Σημειώσεις φιλολογικών μαθημάτων και On-line καθοδήγηση αποκλειστικά για τη διευκόλυνση «χαμένων στη μετάφραση» μαθητών και σχετική θεματολογία


Aρχαία Ελληνικά Α’ Λυκείου: Αρχαίοι Έλληνες Ιστοριογράφοι -Παρουσίαση

“Historians”,Η παρουσίαση δημιουργήθηκε από τον Χρήστο Μουλώτσιο (director@philology.gr) και διατίθεται δωρεάν στον ιστοχώρο Pagina Philologiae (www.philology.gr)
Αρχαία Ελληνικά Γ’ Λυκείου

Πλάτων, Το Βιβλίο του Καθηγητή : plato1-100.pdf

Αριστοτέλης, Το Βιβλίο του Καθηγητή : aristoteles101-249.pdf

«Επιτάφιος», Θουκυδίδου, Tο Βιβλίο του Καθηγητή : perikleous-epitafios5-36.pdf

Νεοελληνική Λογοτεχνία, Γενικά Θέματα

Παρουσίαση Λογοτεχνικών ειδών από τον Τσιμόπουλο Γεώργιο

Νεοελληνική Γλώσσα, Γενικά Θέματα

Βασικοί ορθογραφικοί κανόνες της δημοτικής γλώσσας

Στις αράδες που ακολουθούν συνοψίζονται οι βασικοί ορθογραφικοί κανόνες για τη δημοτική γλώσσα. Οι κανόνες αυτοί στηρίζονται στη γραμματικής της ελληνικής γλώσσας που διδάσκεται στα ελληνικά σχολειά.

Περιεχόμενα

Κανόνες του μονοτονικού συστήματος | Τα διαλυτικά | Το τελικό ν | Συλλαβισμός | Γράφονται με μια λέξη | Λέξεις με κεφαλαίο ή μικρό το πρώτο γράμμα | Κλίση ονομάτων | Επίθετα και παραθετικά | Ρήματα | Μετοχές | Δοτική | Το μέσα | Ξενόγλωσσες λέξεις | Ως ή σαν | Αριθμοί |

 


 


Το μονοτονικό σύστημα

1. Οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν παίρνουν τονικό σημάδι.

Θεωρούνται μονοσύλλαβοι και μένουν άτονοι οι συνιζημένοι τύποι, π.χ., μια, για, γεια, πια, ποιος, ποια, ποιο, νιος κτλ. Προσοχή στη διαφορά: δυο – δύο, μια – μία, το βιος – ο βίος κτλ.

Οι μονοσύλλαβες προστακτικές, ακόμα κι όταν ακολουθούνται από δύο εγκλιτικά, δεν παίρνουν τονικό σημάδι, π.χ., πες μου το, φα του τα, δες του τα κτλ.

Εξαιρούνται και παίρνουν τονικό σημάδι:

Ο διαζευκτικό σύνδεσμος ή, π.χ., Ή η μητέρα ή ο πατέρας.

Τα ερωτηματικά πού και πώς, είτε βρίσκονται σε ευθεία ερώτηση είτε σε πλάγια, π.χ., Πού πήγες; [ευθεία] Δε μας είπες πού πήγες. [πλάγια]

Τα πού και πώς παίρνουν τονικό σημάδι και στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Πού να σου τα λέω. Από πού κι ως πού. Πού και πού. Αραιά και πού.

Του έστειλες το γράμμα; Πώς!

Πώς βαριέμαι! Κοιτάζω πώς και πώς να τα βολέψω.

Το που (όταν είναι επίρρημα, αντωνυμία ή σύνδεσμος) και το πως (όταν είναι σύνδεσμος) δεν παίρνουν τονικό σημάδι, π.χ.: Αυτό που σου είπα. Μας είπε πως τον λένε Απόστολο.

Οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (μου, σου, του, της, τον, την, το, μας, σας, τους, τα), όταν στην ανάγνωση υπάρχει περίπτωση να θεωρηθούν εγκλιτικές, π.χ., ο πατέρας μού είπε (= ο πατέρας είπε σε μένα), αλλά, ο πατέρας μου είπε (= ο δικός μου πατέρας είπε).

Οι μονοσύλλαβες λέξεις, όταν προφέρονται μαζί με τους ρηματικούς τύπους μπω, βγω, βρω, ‘ρθω, σ’ όλα τα πρόσωπα και τους αριθμούς, δέχονται τον τόνο τους, π.χ., θά μπω (προφέρεται δυνατότερα το θά), ενώ θα μπω (προφέρεται δυνατότερα το μπω), θά μπεις – θα μπεις κτλ.

2. Τονικό σημάδι (΄) παίρνει κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η λέξη παρουσιάζεται ως μονοσύλλαβη ύστερα από έκθλιψη ή αποκοπή· όχι, όμως, όταν έχει χάσει τονισμένο φωνήεν από αφαίρεση.

