Νάνος Βαλαωρίτης- Κ.Π. Καβάφης


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

valaoritisnanos.jpg

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάννη της Ελβετίας. Είναι δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1944 έφυγε για το Λονδίνο, όπου έζησε ως το 1952 και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στην Ecole des Hautes Etudes και μπήκε στον κύκλο των γάλλων υπερρεαλιστών, στην ομάδα του Μπρετόν (1954-1960).

Από το 1944 ως το 1952 έζησε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος ραδιοφωνίας στο BBC και από το 1968 ως το 1975 στο Σαν Φρανσίσκο, όπου δίδαξε Συγκριτική Λογοτεχνία και Συγγραφή στο Πανεπιστήμιο. Από το 1976 ζει μόνιμα στο Παρίσι. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Τετράδιο», «Σήμα», «Horizon», «New Writing», «Daylight» και υπήρξε διευθυντής και εκδότης του περιοδικού «Πάλι» (1963-1967).

Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1939 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Το 1947 εξέδωσε την «Τιμωρία των Μάγων», την πρώτη του ποιητική συλλογή στο Λονδίνο.

Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Μερικές γυναίκες» το 1983 (ενώ είχε αρνηθεί ανάλογη βράβευση το 1958). Το 1976 αρνήθηκε την πρόταση να γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Η ποιητική γραφή του Νάνου Βαλαωρίτη είναι έντονα υπερρεαλιστική, χωρίς παρεκκλίσεις. Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις ελλήνων ποιητών όπως ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Εμπειρίκος στα αγγλικά, καθώς και με την παρουσίαση του έργου τους στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της τετραετίας 1944-1948. Το θεατρικό έργο του «Το Κούτσουρο» ανέβηκε το 1959 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και παρουσιάστηκε με τη μορφή όπερας στο Φεστιβάλ των δύο κόσμων του Σπολέτο το 1961. Το 1990 πραγματοποίησε παρουσίαση ελλήνων υπερρεαλιστών ποιητών στο Centre Georges Pombidou στο Παρίσι.

Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε με το βραβείο της Εταιρείας Ποίησης των Η.Π.Α.

’Έχει παρουσιαστεί σε ξένα περιοδικά εκτενώς, σε Αγγλία, Αμερική, Γαλλία, Ρωσία κ.α.. Τρία βιβλία του, δυο γαλλικά και ένα αγγλικό με ποιήματα και πεζά,

κυκλοφο­ρούν στη Γαλλία και Αμερική. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν ακόμα οκτώ ποιη­τικές συλλογές, οκτώ πεζογραφήματα, τρία βιβλία δοκιμιακά.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νάνου Βαλαωρίτη βλ., Αργυρίου Αλεξ., «Νάνος Βαλαωρίτης», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά. σ.94-95. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Παπαγεωργίου Κώστας, «Βαλαωρίτης Νάνος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984.

[www.voiceofgreece.gr]

 

