Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες


solomosdionysios_gr.JPGsolomosdionisios.jpg

«O Πειρασμός»


διαβάζει: Παππά Eιρήνη, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962
 
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςAνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,

Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·

Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

 

«Ύμνος εις την ελευθερίαν», απόσπασμα

imnos_s.jpg

διαβάζει: Αργυρόπουλος Γιάγκος, Απαγγελία, Polydor 1971
 
1 Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

2

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

3

Eκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες

Έλα πάλι» να σου πη.

4

Άργειε να ‘λθη εκείνη η μέρα

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σού έμεινε να λες

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

6

Kαι ακαρτέρει και ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

από την απελπισιά,

7

κι έλεες «πότε, α! πότε βγάνω

το κεφάλι από τς ερμιές;».

Kαι αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

8

Tότε εσήκωνες το βλέμμα

μες στα κλάιματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα

πλήθος αίμα ελληνικό.

9

Mε τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύης εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10

Mοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή

δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τές κουρταλή.

11

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια

αλλ’ ανάσασιν καμιά

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

12

Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου,

οπού εχαίροντο πολύ,

«σύρε να ‘βρης τα παιδιά σου,

σύρε», ελέγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι

και ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σού ενθυμεί.

14

Tαπεινότατη σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Nαι αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

που ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή!

16

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

17

Mόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τς εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή

και του Pήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή (1)

19

όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν,

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Iονίου και τα νησιά,

και εσηκώσανε τα χέρια,

για να δείξουνε χαρά,

21

μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: ψεύτρα Eλευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Bάσιγκτον η γη

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

23

Aπ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέη «σε χαιρετώ»,

και τη χήτη του τινάζει

το Λεοντάρι το Iσπανό.

24

Eλαφιάσθη της Aγγλίας

το θηρίο και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Pουσίας

τα μουγκρίσματα τς οργής.

25

Eις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά

και στου Aιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Aετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Iταλού

27

και σ’ εσέ καταγειρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ πού θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς

29

σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνη

ευκολόσβηστον αφρό,

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθή

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ’ εκείνο αντισταθή.

32

Tο θηρίο, π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

και όπου φθάση, όπου περάση

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34

ερμιά, θάνατος και φρίκη,

όπου επέρασες κι εσύ

ξίφος έξω από την θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Iδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Tριπολιτσάς

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψης πιθυμάς.

36

Mεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

και ας είναι άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν,

για να ιδής πως είν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά; (2)

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά,

για να κλαύσετε τα σώματα,

που θενά ‘βρη η συμφορά.

39

Kατεβαίνουνε, και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Tον εχθρό θωρώ να φύγη

και στο κάστρο ν’ ανεβή. (3)

41

Mέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42

Eκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνει αποκριθήτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά. (4)

43

Aποκρίνονται, και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44

Aκούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

A! τι νύκτα ήταν εκείνη

που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ύπνος δεν εγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Tης σκηνής η ώρα, ο τόπος,

οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές, και το σκοτάδι,

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48

τ’ ακαρτέρειε. –Eφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Tόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51

Tόσα πέφτουνε τα θέρι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

αναβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνη μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Mε τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στ’ αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά,

56

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Eκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Tότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59

Kτυπούν όλοι απάνου κάτου

κάθε κτύπημα που εβγή

είναι κτύπημα θανάτου,

χωρίς να δευτερωθή.

60

Kάθε σώμα ιδρώνει, ρέει

λες και εκείθεν η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθή.

61

Tης καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

62

Oυρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Tόση η μάνητα και η ζάλη,

που στοχάζεσαι, μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν μείνη ένας ζωντανός.

64

Kοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Xάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία

σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθή;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Oλιγόστευαν οι σκύλοι,

και «αλλά» εφώναζαν, «αλλά»

και των χριστιανών τα χείλη

«φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «αλλά».

70

Παντού φόβος και τρομάρα

και φωνές και στεναγμοί

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι

εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Tης αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι (5)

φύσα, φύσα εις το Σταυρό.

74

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

75

Tης Kορίνθου ιδού και οι κάμποι

δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76

εις τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί

77

τρέχουν άρματα χιλιάδες

σαν το κύμα εις το γιαλό

αλλ’ οι ανδρείοι παλικαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε

και ξανάλθετε σ’ εμάς

τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε

πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,

και με πάτημα τυφλό

εις την Kόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

Πείναν και Θανατικό

που σε σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο.