Παίρνουν τονικό σημάδι μονοσύλλαβες λέξεις μετά από αποκοπή: φέρ’ το, κόψ’ το, άσ’ το κτλ.

Παίρνουν τονικό σημάδι μονοσύλλαβες λέξεις μετά από έκθλιψη: πάντ’ ανοιχτά, είν’ ανάγκη, ήρθ’ αυτός, μήτ’ εσύ κτλ.

Προσοχή! Ένας ρηματικός τύπος που έμεινε άτονος από αφαίρεση δεν ανεβάζει το τονικό σημάδι στην προηγούμενη λέξη, π.χ.· μου ‘φερε, τα ‘δειξε, τα ΄ριξε, θα ΄θελα, που ΄ναι (αλλά, πού ‘ναι;), μου ‘πε κτλ.

3. Ο τόνος του εγκλιτικού ο οποίος ακούγεται στη λήγουσα των προπαροξύτονων λέξεων σημειώνεται, π.χ.: ο μέντοράς μας, κράτησέ μου το κτλ.

Το ίδιο γίνεται στο πρώτο από δύο εγκλιτικά, όταν προηγείται παροξύτονη λέξη, π.χ.: δώσε μού το, φέρε μάς τους κτλ.

Τα διαλυτικά

Τα διαλυτικά σημειώνονται πάνω από το ι ή το υ για να δείξουμε ότι το ι ή το υ πρέπει να τα προφέρουμε χωριστά από το προηγούμενο φωνήεν (α, ε, ο, υ), π.χ.: θεϊκός, ευνοϊκός, παρανοϊκός, μυϊκός, ξεϋφαίνω, αϊτός, αϋπνία, οϊμέ κτλ.

Δε σημειώνουμε τα διαλυτικά όταν το προηγούμενο φωνήεν παίρνει τόνο (π.χ., νεράιδα, πλάι κτλ.)· και όταν δεν έχουμε δίψηφο φωνήεν (π.χ., διυλιστήριο, πρωί, Μωυσής κτλ.).

Παρατήρηση:

Ο συνδυασμός των πλήκτρων για την εισαγωγή των διαλυτικών στο κείμενο είναι: Shift + (πλήκτρο οξείας) + (φωνήεν).

Ο αντίστοιχος συνδυασμός πλήκτρων για διαλυτικά και τόνο μαζί, είναι: Ctrl + Alt + (πλήκτρο οξείας) + (φωνήεν).

Το τελικό ν

Αν αμφιβάλλετε, η συμβουλή είναι: Καλύτερα ένα ν περισσότερο παρά ένα λιγότερο.

1. Το τελικό ν διατηρείται πάντοτε:

στην προσωπική αντωνυμία γένους αρσενικού του δεύτερου προσώπου τον: τον είδα, τον βρήκα, τον δέχτηκα κτλ.

στο αρσενικό άρθρο τον μπροστά από κύρια ονόματα (προσώπων, μηνών, ποταμών κτλ.), συντμήσεις, αρκτικόλεξα και ξένους όρους, που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ουδετέρου γένους· επίσης προ επιθέτου ή μετοχής, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται μακριά από το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό.

στο τροπικό επίρρημα και το χρονικό σύνδεσμο σαν (στη λογοτεχνία ακολουθεί τις περιπτώσεις 2 και 3): σαν γυαλί, σαν χρυσάφι, σαν θέλεις, κτλ.

στο αρνητικό μόριο δεν, για ν’ αποφεύγεται η σύγχυση με τον αντιθετικό σύνδεσμο δε.

2. Το τελικό ν διατηρείται:

στο άρθρο τον και την,

στο αριθμητικό και αόριστο έναν,

στην τριτοπρόσωπη αντωνυμία την,

στα άκλιτα μην,

όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν ή στιγμιαίο σύμφωνο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) ή διπλό γράμμα (ξ, ψ), π.χ.: τον αέρα, την καλύβα, έναν τεμπέλη, μην ντρέπεσαι, σαν ντομάτα.

2. Το τελικό ν χάνεται στις παραπάνω λέξεις (τον, την , έναν, την, μην), όταν η ακόλουθη λέξη αρχίζει από εξακολουθητικό σύμφωνο (β, γ, δ, ζ, θ, λ, μ, ν, ρ, σ, φ, χ), π.χ.: το βαρέλι, τη γελάδα, ένα δέμα, τη θάλασσα, μη μείνεις, σα φωτιά.

Συλλαβισμός

1. Δύο σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα συλλαβίζονται με το δεύτερο φωνήεν, όταν αρχίζει από αυτά τα σύμφωνα ελληνική λέξη, π.χ.: λά-σπη (σπήλαιο), κό-στος (στέρεος), έ-βγα (βγαίνω) κτλ.