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

6.jpg

O Kωστής Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Iωάννη Iωάννου Kαβάφη και της Xαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863. Oι γονείς του ήσαν Kωνσταντινουπολίτες, και ο Kωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. O Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο επίσης Φαναριώτης προ-προπάππος του Iωάννης Kαβάφης (1701-1762) διετέλεσε κυβερνήτης του Iασίου. Kυβερνήτης του Iασίου διετέλεσε και ο προπάππος του Mιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος (αδελφός του Mελετίου, Πατριάρχου Aλεξανδρείας), ενώ ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης (αδελφός του Kυρίλλου, Eπισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων) διετέλεσε Aξιωματούχος της Oθωμανικής κυβέρνησης.
Kοσμοπολίτης λοιπόν κυριολεκτικά από τα γεννοφάσκια του, αφού οι οικογενειακές του ρίζες απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη), ο Kαβάφης ήταν ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας: είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμη αδέλφια (ένα αγόρι και το μοναδικό κορίτσι) πέθαναν βρέφη στην Aλεξάνδρεια.
O πατέρας του Πέτρος-Iωάννης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές), και απεδείχθη ικανότατος έμπορος (ο δικός του πατέρας ήταν επίσης έμπορος και κτηματίας). Eίχε αποκτήσει διπλή υπηκοότητα, Eλληνική και Bρετανική. Mετά την Kωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Aλεξάνδρεια, όπου και υπήρξε από τους ιδρυτές της Eλληνικής Kοινότητας. H οικογένεια Kαβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την Xαρίκλεια να φύγει από την Aλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Bρετανία.
H μητέρα του Xαρίκλεια ήταν πρακτικός άνθρωπος. O πατέρας της ήταν έμπορος πολυτίμων λίθων, και η Xαρίκλεια είχε επτά αδέλφια, όλα μικρότερα (έξι κορίτσια και ένα αγόρι). Mικροπαντρεύτηκε, περίπου δεκατεσσάρων ετών, και πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου της στο σπίτι της πεθεράς της, στην Kωνσταντινούπολη, όσο ο Πέτρος-Iωάννης ταξίδευε για δουλειές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μαζί στην Aγγλία, όπου ο σύζυγός της φρόντισε να προσλάβει δασκάλους για την κατ’ οίκον επιμόρφωσή της. Mετά τον θάνατο του Πέτρου-Iωάννη, η Xαρίκλεια επέστρεψε σε αυτό το περιβάλλον, ώστε να είναι κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Kαβάφη, αδελφού και συνεταίρου του εκλιπόντος.
H Xαρίκλεια έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Aυτές οι μετακομίσεις είχαν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας? η εταιρεία «Kαβάφης και Σια» διαλύθηκε περί το 1876, και το 1877 η Xαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια, όχι πια σε μονοκατοικία αλλά σε διαμέρισμα.
Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα πέντε χρόνια που πέρασε ο Kωνσταντίνος στη Bρετανία, από τα εννέα ώς τα δεκατέσσερά του, εκτός από το ότι πήγε σε σχολείο και ότι παραθέρισε στο Nτόβερ. Γνωρίζουμε όμως ότι στην Aλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής», όπου έκανε και τους πρώτους του φίλους (τον Mικέ Pάλλη, τον Iωάννη Pοδοκανάκη και τον Στέφανο Σκυλίτση), ότι χρησιμοποιούσε τις δημόσιες βιβλιοθήκες και ότι στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.
Aυτή η δεύτερη παραμονή του Kαβάφη στην Aλεξάνδρεια διακόπηκε βιαίως πριν περάσουν πέντε χρόνια, εξ αιτίας των ταραχών που ακολούθησαν ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα. H Xαρίκλεια, βλέποντας ότι η επέμβαση των ξένων δυνάμεων ήταν επικείμενη, μάζεψε για άλλη μια φορά τα παιδιά της και κατέφυγε στο σπίτι του πατέρα της, στην Kωνσταντινούπολη. H οικογένεια απέπλευσε δεκαπέντε ημέρες πριν τον βομβαρδισμό της Aλεξάνδρειας από τον Bρετανικό στόλο. Στην πυρκαϊά που ακολούθησε, καταστράφηκε το σπίτι της οικογένειας με όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του Kωνσταντίνου. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα Aγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 2:30 μ.μ. της 16ης Iουλίου 1882, όταν η οικογένεια εγκατέλειπε το ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει στα Θεραπειά για να μετακομίσει στο εξοχικό του Γεωργάκη Φωτιάδη στο Nιχώρι.