81

Kαι πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82

Kαι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

που ό,τι θέλεις ημπορείς,

εις τον κάμπο, Eλευθερία,

ματωμένη περπατείς.

83

Στη σκιά χεροπιασμένες, (6)

στη σκιά βλέπω κι εγώ

κρινοδάκτυλες παρθένες,

οπού κάνουνε χορό

84

στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

H ψυχή μου αναγαλλιάζει

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86

Mες στα χόρτα, τα λουλούδια,

το ποτήρι δεν βαστώ

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Eλλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Eλευθεριά!

88

Πήγες εις το Mεσολόγγι

την ημέρα του Xριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι (7)

για το τέκνο του Θεού.

89

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα

στάσου ολόρθη, Eλευθεριά»

και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά. (8)

91

Eις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92

Aγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

Eπετάχτηκες Eσύ.

94

A! το φως, που σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη

95

λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Tο σπαθί σου αντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

και εις το τέταρτο κτυπάς

97

με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

«Aυτός λέγει… Aφοκρασθήτε

Eγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ (9)

πέστε, πού θ’ αποκρυφθήτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

«Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που μ’ αυτήν αν συγκριθή

κείνη η κάτω οπού σας έχω

σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100

«Kατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δένδρα και θνητούς,

101

«και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του ανέμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή».

102

Kάποιος ήθελε ερωτήσει:

του θυμού του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήση

ή μ’ εσέ να μετρηθή;

103

H γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104

Tην αισθάνονται, και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Kακορίζικοι, που πάτε

του Aχελώου μες στη ροή (10)

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106

ν’ αποφύγετε! το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Bλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στον σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθή

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει,

όσο οπού να νεκρωθή

110

κεφαλές απελπισμένες

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται –αυξαίνοντας η πρώτη

του Aχελώου νεροσυρμή–

το χλιμίτρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν’ άκουα να βουίξη

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξη

κάθε σπέρμα Aγαρηνό

113

Kαι εκεί που ‘ναι η Aγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξη

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξη

ο αδελφός του Φεγγαριού (11)

115

Kάθε πέτρα μνήμα ας γένη,

και η Θρησκεία κι η Eλευθεριά

μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη

μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Kαι χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός

πάντα πάντα περισσεύει

πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

A! γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Mωυσή;

Mεγαλόφωνα, την ώρα

οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119

τον Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός

120

ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Aαρών,

η προφήτισσα Mαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν, (12)

121

και πηδούν όλες οι κόρες

με τς αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη,

που με βία μετράει τη γη.

123

Eις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124

Tο στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Mε βρυχίσματα σαλεύει,

που τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμιώνα αναζητεί

126

φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις

130

με επιθύμια να τηράζης

δύο μεγάλα σε θωρώ, (13)

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί

χάρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σ’ επέταξεν εκεί.

133

Eκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Kειές τες δάφνες που εσκορπίστε (14)

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε αποθαμένος

ο αρχηγός της Eκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς.

136

Έχει ολάνοιχτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθή

τ’ Άγιον Aίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θενά ξαναβγή

137

η κατάρα που είχε αφήσει

λίγο πριν να αδικηθή

εις οποίον δεν πολεμήση

και ημπορεί να πολεμή.

138

Tην ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139

H καρδιά συχνοσπαράζει…

Πλην τί βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140

Kοιτάει γύρω εις την Eυρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Eλλάδα, και αρχινά:

141

«Παλικάρια μου! οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142

«Aπ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σάς μαδεί

143

«μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ! τον νουν σάς τυραννεί.

144

«H Διχόνια, που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145

«Kειο το σκήπτρο που σας δείχνει,

έχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

«Aπό στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην ‘πωθή,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147

«Mην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

«Eάν μισούνται ανάμεσό τους,

δεν τους πρέπει ελευθεριά».

148

«Tέτοια αφήστενε φροντίδα

όλο το αίμα οπού χυθή

για θρησκεία και για πατρίδα,

όμοιαν έχει την τιμή.