Σ’ όλες τι υπόλοιπες περιπτώσεις χωρίζονται και το πρώτο σύμφωνο πάει με το προηγούμενο φωνήεν, και το δεύτερο με το ακόλουθο, π.χ.: έρ-πης, βαθ-μός, δάφ-νη, τάγ-μα κτλ.

2. Τρία ή περισσότερα σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα συλλαβίζονται με το ακόλουθο φωνήεν, όταν αρχίζει ελληνική λέξη τουλάχιστον από τα δύο πρώτα από αυτά, π.χ.: ά-στρο (στρώμα), ε-χθρός (χθες), αι-σχρός (σχήμα) κτλ.

Αλλιώς χωρίζονται και το πρώτο σύμφωνο πάει με το προηγούμενο φωνήεν, τ’ άλλα με το ακόλουθο, π.χ.: άν-θρω-πος, εκ-στρα-τεί-α κτλ.

3. Τα δίψηφα μπ, ντ και γκ δε χωρίζονται στο συλλαβισμό, π.χ.: μπου-μπού-νας, πέ-ντε, μπα-γκέ-τα, σύ-γκρυο, γα-μπρός, ά-ντρας κτλ.

4. Τα δίψηφα φωνήεντα (ου, αι, ει, οι, υι), οι δίφθογγοι (αϊ, αη, οϊ, οη), οι καταχρηστικοί δίφθογγοι (ια, υα, οια, οιε, ιου, οιου κ.ά.) και οι συνδυασμοί αυ και ευ κατά το συλλαβισμό λογαριάζονται σαν ένα φωνήεν, π.χ.: αί-μα, νε-ράι-δα, ά-πια-στος, ναύ-της, αη-δό-νι, ρο-λόι, βόη-θα, θειά-φι, γυα-λί, αυ-λή, ευ-χή κτλ.

Γράφονται με μια λέξη

1. Τα αριθμητικά από το 13 μέχρι το 19, π.χ.: δεκατρία, δεκαπέντε, δεκαεφτά (δεκαεπτά) κτλ. Αλλά, είκοσι ένα (αλλά, Εικοσιένα), τριάντα πέντε, ενενήντα εννιά, εκατόν ένας, εκατόν τριάντα πέντε, εκατό δεκαεφτά κτλ.

2. Οι αντωνυμίες: καθένας – καθεμιά – καθένα, καθετί, κατιτί, οποιοσδήποτε – οποιαδήποτε – οποιοδήποτε, οσοσδήποτε, οτιδήποτε.

3. Τα άκλιτα: απαρχής, απεναντίας, απευθείας, αφενός, αφετέρου, αφότου, αφού, δηλαδή, διαμιάς, ειδαλλιώς, ειδάλλως, ειδεμή, ενμέρει, ενόσω, εντάξει, εντέλει, εντούτοις, ενώ, εξαιτίας, εξάλλου, εξαρχής, εξής, εξίσου, επικεφαλής, επιπλέον, επιτέλους, εφάπαξ, εφεξής, εφόσον, καθ(ε)αυτό, καθεξής, καθόλου, καθόσον, καθότι, καθώς, καθωσπρέπει, καλημέρα, καληνύχτα, καλησπέρα, καληώρα, καταγής, κατευθείαν, κιόλας, μεμιάς, μολαταύτα, μόλο (που), μολονότι, μολοντούτο, ολημέρα, ολημερίς, οληνύχτα, ολωσδιόλου, οποτεδήποτε, οπουδήποτε, οπωσδήποτε, παραλίγο, παρόλο (που), παρότι, προπαντός, προπάντων, σάμπως, τώντις, τωόντι, υπόψη, ωσότου, ώσπου, ωστόσο.

4. Η πρόθεση σε (σ’) με τη γενική και την αιτιατική του άρθρου: στου, στη, στο, στης, στων κτλ. Προσοχή, γράφεται χωριστά και μ’ απόστροφο η αντωνυμία σου: σ’ το δίνω, σ’ το ‘στειλα κτλ.

5. Γράφονται με δύο λέξεις: καλώς όρισες, καλώς τον (την, το), μετά χαράς, τέλος πάντων, και οι λόγιες εκφράσεις: εν μέρει, κατ’ εξοχήν κ.ά.

6. Γράφονται με μια ή με δυο λέξεις, κατά την περίσταση και με διαφορετικό τονισμό: πάρα κάτω – παρακάτω, πάρα πέρα – παραπέρα, πάρα πάνω – παραπάνω, τόσος δα – τοσοσδά και τα παρόμοια.

7. Ρηματικές φράσεις στις οποίες έχει χαθεί η αίσθηση ότι αποτελούνται από χωριστές λέξεις: δώστου, σούρτα φέρτα κτλ. Π.χ. «… και δώστου να κλαίε μ’ αναφιλητά». Αλλά, «δώσ’ του λεφτά να πάρει ψωμί.»

Λέξεις με κεφαλαίο ή μικρό το πρώτο γράμμα

1. Γράφονται με κεφαλαίο στην αρχή:

τα κύρια ονόματα, π.χ.: Μπάμπης, Μανόλης, Όμηρος, Πλάτων κτλ.