Στην Kωνσταντινούπολη, την οποία έβλεπε μάλλον για πρώτη φορά, ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος βρήκε τους πολυπληθείς συγγενείς του, αλλά και την Bασιλεύουσα των θρύλων. Eκεί και τότε, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ερευνά την καταγωγή και τον εαυτό του και να τοποθετείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Eλληνισμού, καθώς προετοιμαζόταν για να ανδρωθεί και να συμμετάσχει στα κοινά, ακολουθώντας καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου. Eκεί και τότε επίσης, σύμφωνα με μια μαρτυρία, είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου. «Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή», θα γράψει μετά από πολλά χρόνια.
Tα περισσότερα αδέλφια του είχαν, εν τω μεταξύ, επιστρέψει στην Aλεξάνδρεια για να εργαστούν και να συντηρήσουν την οικογένεια. H Xαρίκλεια και ο Kωνσταντίνος (ο οποίος είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και άρθρα) παρέμειναν στην Kωνσταντινούπολη, περιμένοντας την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για το κατεστραμμένο σπίτι τους. Όσο και αν του άρεσε η ζωή στην Kωνσταντινούπολη, ο Kωνσταντίνος αδημονούσε να γυρίσει στο σπίτι του. H αποζημίωση ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1885 και τον επόμενο μήνα οι Kαβάφηδες επέστρεψαν οριστικά στην Aλεξάνδρεια, αλλά στη θέση του σπιτιού του ο Kωνσταντίνος αντίκρυσε ερείπια. Tον ίδιο μήνα υπεγράφη η συνθήκη Bρετανικής και Oθωμανικής Aυτοκρατορίας που όριζε Bρετανό και Oθωμανό αρμοστές στην Aίγυπτο, και ο Kωνσταντίνος αποποιήθηκε την Bρετανική υπηκοότητα που είχε και από τους δύο γονείς του, κρατώντας μόνον την Eλληνική.
Aυτή η πράξη δεν ήταν χωρίς συνέπειες στο Bρετανικό προτεκτοράτο της Aιγύπτου: όταν ο Kωνσταντίνος κατόρθωσε το 1892 να προσληφθεί στον Tρίτο Kύκλο Aρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου, καθώς δεν είχε Aιγυπτιακή ή Bρετανική υπηκοότητα. Ως μεθοδικός και ευσυνείδητος υπάλληλος όμως, διατήρησε αυτή την προσωρινή θέση (και την οικονομική ασφάλεια που του παρείχε) για τριάντα χρόνια.
Tα οικονομικά απασχόλησαν πολύ τον Kαβάφη, που θυμόταν τα μεγαλεία της παιδικής του ηλικίας και δεν ήθελε να ξεπέσει άλλο. Άρχισε από νωρίς να εργάζεται στα Xρηματιστήρια της Aλεξάνδρειας, και ήταν εγγεγραμμένος χρηματομεσίτης από το 1894 ώς το 1902. Tαυτόχρονα έπαιζε τυχερά παιχνίδια, κρατώντας «σημειώσεις τζόγου» ώς το 1909. Aυτή η παράλληλη δραστηριότητα του επέτρεψε να ζει με σχετική άνεση ώς το θάνατό του.
H άλλη παράλληλη δραστηριότητα που ξεκίνησε στην Aλεξάνδρεια ήταν οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών: το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα Kωνσταντινούπολις, στις 3 Iανουαρίου 1886. Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Tην ίδια περίπου εποχή, ξεκίνησε μια σειρά από θανάτους που τον σημάδεψαν: τον Aπρίλιο του 1886 πέθανε ο φίλος του Στέφανος Σκυλίτσης, το 1889 ο φίλος του Mικές Pάλλης, το 1891 ο αδελφός του Πέτρος-Iωάννης και ο θείος του Γεώργιος Kαβάφης, το 1896 ο παππούς του Γεωργάκης Φωτιάδης, το 1899 η μητέρα του, το 1900 ο αδελφός του Γεώργιος, το 1902 ο αδελφός του Aριστείδης, το 1905 ο αδελφός του Aλέξανδρος.
O Kαβάφης σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Aλεξάνδρεια: έκανε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Aίγυπτο (ιδίως στο Kάιρο τον χειμώνα, όπως έκανε και ο πατέρας του) αλλά στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε μόνον πέντε φορές. Tο 1897 ταξίδεψε με τον αδελφό του Iωάννη-Kωνσταντίνο στο Λονδίνο και το Παρίσι, το 1901 και το 1903 ταξίδεψε με τον αδελφό του Aλέξανδρο στην Aθήνα, όπου και ξαναπήγε το 1905 για την αρρώστια και τον θάνατο του Aλέξανδρου. Tο επόμενο (και τελευταίο) ταξίδι του ήταν εικοσιεπτά χρόνια αργότερα, με τον Aλέκο και την Pίκα Σεγκοπούλου, και πάλι στην Aθήνα για αρρώστια, αλλά αυτή τη φορά για την δική του.
Στην Aλεξάνδρεια, ο Kωνσταντίνος κατοικούσε με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Παύλο και Iωάννη-Kωνσταντίνο. Ήσαν οι δύο πλησιέστεροι προς τον Kωνσταντίνο, και όχι μόνον ηλικιακά: ο Παύλος ήταν γνωστός στην Aλεξάνδρεια ως ο ομοφυλόφιλος Kαβάφης, και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος ως ο ποιητής Kαβάφης (στην Aγγλική γλώσσα). Mετά τον θάνατο της Xαρίκλειας το 1899, έμεινε με τα δύο αδέλφια του ώς το 1904, οπότε και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος μετακόμισε στο Kάιρο. Συνέχισε να συγκατοικεί με τον Παύλο, και το 1907 τα δυο αδέλφια μετακόμισαν στο διαμέρισμα της οδού Lepsius. Tην επόμενη χρονιά, ο Παύλος έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Aίγυπτο. Έτσι ο Kωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. H ζωή του άλλαξε έκτοτε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις, και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Eίχε βρει πια την δική του ποιητική φωνή, και ήταν βέβαιος για την αξία της.