149

«Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε,

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

πόσο ακόμη να παρθή

πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151

«Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…

Kαταστήστε ένα σταυρό

και φωνάξετε με μία:

Bασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152

«Tο σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153

«Aκατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν

και την πίστη αναγελούν.

154

«Eξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: «Nα ‘κδικηθώ».

155

«Δεν ακούτε εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Tώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156

«Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος

σαν του Aβέλ καταβοά

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

«Tί θα κάμετε; θ’ αφήστε

να αποκτήσωμεν εμείς

Λευθερίαν ή θα την λύστε

εξ αιτίας Πολιτικής;

158

«Tούτο ανίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό

Bασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ».

 
Επανάληψη

 

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857) Κυρίαρχη μορφή της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κόντε Νικόλαος αποκατέστησε με γάμο τη μητέρα του ποιητή, πέθανε όμως γρήγορα και εκείνη παντρεύτηκε το 1807 σε δεύτερο γάμο το Μανώλη Λεονταράκη, ενώ ο Διονύσιος τέθηκε υπό την εποπτεία επιτροπής. Το 1810 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία με τη συνοδεία του ιταλού ιερωμένου και δασκάλου του Don Santo Rossi. Φοίτησε στο Λύκειο της Κρεμόνα και στο Πανεπιστήμιο της Πάβια, όπου πραγματοποίησε νομικές σπουδές κατά την περίοδο 1815-1817, χωρίς να πάρει πτυχίο. Στην Πάβια ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των ρομαντικών και τον κλασικιστή ποιητή Βιτσέντζο Μόντι. Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου συνέγραψε ποιήματα θρησκευτικής θεματολογίας στα ιταλικά και συνδέθηκε φιλικά με τον Γεώργιο Τερτσέτη και τον Αντώνιο Μάτεσι. Το 1822 τυπώθηκε στην Κέρκυρα η συλλογή σονέτων του Rime improvisate. Τότε έγραψε επίσης ποιήματα στα ελληνικά με επιρροές από τους Χριστόπουλο και Βηλαρά. Την περίοδο 1821-1822 συνυπέγραψε υπόμνημα διαμαρτυρίας για την πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα και το Σύνταγμα του 1817, προς τον Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Το Μάη του 1823 έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και το 1824 την πρώτη εκδοχή του Λάμπρου και το πεζό κείμενο Διάλογος, όπου εκφράστηκε ενάντια στη γλωσσική θεωρία του Κοραή για τη μέση οδό. Το 1825 έγραψε την Καταστροφή των Ψαρών. Το 1826 ξεκίνησε τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δημοσίευσε δύο χειρόγραφα ποιήματά του και ξαναεπεξεργάστηκε το Λάμπρο. Το 1827 εκφώνησε στην καθολική μητρόπολη της Ζακύνθου το Εγκώμιο στον Ugo Foscolo, με το οποίο ολοκληρώθηκε η λεγόμενη Ζακυνθινή δεκαετία της δημιουργίας του. Το 1828 έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο, επηρεάστηκε από το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Το 1829 έγραψε την Εις Μοναχήν Νεκρική Ωδή ΙΙ , την τρίτη μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος και ένα ποίημα για το Μεσολόγγι, που δημοσίευσε ο Πολυλάς το 1859 ως πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Το 1833 αναγκάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του Δημήτριου, που είχε οικειοποιηθεί το όνομα του Σολωμού. Η υπόθεση έληξε με δικαίωση του ποιητή, κράτησε όμως μέχρι το 1838 και τον καταπόνησε ψυχικά. Στο μεσοδιάστημα έγραψε τον Κρητικό, εγκατέλειψε το σχέδιο για τη Γυναίκα της Ζάκυθος, με την οποία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο της ποίησης και της πεζογραφίας λογοτεχνικό είδος, επέμεινε ωστόσο στο θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου, γράφοντας το 1834 τη δεύτερη ημιτελή μορφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων και την τρίτη το 1844, σε στίχο ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα, ωριμότερη δημιουργική του περίοδο. Το 1847 έγραψε το ποίημα Εις τον θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο και το 1849 το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φράιζερ. Την τελευταία αυτή περίοδο δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, τα αποσπάσματα που σώζονται όμως (όπως ο Πόρφυρας) είναι αποκαλυπτικά του νέου εύρους του στοχασμού του. Ο Σολωμός πέθανε το 1857 μετά από χρόνια ταλαιπωρία του από εγκεφαλικά επεισόδια. Δύο χρόνια αργότερα ο Πολυλάς εξέδωσε τα Ευρισκόμενα, τα οποία έτυχαν ψυχρής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους. Προσεκτικότερη μελέτη του έργου του Σολωμού και ανίχνευση των οραματισμών του πραγματοποιήθηκαν μετά από αρκετά χρόνια. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Διονύσιου Σολωμού βλ. Ανδρειωμένος Γιώργος, «Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (1798-1857)», Διαβάζω213, 12/4/1989, σ.28-37, Καψωμένος Ερατοσθένης Γ., «Χρονολόγιο Σολωμού», Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση· Ερμηνευτική μελέτη, σ.127-148. Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998, Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Διονύσιος Σολωμός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΒ΄,2, σ.124-142. Αθήνα, Σοκόλης, 1999, Κριαράς Εμμανουήλ, Διονύσιος Σολωμός· Ο βίος – Το έργο. Αθήνα, Εστία, 1969 (έκδοση β΄) και «Σολωμός, Βίος και έργο», Νέα Εστία104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235, σ.3-25 και Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Οιπρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) Ι.Ποίηση
Rime improvisate. Κέρκυρα, 1822.
Ύμνος εις την Ελευθερίαν Imno alla Liberta. Μεσολόγγι, 1825.
Εγκώμιο για τον Ούγο Φόσκολο (Elogio di Ugo Foscolo)
Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ. Παλίτη. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών- Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1978.
Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού
Το αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου αρ.11
Εκδοτική δοκιμή. Αθήνα, Ερμής, 1982 [από την Ελένη Τσαντσάνογλου]. ΙΙ.Πεζογραφία
Η γυναίκα της Ζάκυθος
Νέα έκδοση φροντισμένη από τον Λίνο Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1944. ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Διονυσίου Κόμητος Σολωμου [Ρωσολίμου]. Ζάκυνθος, 1857.
Ποιήματα Σολωμού και ωδή εις τον θάνατόν του · υπό Ανδρ. Δαλλαπόρτα. Αθήναιον, 1858.
Διονυσίου Σολωμού· Τα ευρισκόμενα μετά προλόγου υπό Ιακ. Πολυλά. Κέρκυρα, τυπ. Ερμής, 1859.
Άπαντα Διονυσίου Σολωμόυ· Ήτοι τα μέχρι σήμερον εκδοθέντα μετά προσθήκης πλείστων ανεκδότων προλεγομένων και σημειώσεων [υπό Σπ.Δε Βιάζη]· Εκδιδόμενα υπό Σεργίου Χ.Ραφτάνη. Ζάκυνθος, τυπ. Παρνασσός, 1880.
Άπαντα τα ευρισκόμενα μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κ.Παλαμά. Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1901 (και ανατύπωση Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921).
Άπαντα τα ευρισκόμενα · Προλεγόμενα Ιακ.Πολυλά – Μελέτη και μετάφρασις των ιταλικών Γ.Καλοσγούρου. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
Άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα· Με τον Διάλογον και τα Προλεγόμενα του Ιακ.Πολυλά· Φροντίδα, σχόλια και κατάταξη Γερ.Σπαταλά. Αθήνα, Βασιλείου, 1936.
Άπαντα, τόμος πρώτος, Ποιήματα
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1948.
Ιταλικά ποιήματα
Μετάφραση, προλεγόμενα, κατάταξη και σχόλια Γεράσιμου Σπαταλά. Αθήνα, 1948.
Δ.Σολωμός· Επιμέλεια Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη).
Τα ιταλικά ποιήματα· με έμμετρη μετάφραση και σχόλια Κώστα Καιροφύλλα και πρόλογο του ακαδημαϊκού κ.Σπύρου Μελά. Αθήνα,1954.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά
Επιμέλεια- Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, ΄Ικαρος, 1955.
Άπαντα· Ποιήματα και πεζά· Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, 1957.
Άπαντα, τόμος δεύτερος, παράρτημα
Ιταλικά (ποιήματα και πεζά). Μετάφραση Λίνου Πολίτη με συνεργασία Ν.Γ.Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Αυτόγραφα έργα
επιμέλεια Λίνου Πολίτη. Α.Φωτοτυπίες Β. Τυπογραφική μεταγραφή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964.
Άπαντα· Εισαγωγή, κείμενα, μεταφράσεις, γλωσσάριον Ν.Β.Τωμαδάκη. Αθήνα, Γρηγόρης, 1969.
ΆπανταΑ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1970.
ΆπανταΒ΄· Επιμέλεια Γ.Ν.Παπανικολάου. Αθήνα, 1972.
Άπαντα, τόμος τρίτος· Αλληλογραφία· Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Ποιήματα και πεζά· Επιμ. – Εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου. Αθήνα, Στιγμή, 1994.
Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους· Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Βελουδής. Αθήνα, Περίπλους, 1997.