τα ονόματα τόπων, επωνυμίες ιδρυμάτων, πανεπιστημιακών σχολών, εταιρειών, συλλόγων, ονόματα δρόμων κ.ά., π.χ.: Ηράκλειο, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ασπίς Χρηματιστηριακή, Σύλλογος Διαζευγμένων, Οδός Παπαχαραλάμπη κτλ.

τα εθνικά και τα τοπωνυμικά, π.χ.: Έλληνας, Ρωμαίος, Αθηναίος, Λακκιώτης κτλ.

τα ονόματα των μηνών, των ημερών της εβδομάδας, των εορτών και σημαντικών ιστορικών γεγονότων ή επετείων π.χ.: Ιούλιος, Δευτέρα, Πάσχα, Ραμαζάνι, Γαλλική Επανάσταση, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κτλ.

οι λέξεις Θεός, Χριστός, Άγιο Πνεύμα, Παναγία, τα συνώνυμα των προηγουμένων καθώς και καθετί που σχετίζεται με το θείο, π.χ.: Πανάγαθος, Σωτήρας, Αμνός, Θεία Πρόνοια, Μεγαλόχαρη, Ζωοδόχος Πηγή, Βούδας, Αλλάχ, Μεγάλο Πνεύμα κτλ.

λέξεις που κρίνεται σκόπιμο να εξαρθεί το νόημά τους: Πρόεδρος της Βουλής

τίτλοι τιμής: Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, Βαρώνος, Δούκας κτλ.

η λέξη άγιος όταν δηλώνει εκκλησία ή δρόμο: Άγιος Φανούριος, οδός Αγίου Κωνσταντίνου κτλ.

τα ονόματα των έργων της λογοτεχνίας και της τέχνης: ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου, η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, ο πίνακας «Το Κρυφό Σχολειό» του Γύζη, η «Ωραία Κοιμωμένη» του Χαλεπά κτλ.

3. Γράφονται με μικρό γράμμα στην αρχή:

όλες οι λέξεις που παράγονται από τα προηγούμενα, π.χ: ομηρικά έπη, ελληνική ποίηση, σολωμική ποίηση, αθηναϊκά έθιμα, κυριακάτικο γεύμα, αυγουστιάτικες ζέστες (αλλά, Οκτωβριανή Επανάσταση), πασχαλινό αρνί, ελληνικός, αγγλικός, σωτηριολογικά θέματα κτλ.

τα επίθετα που σημαίνουν οπαδούς θρησκειών: χριστιανός, μωαμεθανός, βουδιστής, καθολικός κτλ.

 

Κλίση ονομάτων

1. Τα θηλυκά σε (σκέψη, κυβέρνηση κτλ.) σχηματίζουν τη γενική σε -ης και σε -έως, π.χ.: σκέψης και σκέψεως, κυβέρνησης και κυβερνήσεως κτλ. Όσα, όμως, έχουν λαϊκή προέλευση, μόνο σε -ης: θύμηση – θύμησης, γέμιση – γέμισης κτλ.

2. Τα προπαροξύτονα, αρσενικά και θηλυκά σε -ος κατεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού:

ο δήμαρχος – του δημάρχου – των δημάρχων – τους δημάρχους

η διάμετρος – της διαμέτρου – των διαμέτρων – τις διαμέτρους.

Διατηρούν τον τόνο στην προπαραλήγουσα, σ’ όλες τις πτώσεις ενικού και πληθυντικού, οι πολυσύλλαβες και οι λαϊκές λέξεις: του αντίκτυπου, του ανήφορου, του εξάψαλμου, του καλόγερου, του ρινόκερου, του γκόμενου, του παίδαρου κτλ.

3. Τα προπαροξύτονα ουδέτερα σε -ο κατεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα στη γενική ενικού και πληθυντικού, π.χ.: το άτομο – του ατόμου – των ατόμων, το συμβούλιο – του συμβουλίου – των συμβουλίων, κτλ.

Διατηρούν τον τόνο στην προπαραλήγουσα, σ’ όλες τις πτώσεις, οι πολυσύλλαβες και οι λαϊκές λέξεις, π.χ.: του σίδερου, του σέλινου κτλ.

Επίθετα και παραθετικά

1. Τα παραθετικά επιθέτων και επιρρημάτων σχηματίζουν τις καταλήξεις

σε -ώτερος, -ώτατος, -ώτερα, ώτατα, όταν προέρχονται από τοπικά επιρρήματα σε , π.χ.: (άνω) ανώτερος – ανώτατος, (κάτω) κατώτερος – κατώτατα.

σε -ύτερος, -ύτατος, -ύτερα, ύτατα, όταν προέρχονται από επίθετα που λήγουν σε -ύς, π.χ.: βαθύς – βαθύτερος – βαθύτατος – βαθιά – βαθύτερα – βαθύτατα κτλ.