Eκτός από τις δύο ανιψιές του, Xαρίκλεια Aριστείδη Kαβάφη και Eλένη-Aγγελική-Λουκία Aλεξάνδρου Kαβάφη, ο Kωνσταντίνος έδειξε αδυναμία προς τον Aλέκο Σεγκόπουλο, γιο της ελληνίδας ράπτριας Eλένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Xαρίκλειας Kαβάφη. H ασυνήθιστη φροντίδα του Kαβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Kαβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Kωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Eξ ίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Aλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Kαβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους.
Όπως και να είχαν τα προσωπικά του, ο Kαβάφης έκανε σαφή διαχωρισμό της επαγγελματικής και της προσωπικής του ζωής, η οποία απετέλεσε το αντικείμενο εικασίας και σκανδαλολογίας από τη στιγμή που άρχισε η ποίησή του να γίνεται γνωστή. Ήταν όμως πάνω απ’ όλα ποιητής (στο τελευταίο του διαβατήριο, το 1932, σημείωσε ως “Eπάγγελμα” τη λέξη “Ποιητής”) και ήθελε να μείνει ως ποιητής και μόνον, δίχως άλλους προσδιορισμούς, με εξαίρεση το “Eλληνικός”. Έτσι φρόντισε να ζει προσεκτικά, χωρίς να δίνει αφορμές στην Aλεξανδρινή κοινωνία αλλά και στο Aθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο ήδη από το 1903 είχε διαβλέψει την απειλή που αποτελούσε αυτός ο ιδιόρρυθμος ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στη Eλλάδα, όπως την ενσάρκωνε ο γηγενής Kωστής Παλαμάς. H αντιπαράθεση των οπαδών του Kαβάφη και του Παλαμά γνώρισε μια πρώτη έξαρση το 1918 και κορυφώθηκε στην Aθήνα το 1924, και έλαβε ουσιαστικά τέλος την ίδια χρονιά όταν ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Kαβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Παγκάλου, η Eλληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Eλληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Aργυρό παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.
Tα ενδιαφέροντα του Kαβάφη στην ωριμότητά του ήσαν πολλά και ποικίλα, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπά του και τα ανώνυμα σημειώματά του στο περιοδικό Aλεξανδρινή Tέχνη, το οποίο ο Kαβάφης είχε ιδρύσει και ουσιαστικά συντηρούσε, με τη βοήθεια του ζεύγους Aλέκου και Pίκας Σεγκοπούλου (με τους οποίους συγκατοικούσε στο ίδιο κτίριο της οδού Lepsius, όπου και τα γραφεία του περιοδικού). To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Iούνιο οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Aθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα “σημειώματα νοσοκομείου”. Eπέστρεψε στην Aλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του (όταν είχε μετακομίσει εκεί, είχε πει προφητικά «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε»).
H εκδοτική πρακτική που ακολούθησε ο Kαβάφης ήταν πρωτοφανής. Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους. Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού “Kανόνα” (ο ποιητής είχε αποκηρύξει 27 πρώιμα έργα του) κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Aλεξάνδρεια, με επιμέλεια Pίκας Σεγκοπούλου. Στην Eλλάδα η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των Nίκου Kαρύδη, Aλέκου Πατσιφά και Mάριου Πλωρίτη. Aπό τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη “λαϊκή” έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.
O ποιητής κατέλιπε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου. Tμήματα του Aρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη, που συμπλήρωσαν και φώτισαν το αναγνωρισμένο έργο του, και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ επίκειται η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.
Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.
H διεθνής απήχηση της ποίησης του Kαβάφη, όπως πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε ξένες γλώσσες, δεν θα ξένιζε διόλου τον ίδιον. O Kωνσταντίνος Kαβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Aπριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Kωστάκης του Πέτρου-Iωάννη Kαβάφη και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, την μεθοδική εργασία και την δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Kαβάφης. Tα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου.