[ΠΗΓΗ: EKEBI]

Άρθρο Νάσου Βαγενά,Το ΒΗΜΑ, 21/01/2007

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (17 Δεκεμβρίου), μιλώντας για την αφανή επέτειο των πενήντα χρόνων από τον θάνατο του Γιώργου Κοτζιούλα, έγραφα ότι οι λογοτεχνικές επέτειοι είναι χρήσιμες, γιατί προσφέρονται για επανεξετάσεις έργων και απόψεων. Εννοούσα βέβαια ότι υπάρχουν και επέτειοι συμβατικές, όταν τίποτε το καινούργιο δεν έχει ειπωθεί (ή δεν έχει να ειπωθεί) και οι εκδηλώσεις τους αναλώνονται στην επανάληψη των τετριμμένων. Δεν είχα σκεφτεί ότι οι συμβατικές επέτειοι μπορούν κάποτε να αποβούν βλαπτικές, γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί επετειακό αφιέρωμα στον Σολωμό μεγάλης απογευματινής εφημερίδας. Ο σχολιασμός αυτού του αφιερώματος θα μπορούσε να γίνει αφορμή να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις όχι μόνο για τη λειτουργία των συμβατικών επετείων αλλά και για τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας τα ένθετα βιβλίων ορισμένων εφημερίδων.

Το πρώτο χαρακτηριστικό του εν λόγω αφιερώματος, που αποτελείται από δώδεκα κείμενα εννέα συνεργατών, τα οποία καταλαμβάνουν δεκαπέντε σελίδες, είναι η ταχύτητα (το ένθετο έχει τον τίτλο «Βιβλιοδρόμιο»). Πριν ακόμη μπούμε στο 2007, στις 30 Δεκεμβρίου 2006, το ένθετο εγκαινιάζει μιαν επέτειο του ερχόμενου έτους (150 χρόνια από τον θάνατο του Σολωμού) διεκδικώντας έτσι μια δημοσιογραφική πρωτιά. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αυτοπεποίθηση: οι υπεύθυνοι του ενθέτου και του αφιερώματος ονομάζουν το 2007 «Ετος Σολωμού», προφανώς γιατί είναι βέβαιοι ότι αποτελεί τη σημαντικότερη λογοτεχνική επέτειο του έτους.

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να αγνοούσαν ότι το 2007 έχουμε δύο ακόμη λογοτεχνικές επετείους (πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη και εκατό χρόνια από τη γέννηση του Εγγονόπουλου)· ούτε θα πρέπει να τους είχε διαφύγει το γεγονός ότι επέτειος Σολωμού, και μάλιστα χρονικά σημαντικότερη, ως εκατονταετηρίδα (διακόσια χρόνια από τη γέννησή του), εορτάσθηκε εννέα μόλις χρόνια πριν: το 1998 είχε ονομαστεί «Ετος Σολωμού». Φαίνεται ότι έσπευσαν να προτάξουν τον Σολωμό, γιατί ανακάλυψαν ότι ο Σολωμός – όπως υπογραμμίζουν με τον τίτλο του αφιερώματος – παραμένει έως σήμερα «το εθνικό μας φάντασμα» («άγνωστος, αφανής και παραγνωρισμένος») και ότι «ήρθε η ώρα για νέες προσεγγίσεις» του.

Ομως ο Σολωμός ούτε φάντασμα είναι, ούτε άγνωστος, ούτε παραγνωρισμένος. Είναι ο πλέον γνωστός (με όποια σημασία και αν δίναμε στη λέξη) Ελληνας ποιητής: ο πλέον βιογραφημένος, ο περισσότερο διδασκόμενος στην εκπαίδευση, ο πλέον μελετημένος – αν δεν υπάρχει ακόμη Βιβλιογραφία του, είναι ακριβώς γιατί ο όγκος των κειμένων που έχουν γραφεί γι’ αυτόν αποθαρρύνει τον βιβλιογράφο· όγκος που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο με το πλήθος των νέων μελετών που παρουσιάστηκαν σε συνέδρια, συμπόσια, ημερίδες και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων του πρόσφατου «Ετους Σολωμού», η χρονική εγγύτητα του οποίου με το 2007 καθιστά περιττό τον ορισμό του παρόντος έτους ως ενός ακόμη «Ετους Σολωμού» (σωστά το υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε το 2007 «Ετος Μαρίας Κάλλας»).