2. Τα επίθετα κατά την κλίση τους φυλάγουν τον τόνο στη συλλαβή που τονίζεται η ονομαστική του αρσενικού, π.χ.: όμορφος – όμορφη – όμορφο – όμορφου – όμορφης – όμορφων – όμορφους κτλ.

Όταν, όμως, τα επίθετα χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά, κατεβάζουν τον τόνο, το ίδιο συμβαίνει και με τις μετοχές, π.χ.: η κατάσταση του αρρώστου (αλλά, η κατάσταση του άρρωστου παιδιού), τα αιτήματα των εργαζομένων (αλλά, τα αιτήματα των εργαζόμενων γυναικών) κτλ.

3. Στα επίθετα σε -ύς, -ιά, -ύ, το υ της κατάληξης των αρσενικών και των ουδετέρων διατηρείται μόνο στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού, στις άλλες πτώσεις γράφεται ι, π.χ.: ελαφρύς – ελαφριού – ελαφριές – ελαφριά κτλ.

4. Τα επίθετα σε -ης, ης, -ες, σχηματίζουν τη γενική του ενικού σε -ους, την αιτιατική στο αρσενικό και θηλυκό σε και τον πληθυντικό σε -εις και το πληθυντικό του ουδετέρου σε , π.χ.: συνεχής – συνεχούς – συνεχή – τα συνεχή κτλ.

5. Στα επίθετα σε ής, -ιά, -ί, το η των αρσενικών διατηρείται μόνο στην ονομαστική, αιτιατική, κλητική του ενικού, στις άλλες πτώσεις γράφεται ι, π.χ.: θαλασσής – θαλασσιού – θαλασσιούς – θαλασσιές – θαλασσιά.

Ρήματα

1. Όσα ρήματα αρχίζουν από σύμφωνο παίρνουν εμπρός από το θέμα, στον παρατατικό και στον αόριστο της οριστικής ένα ε-, το ε- αυτό λέγεται αύξηση. Η αύξηση διατηρείται όταν τονίζεται, ενώ χάνεται όταν δεν τονίζεται, π.χ.: έλυνα – έλυνες – λύναμε – λύνατε κτλ.

Τα ρήματα θέλω, ξέρω, πίνω παίρνουν αύξηση η- αντί ε-, π.χ.: ήθελα, ήξερα, ήπια κτλ.

2. Όσα ρήματα αρχίζουν από φωνήεν ή δίψηφο δεν παίρνουν αύξηση, π.χ.: ανάβω – άναβα, ορίζω – όρισα κτλ.

Εξαιρούνται τα ρήματα: έχω – είχα, έρχομαι – ήρθα, είμαι – ήμουν.

3. Οι καταλήξεις της υποτακτικής, ενεργητικής, και παθητικής φωνής γράφονται με ει και ο, καθώς και της προστακτικής με ει, όπως στην οριστική, π.χ.: να γράφει, θα δεθεί, δεθείτε, αγαπηθείτε, να γράφομαι, όταν έρχομαι κτλ.

4. Στα νεοελληνικά ρήματα που αρχίζουν από ρ, οι αυξημένοι τύποι δε διπλασιάζουν το ρ, π.χ.: ρίχνω – έριξα, ράβω – έραψα κτλ.

Μετοχές

1. Η παθητική μετοχή σε -μένος, γράφεται με δυο μ μόνο στα ρήματα που έχουν χαρακτήρα π, β, φ, πτ, π.χ.: εγκαταλείπω – εγκαταλειμμένος, ράβω – ραμμένος, γράφω – γραμμένος, απορρίπτω – απορριμμένος κτλ.

Η μετοχή σε -μένος, είναι κλιτή, έχει τρία γένη και δύο αριθμούς και ισοδυναμεί με επίθετο (βλ. επίθετα και παραθετικά)

2. Η άκλιτη ενεργητική μετοχή σε -οντας, όταν είναι άτονη γράφεται με ο, όταν τονίζεται γράφεται με ω, π.χ.: κόβοντας, γράφοντας, αλλά γελώντας, τραγουδώντας κτλ.

Εξαιρείται το όντας.

3. Στη δημοτική γλώσσα, ιδιαίτερα στο γραπτό και στον επιστημονικό λόγο, γίνεται μεγάλη χρήση των αρχαίων τύπων των μετοχών των ρημάτων. Ο πίνακας των αρχαίων μετοχών περιλαμβάνει τις συχνότερα εμφανιζόμενες, μαζί με σχόλια για τη σημασία και τη χρήση τους.

Δοτική

Η δοτική πτώση των ονομάτων δεν υπάρχει στη νεοελληνική γραμματική και γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά, όμως, φράσεις και γλωσσικά «απολιθώματα» της αρχαίας ελληνικής, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο. Ο πίνακας δοτικών της καθομιλούμενης περιλαμβάνει τις συχνότερα απαντούμενες, μαζί με σχόλια για τη σημασία και τη χρήση τους.