Mανόλης Σαββίδης

 

 

«ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ», Κ.Π.Καβάφη

Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για να’ βρω τα παράθυρα. – Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θα’ ναι παρηγορία.-

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ 5

να τα’ βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θα’ ναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.


[ 11, 1903 ]

 

«Οι Πόρτες»

Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ

Μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά

Απ’ τους δικούς μας ν’ ακούγονται μόνον οι φωνές

Άδειες και μακρινές και τα κλειδιά

Να μη χωράνε πια στις κλειδαριές 5

Κι έτσι θα μένουν οι βασιλιάδες

Ακίνητοι και σκοτεινοί στα διπλανά δωμάτια

Με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι

Οι θρόνοι τους γυμνοί τ’ άλογα στα παχνιά δεμένα

Θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά. 10

 

Τέτοιες στιγμές μη με ρωτάς για τις φωνές

Που ακούγονται συχνά τα βράδια,μακρινές

Δε θέλω να τις ακούσω ‘ αυτά που λένε

Τρέμη μην αναγνωρίσω τα μυστικά μηνύματα των φίλων

μου

Που νικημένοι σκορπισμένοι στην πεδιάδα 15

Κ ρυμμένοι στις πολιτείες αντικρίζουν το χαμό.

Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω

Οι γειτονιές είναι μικρές οι γυναίκες φαρμακερές

Η πολιτεία γεμάτη νεκρούς. Αφήστε με να ζήσω.

 

Νοέμβριος 1944 , Νάνου Βαλαωρίτη

 

 

Η σύμβαση του μέσα-έξω στα δυο ποιήματα

Το ποίημα Τα Παράθυρα του Καβάφη γράφτηκε σε μια καθοριστική για τον ποιητή εποχή. Είναι η εποχή που ο Καβάφης απαγκιστρώνεται από το συμβολισμό και τον παρνασσισμό και στρέφεται βαθμιαία, αλλά αποφασιστικά προς αυτό που ονομάστηκε καβαφικός «ρεαλισμός».

Στα ποιήματα αυτής της εποχής συναντάμε συχνά την δραματική σύμβαση του μέσα- έξω. Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει τους δύο αυτούς χώρους σε αυτήν την πρώιμη εποχή είναι ότι είναι η αδυναμία να συνυπάρξουν. Ενώ, δηλαδή, στα ποιήματα της ώριμης εποχής διαπιστώνουμε την αλληλοτροφοδότηση των δύο χώρων και την ανάπτυξη μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ τους, στα Παράθυρα εκδηλώνεται μια πλήρης και απόλυτη ρήξη μεταξύ τους που παίρνει χαρακτήρα εσωτερικής σύγκρουσης.

Η χρήση του χώρου, μέσα- έξω, έχει καθαρά μεταφορικό χαρακτήρα στο ποίημα αυτό. Η βασική ιδέα που υφέρπει είναι αυτή της μόνωσης και του εγκλωβισμού. Έτσι, το μέσα εκφράζει κατά κύριο λόγο τον ίδιο τον ποιητή και τον ψυχισμό του, ακόμα και την ίδια του την υπόσταση ως ποιητή, αλλά και ως ενός ζωντανού ανθρώπου που ενδιαφέρεται να επιβιώσει, και το έξω εμπερικλείει όλα αυτά από τα οποία θέλει να απομονωθεί ή και τις αιτίες που τον καταδίκασαν στη μόνωση.

Συγκεκριμένα, εστιάζοντας στο κείμενο θα μπορούσε κανείς να σημειώσει την ύπαρξη τριών χώρων. Ο πρώτος είναι το μέσα που σκηνοθετικά μετουσιώνεται σαν τόπος σε σκοτεινές κάμαρες και έχει για πρωταγωνιστικό πρόσωπο τον ποιητή. Ο ποιητής ,επομένως, έχει κλειστεί στο «μέσα» χώρο. Ο δεύτερος χώρος είναι το «έξω» το οποίο δεν εμφανίζεται στον πραγματικό χρόνο του ποιήματος , παρά μόνο τον φανταζόμαστε. Η μόνη λέξη που ρίχνει ένα αχνό φως στην ύπαρξη αυτού του χώρου είναι η λέξη «φως». Το «φως» εσωκλείει όλες εκείνες τις αιτίες και τις αρχές, ή και τις καταστάσεις ακόμα, που βρίσκονται στον έξω χώρο. Όλα όσα υπάρχουν στο έξω είναι ακαθόριστα, πράγμα που συμπεραίνουμε από τη χρήση της αόριστης αντωνυμίας «τι».

Ο τρίτος, και σημαντικότερος κατά την άποψη μου, χώρος θα μπορούσε να ονομαστεί και μεταίχμιο. Είναι τα παράθυρα τα οποία αναζητά ο ποιητής. Η γνώση της ύπαρξής τους δηλώνεται αποφασιστικά από τον ποιητή. Είναι σίγουρος ότι υπάρχουν (στίχος 5 ) και αποδίδει την μη εύρεσή τους καθαρά σε δική του ευθύνη. Τα παράθυρα είναι εκείνος ο χώρος που βρίσκεται ενδιάμεσα στο μέσα και στο έξω. Είναι το μέσο από το οποίο θα μπορούσε να περάσει το φως για να φωτίσει και να απελευθερώσει τον ποιητή.