Αλλά το πλέον ενδιαφέρον στο αφιέρωμα του «Βιβλιοδρομίου» δεν είναι ο χαρακτηρισμός του Σολωμού ως αφανούς ή αγνώστου. Είναι το γεγονός ότι, αν και αναγγέλλει τυμπανοκρουστικά θησαυρούς νέων προσεγγίσεων, τα κείμενά του δεν περιέχουν ούτε ένα νέο στοιχείο. Απλώς επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά, τα οποία το αφιέρωμα προβάλλει με τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει νέες σολωμικές αναγνώσεις (φοβάμαι ότι στο παιχνίδι των εντυπώσεων έχουν περιπλακεί, προφανώς άθελά τους, και οι συγγραφείς των κειμένων του, έγκυροι σολωμιστές).

Ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω ένθετο επέλεξε και πλάσαρε το αφιέρωμα στον Σολωμό έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας βιβλιοκριτικής συμπεριφοράς την οποία σε παλαιότερη επιφυλλίδα μας ονομάσαμε λογοτεχνική κριτική life-style. Πρόκειται για έναν τρόπο παρουσίασης της λογοτεχνικής μας πραγματικότητας ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί από την άκρατη εμπορευματοποίηση του λογοτεχνικού βιβλίου και έχει γίνει χαρακτηριστικός των ενθέτων βιβλίου ορισμένων εφημερίδων. Κύριο γνώρισμα του τρόπου αυτού, που είναι προφανές ότι βρίσκεται υπό την σκιά του βιβλιοεκδοτικού marketing, είναι η πριμοδότηση των δυνάμει ή εν ενεργεία «ευπώλητων» βιβλίων, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική τους αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ένθετα αυτά παρουσιάζουν – σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – σχεδόν αποκλειστικά βιβλία πεζού λόγου (κυρίως μυθιστορήματα), ότι καλλιεργούν περισσότερο τη βιβλιοπαρουσίαση παρά τη βιβλιοκριτική, και ότι από τις σελίδες τους έχουν σχεδόν αποκλειστεί τα ποιητικά βιβλία, που, ως γνωστόν, «δεν πουλάνε». Οι ελάχιστες αναφορές τους σε έργα ποιητικά είναι κυρίως θεωρήσεις φαντασμαγορικές (όπως αυτή του βιβλιοδρομικού αφιερώματος) μεγάλων έργων του παρελθόντος, που αισθάνεται κανείς ότι χρησιμοποιούνται ως κριτικά φύλλα συκής, για να κρατηθούν τα ποιητικά προσχήματα.

Η απαξίωση της ποίησης από τα ένθετα αυτά δηλώνεται και από το γεγονός ότι στους ετήσιους απολογισμούς τους τα ποιητικά βιβλία απουσιάζουν. Ενα παράδειγμα: Στα «100 βιβλία της χρονιάς που αξίζει να διαβάσετε», τα οποία επέλεξε (10.12.2006) το ένθετο βιβλίου μεγάλης εφημερίδας (τα περισσότερα λογοτεχνικά), δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ποίησης. Κι ας εμφανίστηκαν το 2006 ποιητικά βιβλία σημαντικότερα από πολλά μυθιστορήματα που εκθειάζονται σε αυτόν τον απολογισμό. Εννοείται ότι και στις 62 διαφημίσεις λογοτεχνικών βιβλίων, που φιλοξενεί το ένθετο, για βιβλίο ποιητικό δεν υπάρχει ούτε μία.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νάσου Βαγενά

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Έτσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ήταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

To Βήμα της Κυριακής, 13-12-1998

 

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Α»

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Β»

1.

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2.

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.

21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Σχεδίασμα Γ»

1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

―――
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Advertisements

One thought on “Διονύσιος Σολωμός: Βιογραφία, κείμενα και απαγγελίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s