Το μέσα

Το τοπικό επίρρημα μέσα:

1. Γράφεται μες όταν ακολουθούν οι λέξεις στο(ν), στη(ν), στο, στους, στις, στα, π.χ.: μες στον τόπο, μες στην τάξη, μες στις αυλές, μες στα πράγματα κτλ.

2. Γράφεται μέσ’ όταν ακολουθεί η πρόθεση από, π.χ.: μέσ’ απ’ τα βάσανα, μέσ’ απ’ τη φωτιά κτλ.

Ξενόγλωσσες λέξεις

Οι λέξεις που μπήκανε στη γλώσσα μας, στα νεότερα χρόνια, από ξένες γλώσσες γράφονται με την απλούστερη μορφή, π.χ.: τάλιρο, μπίρα, χολ, τρένο, σονέτο, φίλντισι κτλ.

Ως ή σαν

Το επίρρημα ως χρησιμοποιείται και στη δημοτική αντί του σαν για να δηλωθεί ιδιότητα του αντικειμένου ή του υποκειμένου, π.χ.: η σημασία του νερού ως φυσικού πόρου. Στις περιπτώσεις αυτές η πτώση που ακολουθεί το ως πρέπει να συμφωνεί με την πτώση του αντικειμένου ή υποκειμένου, του οποίου την ιδιότητα επεξηγεί.

Αριθμοί

Μία λέξη ή πολλές.
Γράφονται με μια λέξη μόνο τα αριθμητικά από το 13 μέχρι το 19, π.χ.: δεκατρία, δεκαπέντε, δεκαεφτά (δεκαεπτά) κτλ. Αλλά, είκοσι ένα (εξαιρείται το Εικοσιένα), τριάντα πέντε, ενενήντα εννιά, εκατόν ένας, εκατόν τριάντα πέντε, εκατό δεκαεφτά κτλ.

Χωρισμός χιλιάδων.
Οι αριθμοί με τέσσερα ψηφία και πάνω χωρίζονται σε ομάδες των τριών ψηφίων για ευκολία στην ανάγνωση και στην κατανόηση. Στα μη επιστημονικά κείμενα ο διαχωρισμός γίνεται με τη χρήση της τελείας (στα επιστημονικά κείμενα υπάρχει διαφοροποίηση). Ενιαία, χωρίς διαχωρισμό, γράφονται οι τετραψήφιες χρονολογίες, οι αριθμοί λαχείων, σελίδων, νόμων, πρωτοκόλλων διοικητικών εγγράφων, εγκυκλίων και οδών. Ενιαία, επίσης, γράφονται οι αριθμοί τηλεφώνων, κυκλοφορίας των οχημάτων, οι τραπεζικοί λογαριασμοί όπως και κάθε άλλη κωδικοποίηση με χρήση αριθμών (αριθμός δελτίου ταυτότητας, φορολογικού μητρώου κτλ.). Π.χ.: Το 2004, 3.769 μηχανές, το 15.000 π.Χ., σελίδα 15263, η απόφαση 12365, το τηλέφωνο μου είναι 69363625, το ΑΦΜ της Χ είναι 025263265,

Ολογράφως ή αριθμητικά.
Στα επιστημονικά κείμενα οι αριθμοί γράφονται πάντοτε με ψηφία. Στα δημόσια έγγραφα και στα νομικά κείμενα γίνεται ταυτόχρονη χρήση και των μορφών· πρώτα γράφεται ο αριθμός με ψηφία και ακολουθεί η μέσα σε παρενθέσεις ολόγραφη αναγραφή του. Στα πεζά κείμενα, στα άρθρα, στις εκθέσεις κτλ., δεν υπάρχει ενιαίος κανόνας. Μπορούν όμως να ακολουθηθούν οι παρακάτω οδηγίες:
Στην αρχή της φράσης οι αριθμοί γράφονται ολογράφως, εξαιρούνται οι μεγάλοι αριθμοί.
Οι αριθμοί νόμων, άρθρων, λαχείων, σελίδων, εγκυκλίων, διευθύνσεων και λοιπών παρόμοιων, γράφονται με ψηφία.
Οι μεγάλοι αριθμοί, πρακτικά οι αριθμοί με περισσότερα από τέσσερα ψηφία, γράφονται με ψηφία.
Τα ποσοστά γράφονται με ψηφία και ακολουθεί το σύμβολο «%» αφού παρεμβληθεί ημιδιάστημα (Ctrl + Shift + Space).
Οι ημερομηνίες και οι χρονολογίες γράφονται με ψηφία. Σε νομικά και οικονομικά κείμενα όμως, μπορεί να δηλωθούν και ολογράφως.
Η ώρα γράφεται με ψηφία όταν δηλώνεται με ακρίβεια μεγαλύτερη του λεπτού, δηλαδή με δευτερόλεπτα, εκατοστά του δευτερολέπτου κτλ.
Οι γεωγραφικές συντεταγμένες γράφονται πάντοτε με ψηφία όταν δηλώνονται με ακρίβεια μεγαλύτερη της μοίρας.
Τα κλάσματα γράφονται ολογράφως όταν ο αριθμητής και ο παρονομαστής γράφονται με μια λέξη. Σ’ όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις καθώς και τα μικτά κλάσματα δηλώνονται με ψηφία.
Οι θερμοκρασίες γράφονται με ψηφία.
Οι διαστάσεις γράφονται με ψηφία.