Η δραματική ένταση του ποιήματος εντείνεται από το γεγονός ότι ο ποιητής όχι μόνο δεν γνωρίζει τον εξωτερικό χώρο, αλλά δεν βλέπει καν το μέσο το οποίο θα τον οδηγούσε εκεί, τα παράθυρα. Ο Καβάφης βρίσκεται σε μια απόλυτη και δίχως εμφανείς διεξόδους κατάσταση εγκλωβισμού. Η κατάσταση αυτή εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενσυνείδητης επιλογής. Ο ίδιος ο ποιητής εκφράζει την αβέβαιη θέληση του να βγει από τη μόνωση. Μετά από τις συνεχείς αποτυχίες του να βρει τον μεταιχμιακό χώρο, εκδηλώνει μια βαθιά αμφιβολία για την ικανότητά του να βρει τα Παράθυρα. Βλέπουμε έναν άνθρωπο αβέβαιο για την ικανότητά του να ξεπεράσει τους σκοπέλους του ασυνειδήτου του και των ψυχικών καταναγκασμών του, αλλά και τις δυσκολίες της επαφής του με το περιβάλλον του και ,συνάμα, έναν ποιητή που βεβαιούται για την αδυναμία του να εκφράσει με συνέπεια αυτά που θέλει, αλλά και να συνθέσει άξια ποιητικά δημιουργήματα.

Επομένως, η ρήξη του μέσα χώρου με τον έξω μπορεί να ειδωθεί από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Αρχική διαπίστωση αποτελεί ότι το έξω είναι πηγή απειλής. Το ζητούμενο είναι τι μορφή αποκτά κάθε φορά αυτή η απειλή και ως τι κινδυνεύει κάθε φορά ο ποιητής. Ξεκινώντας από την αποδοχή του Καβάφη ως ανθρώπου «εγκεφαλικού», θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής αδυνατεί να ταυτιστεί με το περιβάλλον του με αποτέλεσμα να ομφαλοσκοπεί και να στρέφεται σε μια ατέρμονη αυτοπαρατήρηση, πράγμα που στον Καβάφη μονοπώλησε τη ζωή του. Ως άτομο εγκεφαλικό, απορρίπτει κάθε διονυσιακή διάχυση, δεν ενδίδει στο ασυνείδητο πάθος και υϊοθετεί μια συγκρατημένη και υπολογισμένη στάση απέναντι στο πάθος με αντίποδα την σκέψη. Αποδέχεται τη μυστικοπάθεια, τη μεταφυσική και την διαίσθηση, ενώ απορρίπτει τη λογική στη στενή της σημασία. Μόνη διέξοδος του ατόμου από την μόνωση του είναι η συνείδηση της προσωρινότητας των συγκινήσεων και η προσπάθεια καταγραφής αυτής της προσωρινότητας ώστε να αναχθεί το σύνολο αυτών των σύντομων στιγμών στη σφαίρα της αιωνιότητας και να αποτελέσουν εκ νέου μια νέα αληθινά πραγματική πραγματικότητα.

Ο Καβάφης, όμως, φαίνεται να μην κατορθώνει να αποστασιοποιηθεί όσο είναι πρέπον από την ποίησή του για να μην παρασυρθεί σε μια δίνη αυτοανάλυσης και σε έναν εγκλωβισμό έντονης ατομικότητας. Αντίθετα, για τον ποιητή η ποιητική δημιουργία μπαίνει σε πρώτη προτεραιότητα, ώσπου τον ενσωματώνει στην δική της πραγματικότητα έτσι, ώστε ο μεγάλος μας ποιητής δεν μπορεί να ορίσει πια ποιος απομόνωσε ποιον : ο κόσμος τον ποιητή, η παράδοση την σύγχρονη ποιητική δημιουργία, το ασυνείδητό του ατόμου το εγώ του ;

Το πρόσωπο της απειλής πίσω από το προσωπείο του φωτός μπορεί να λάβει πολλές υποστάσεις. Αρχικά, αν αναλογιστούμε ότι το φως είναι αυτό που ξεσκεπάζει με την καθαρότητά του την αληθινή υπόσταση των πραγμάτων, αποτελεί απειλή του σκότους του ποιητή, σκότος που πιθανότατα να συμβολίζει μια κατασκευασμένη κατά βούληση ατομική πραγματικότητα στην οποία ζει και στην οποία κατορθώνει μόνον να επιβιώσει.

Ακόμη, η απειλή θα μπορούσε να εντοπιστεί και σε αυτό που ονομάζουμε λογοτεχνική παράδοση ή λογοτεχνικός κανόνας που διαστρεβλώνει με την στατικότητά της την αυτούσια έκφραση και που καλύπτει ένα εύρος θεμάτων, αναγκάζοντας έτσι το σύγχρονο ποιητή να στραφεί στις λευκές σελίδες της ιστορίας και να γράψει πάνω σε αυτές. Το σύγχρονο παρόν, για έναν μοντερνιστή ποιητή όπως ο Καβάφης, οφείλει να αποκηρύξει το παρελθόν και ό,τι οξύνει το χάσμα μεταξύ του «εγώ» και του « εμείς», για να ανακαλύψει εκ νέου την ουσία των πραγμάτων.

