραζε

Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι

με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες

τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι

και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους

αμιλητοι

δυο δαχτυλα πανω στη λαβη

εδω και αιωνες.

«Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι

και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα

και δε γινεται μ’ Αυτους χωρις, Εσυ

Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι

και αναγκη πασα να τους αντικρισεις

η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να ‘ναι

και να μεινη αυτη.

Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο

και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων

και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου

οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι18 και οι Νεοκονδορες

ορμαθος19 και αριθμος των ακρων του σταυρου

της Τετρακτιδος.

Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,

η ζωη σου θ’ αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε

Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε

Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν

Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ’ τον ουρανο

Περασε μεσα μου Εγινε

αυτος που ειμαι

Η ωρα τρεις της νυχτας

λαλησε μακρια πανω απ’ τα παραπηγματα

ο πρωτος πετεινος

Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα

και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια

Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου

 

ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον

και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας

 

 

 

 

 

(………………………………………………..)

 

 

 

 

Στα πνευστα των δεντρων * και κρουοντας ο πυρριχιος

Δορατα και σπαθια * να λες ακουσα Εσυ

Μυστικα προσταγματα * και παρθενοβιωτα

Με την εκλαμψη πρασινων * αστερων λογια

Και πανω απ’ την αβυσσο * αιωρουμενη γνωρισα

ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !

 

10 thoughts on “ΑΣΕΠ εκπαιδευτικών 2009

  1. Γωγω καλησπέρα,

    έχει δημοσιοποιηθεί η πρόθεση του ΑΣΕΠ και του Υπουργείου να διεξαχθεί τέλη Δεκέμβρη.

    Δεν είναι τίποτε επίσημο ακόμα

  2. Οχι Αγαθή, αν και οι εκδότες βγάζουν κάθε φορά από ένα τέτοιο βιβλίο, τίποτε όμως το αξιόπιστο.

  3. μηπως εχετε να μου προτεινετε βιβλιο ιστοριας (εμποριο)που να περιεχει ολη την υλη γιατι δεν ξερω που να βρω ολη αυτη την υλη

  4. Καλά μιλάμε λάθη των λαθων στο ποστ!Διορθώνω και έχω ζαλιστεί ! Λοιπόν, «οι λεπτομέρειες» είναι. Χεχε, επαγγελματική διαστροφή🙂

  5. Καλησπέρα Γωγώ,

    κάθε φορά βγαίνει ράδιο αρβύλα ότι θα ναι ο τελευταίος. Βέβαια, αυτή η πιθανότητα είχε ακουστεί από πέρυσι , ότι δηλαδή δηλαδή μένουν 3 διαγωνισμοί περίπου και ότι σκέφτονται να τον καταργήσουν. Αλλά παρ΄όλ’ αυτά κάθε δεν υπάρχει τίποτε επίσημο και κάτι τέτοιο δεν θα πέρναγε έτσι εύκολα.
    Ασε που για μένα το σπαστικό δεν είναι η λεπτομέρειες στον ΑΣΕΠ . Είναι αντίθετα ότι αν έχεις διαβάσει πολλές λεπτομέρειες, αυτομουτζώνεσαι μετά. Το χύμα του διαγωνισμού με ενοχλεί.Ανάλογα με το από ποιο βιβλίο βάζουν τα θέματα, δίνουν έμφαση σε αυτό και στο τι βιβλίο έχει γράψει ο καθένας και με ποιο θέμα. Απαράδεκτο!!

  6. οπως πάντα θα ζητήσουν εξωφρενικές λεπτομέρειες στο διαγωνσμό του ασεπ και όσο διάβασμα κ αν ρίξεις είναι πάντα θέμα τύχης..αληθεύει ότι θα είναι ο τελευταίος διαγωνισμός?

Τα σχόλια είναι κλειστά.