Τακτικά και λοιπά.
Γράφονται ολογράφως τακτικά αριθμητικά επίθετα, πολλαπλασιαστικά και υποπολλαπλασιαστικά, αναλογικά και περιληπτικά επίθετα καθώς και τα σύνθετα που προσδιορίζουν αριθμητικά το αντικείμενο, π.χ.: δέκατος τρίτος, εννιαπλάσιος, υποδεκαπλάσιος, τρακοσαριά, διακοσάρα, δεκαεπτασύλλαβος κτλ.

Πάγιες φράσεις.
Οι αριθμοί που περιλαμβάνονται σε στερεότυπες φράσεις γράφονται ολογράφως, π.χ.: Τα έχει τετρακόσια Παίρνει τρεις κι εξήνταΠέρασε από σαράντα κύματαΈνα κι ένα κάνουν δύο κτλ.

Πηγές:

1. Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας, επιμ. Άννα Ιορδανίδου, εκδόσεις Πατάκη.
2. Χανδριώτης, Ελλάδιος, Προφορά και στίξη, Λευκωσία 1972.
3. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Θεσσαλονίκη 1973.
4. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης.
5. Σακελλαρίου, Χάρης, Κλιτικό λεξικό δημοτικής, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
6. Κριαράς Εμμανουήλ, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών.

 

Βασικές οδηγίες για τη χρήση των σημείων στίξης

 

Σημεία στίξης

Τελεία | Άνω τελεία | Κόμμα | Δύο τελείες | Παύλα | Παρένθεση | Διπλή παύλα | Αγκύλες | Εισαγωγικά | Ομοιωματικά | Θαυμαστικό | Ερωτηματικό | Αποσιωπητικά | Αστερίσκος | Σταυρός | Ενωτικό | Υποδιαστολή | Απόστροφος | Παράγραφος | Συν, πλην | Διαστήματα και σημεία στίξης | Αριθμοί και σημεία στίξης

Τελεία ( . )

Η τελεία ανταποκρίνεται σε σταμάτημα ή κατέβασμα της φωνής. Σημειώνεται:

στο τέλος μια πρότασης και δείχνει πως ό,τι ειπώθηκε έχει ακέραιο νόημα: Το αυτοκίνητο είναι άσπρο.

ύστερα από μια συντομογραφία: π.χ., κτλ. Εξαιρούνται μερικές συντομογραφίες που σχετίζονται με τις διευθύνσεις του ορίζοντα, που δεν την παίρνουν, π.χ.: Α= Ανατολή, ανατολικός, ανατολικά, ΝΔ = νοτιοδυτικός, νοτιοδυτικά κτλ. Όταν πρόκειται, όμως, για προσδιορισμό τόπων, προσθέτουμε στις συντομογραφίες Α, Β κτλ. μια τελεία: η Β. Αμερική, η Ν. Ευρώπη κτλ.

σε πολυψήφιους αριθμούς, χωρίζοντας σε τριάδες τα ψηφία με αρχή από τα δεξιά (π.χ., 2.234.456). Οι τετραψήφιοι αριθμοί και οι χρονολογίες δε χρειάζονται τελεία (π.χ., 1821).

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί τελεία μετά από ένα απόλυτο αριθμητικό για να νοηθεί ως τακτικό: 9. = ένατος. (Η χρήση αυτή είναι σπάνια.)

Η τελεία του τέλους δε σημειώνεται σε τίτλους βιβλίων, σ’ επιγραφές και σ’ επικεφαλίδες.

Η τελεία και τα άλλα σημεία της στίξης:

Όταν υπάρχουν εισαγωγικά στο κείμενο, η τελεία σημειώνεται πάντα έξω από αυτά. Το ίδιο ισχύει στις περιπτώσεις χρήσης παρενθέσεων, αγκυλών κτλ. Ωστόσο, όταν μέσα στην παρένθεση υπάρχει ολόκληρη περίοδος, τότε η τελεία σημειώνεται μέσα στην παρένθεση.

Τελεία δεν σημειώνεται μετά το ερωτηματικό, το θαυμαστικό και τα αποσιωπητικά.