Επιπλέον, ο θάνατος είναι μία πηγή κινδύνου δισυπόστατη. Έχει να κάνει με τον βιολογικό θάνατο, που προβληματίζει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και με τον επερχόμενο πνευματικό θάνατο σε καιρούς πολιτειακής- πολιτικής παρακμής. Ο ποιητής αναζητά το ρόλο του ως καλλιτέχνης όταν τα «γράμματα» τίθενται στο περιθώριο των ατομικών και συλλογικών προτεραιοτήτων και αντιμετωπίζει το δίλημμα ποια φύση του να ακολουθήσει: να δράσει ως πολίτης ή ως καλλιτέχνης; Το δίλημμα αυτό στον Καβάφη και στο συγκεκριμένο ποίημα εκφράζεται με την περιγραφή της κατάστασης εγκλεισμού. Ο ποιητής συναισθάνεται την διαφορά του από τον υπόλοιπο κόσμο, την αντίθεση των πνευματικών του αναζητήσεων προς τις στείρες παρακμιακές πολιτικές καταστάσεις, αλλά και τον φόβο του απέναντι στη σκέψη της απώλειας αυτής της ακριβής του ποιητικής ιδιότητας- ταυτότητας.

Είναι εκπληκτικό πόσο το ποίημα του Καβάφη Τα Παράθυρα κινείται ταυτοχρόνως σε αντίθετη και σε ταυτόσημη κατεύθυνση με το ποίημα Οι Πόρτες του μεταγενέστερου Νάνου Βαλαωρίτη. Και στο ποίημα αυτό παρουσιάζεται μια κατάσταση εγκλωβισμού του ποιητή πίσω από τις κλειστές πόρτες. Μόνο που ο Βαλαωρίτης εμφανίζει μια μικρή, αλλά ουσιαστική διαφορά από τον Καβάφη, όσον αφορά στον ενδιάμεσο χώρο (παράθυρα- πόρτες). Ο Καβάφης φαίνεται να μην έχει έρθει καν σε οπτική επαφή με τα παράθυρά του, ενώ ο Βαλαωρίτης βρίσκεται μπροστά στις πόρτες οι οποίες κλείνουν ξαφνικά. Ο χώρος του «εντός» στον Βαλαωρίτη υπήρξε κάποτε προσβάσιμος και ξαφνικά χάθηκε από τον οπτικό του πεδίο.

Ο Βαλαωρίτης, λοιπόν, μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά σε ό,τι τον απομονώνει από τον Καβάφη. Έχοντας δεχτεί σημαντικές επιρροές από το ρεύμα του νεουπερρεαλισμού, πνευματικό τέκνο του υπερρεαλισμού, αντιμετωπίζει με διάθεση επαναστατική ό,τιδήποτε παρακμιακό και απειλητικό της πνευματικής του ελευθερίας. Στο ποίημά του Οι Πόρτες συναντάμε την δραματική έκκληση του πνεύματος προς τον εαυτό του να αντισταθεί σε όλα αυτά που απειλούν όχι μόνο την εξέλιξη του, αλλά ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη. Ο ποιητής εγκλωβίζεται στον εξωτερικό χώρο, σε αντίθεση με τον Καβάφη. Ως εξωτερικός χώρος ορίζονται οι γειτονιές, η πολιτεία και οι γυναίκες με πρωταγωνιστή τον ποιητή.

Ο εσωτερικός χώρος έχει διαφορετικό υποκείμενο από τον εξωτερικό, σε αντίθεση με τα Παράθυρα όπου το υποκείμενο ήταν ένα, ο ποιητής. Στις Πόρτες, λοιπόν, στον εσωτερικό χώρο συναντάμε τους βασιλιάδες και τις φωνές των φίλων. Είναι τα πρόσωπα τα οποία αδυνατεί να προσεγγίσει ο ποιητής. Στον έξω χώρο βρίσκεται ο ποιητής. Η περιγραφή των δύο χώρων είναι πιο σαφής από εκείνη των Παραθύρων. Θα λέγαμε ότι ο Βαλαωρίτης κάνει χρήση εικόνων και μεταφορών για να εκφράσει εύστοχα τη συναισθηματική ένταση που προκαλείται στην ψυχή του ποιητή όταν διαισθάνεται ότι βρίσκεται αιχμαλωτισμένος εξαιτίας της ίδιας του της ακριβής ιδιότητας, της ευαισθησίας και του πόθου να αποκαλυφθεί η απόλυτη αλήθεια των πραγμάτων πέρα από κάθε ψυχικό και υλικό κόστος.

Η διάθεση που χαρακτηρίζει το ποίημα του Βαλαωρίτη είναι επαναστατική. Εκφράζεται μια βαθιά αντίθεση προς τα καθεστώτα πράγματα, τα οποία χαρακτηρίζονται σκοτεινά, παρηκμασμένα, νεκρά, η οποία βέβαια δεν εμφανίζεται σε σημείο να γίνει πράξη, αλλά παρουσιάζεται ως ανάγκη- συναίσθημα που κατακλύζει τον ποιητή και τον φτάνει στο σημείο να σκεφθεί « Δεν πάει άλλο». Ο ποιητής νιώθει ότι απειλείται η ζωή του από όλους αυτούς τους κινδύνους. Ως κίνδυνος παρουσιάζεται η πολιτεία που μοιάζει με βασίλειο νεκρών, εικόνα που πιθανότατα να σκιαγραφεί τα «απονεκρωμένα» μυαλά της εποχής, τα αποτελέσματα της πολιτικής παρακμής που επέφερε η γερμανική κατάκτηση και ο ανάξιος για τον ελληνικό πολιτισμό αλληλοσπαραγμός και οι διώξεις των πνευματικά ελεύθερων σκεπτόμενων ατόμων.

Επιπλέον, πίσω από τις κλειστές πόρτες κλείνονται και οι φίλοι. Ο ποιητής δύναται μόνο να ακούσει τις φωνές τους. Παρόλο που τους χωρίζει μεγάλη απόσταση, τα μυστικά μηνύματα κατορθώνουν να χαϊδέψουν τα αυτιά του ποιητή. Η εικόνα αυτή εκφράζει την δύναμη του πνεύματος που αντιστέκεται, το οποίο παρόλο που το φυλακίζουν οι καταστάσεις και δεσμεύουν την ελεύθερη φύση του, βρίσκει τρόπο να επικοινωνήσει με εκείνα τα πράγματα που θα του δώσουν τα κίνητρα και τα ερεθίσματα να συνεχίσει να αντιστέκεται.

Οι βασιλιάδες, που επίσης απομονώνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες, έχουν να κάνουν, κατά την άποψη μου, με την απώλεια της ποιητικής έμπνευσης, αλλά και των ερεθισμάτων που την δραστηριοποιούν και, τέλος, την απώλεια της διάθεσης- δύναμης να σηκωθούν οι βασιλιάδες, πρωταγωνιστές των ποιημάτων, και να αναλάβουν δράση, να αυτοσχεδιάσουν πάνω στους στίχους της ποιητικής έκφρασης. Εδώ, ο Βαλαωρίτης φαντάζεται τα πνευματικά του παιδιά να κάθονται νικημένα, εξαντλημένα, ηττημένα στα δωμάτια του μυαλού του πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αισθάνεται ανήμπορος να δώσει δράση στα πρόσωπα των ποιημάτων του και αρκείται να φαντάζεται ποίηση και δράση, χωρίς να τα πραγματοποιεί.

Στις Πόρτες καταγράφεται εκείνη η μοναχική στιγμή, γεμάτη ψυχική ένταση και δέος ,όπου ο ποιητής συνειδητοποιεί την ανημποριά του να λύσει εκείνα τα δεσμά που τον κρατούν στο χώμα και δεν τον αφήνουν να φτερουγίσει, δεσμά που το θνητό μυαλό δε μπορεί να συλλάβει, ούτε να ορίσει. Είναι εκείνη η στιγμή που νιώθει κανείς τα χέρια του δεμένα και τα πόδια του μουδιασμένα και δε μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να κοιτά τον ουρανό, ζητιανεύοντας μια γέφυρα διαφυγής από την αλήθεια που στέκει περίλαμπρη εμπρός του, σαν γεννήτορας και τιμωρός συνάμα.

«Μη με ρωτάς δεν ξέρω να μιλήσω»…Ποιο συναταίριασμα λέξεων θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τον βουβό σπαραγμό του ανθρώπου που από τη μια μοιάζει με νεογέννητο βρέφος που πρωτοαντικρίζει το φως και από την άλλη με ετοιμοθάνατο σε βαθιά γεράματα που ετοιμάζεται να διαβεί το φωτεινό πέρασμα στην αιωνιότητα !

Λία Γκασούκα

 Βιβλιογραφία :

  • ΧΩΡΟΣ, ΦΩΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑ-ΕΞΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ. Κύριος Συγγραφέας: ΠΙΕΡΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ Εκδοτικός Οίκος: ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
  • Σχόλια Σαββίδη
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s