Άνω τελεία ( · )

· = Alt+0183

 

Η άνω τελεία δηλώνει αρκετά στενό νοηματικό σύνδεσμο με τα προηγούμενα και χρησιμεύει για να σημειώνουμε μικρότερη διακοπή παρά με την τελεία και μεγαλύτερη παρά με το κόμμα. Ειδικότερα η άνω τελεία:

Μέσα στην περίοδο χωρίζει ομάδες από προτάσεις. Οι προτάσεις αυτές χωρίζονται μεταξύ τους με κόμματα, π.χ.: Του Αισχύλου σώζονται τρεις τραγωδίες από τον τρωικό κύκλο, ο Αγαμέμνονας, οι Χοηφόρες, οι Ευμενίδες· του Σοφοκλή, ο Αίας, η Ηλέκτρα και ο Φιλοκτήτης.

Στο εσωτερικό μιας φράσης χωρίζει δυο μέρη της που σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά και που έχουν διαφορές, ιδίως όταν το δεύτερο επεξηγεί ή έρχεται σε αντίθεση με το πρώτο, π.χ.: Αυτός δεν ήταν άνθρωπος· ήτανε θεριό, δράκος, του βουνού στοιχειό. Του πατέρα σου, όταν έλθης,/ δε θα βρης παρά τον τάφο·/ είμαι ομπρός του και σου γράφω/ μέρα πρώτη του Μαγιού. (Σολωμός).

Η άνω τελεία και τα άλλα σημεία της στίξης:

Όταν υπάρχουν στην πρόταση εισαγωγικά ή παρένθεση, η άνω τελεία σημειώνεται έξω από την παρένθεση ή τα εισαγωγικά.

Παρατήρηση: Η χρήση της άνω τελείας έχει ατονήσει σήμερα· στη θέση της χρησιμοποιείται το κόμμα ή η τελεία. Ένας επιπλέον λόγος για την ολοένα και αραιότερη χρήση της, αποτελεί το γεγονός της μη παρουσία της στο τυποποιημένο πληκτρολόγιο των υπολογιστών. Η εισαγωγή στο κείμενο πρέπει να γίνει με ειδική πληκτρολόγηση. Το σύμβολο της άνω τελείας αντιστοιχεί στο συνδυασμό πλήκτρων Alt+0183 (με το αριθμητικό πληκτρολόγιο). Μια καλή πρακτική, για όσους χρησιμοποιούν κειμενογράφους που το επιτρέπουν, είναι να αντιστοιχηθεί στην άνω τελεία μια απλή λειτουργία αυτόματης διόρθωσης κειμένου · μια απλή, αποτελεσματική και ευκολομνημόνευτη αλληλουχία πλήκτρων είναι τα δύο συνεχόμενα κόμματα «,,».

Κόμμα ( , )

Το κόμμα χρησιμεύει συνήθως για να σημειώσουμε λογικό χωρισμό και μικρό σταμάτημα στο εσωτερικό της περιόδου, ή σε μεγάλες φράσεις για να δώσομε ευκαιρία σε αναπνοή, είτε για να κάνουμε το κείμενο να διαβάζετε ευκολότερα (λ.χ. σε θεατρικά κείμενα, διδακτικά βιβλία) ή για να προκαλέσουμε προσδοκία. Το κόμμα είναι το πιο συχνό σημείο της στίξης και η χρήση του είναι απαραίτητη προκειμένου ν’ αποφεύγονται παρανοήσεις και η ανάγνωση, ή η απαγγελία, να γίνεται ευκολότερη. Αν και δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες για τη χρήση του κόμματος, σε γενικές γραμμές χρησιμεύει για να χωρίζουμε:

  • Μέσα στην πρόταση του όμοιους αναμεταξύ τους όρους, όταν του παραθέτουμε ασύνδετους, π.χ.: Η θάλασσα ήταν ήρεμη, γαλήνια, καθαρή.

Στην απαρίθμηση επιθέτων μπρος από ένα ουσιαστικό το κόμμα μπαίνει και πριν το τελευταίο επίθετο, όταν αυτό προσδιορίζει το ουσιαστικό ακριβώς όπως και τ’ άλλα: Με αργά, βαριά, κουρασμένα βήματα. Αλλά δεν μπαίνει όταν το τελευταίο επίθετο αποτελεί με το ουσιαστικό έννοια που την προσδιορίζουν τα προηγούμενα επίθετα: Με κέρασε άσπρο παλιό κρασί.

  • Την παράθεση και κάθε είδους επεξήγηση: Άρχισε μια βροχή, κατακλυσμός.– Ο Όλυμπος, το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ήταν κατοικία των θεών.
  • Την κλητική: Νίκο, σου στέλνω σήμερα το γράμμα.– Πήρα το γράμμα σου, κύριε Γιώργο, και χαίρομαι που είσαι καλά.
  • Ένα μόριο ή ένα βεβαιωτικό (ή αρνητικό) επίρρημα στην αρχή της περιόδου, που χρησιμεύει για τη σύνδεση με τα προηγούμενα: Ναι, θα φύγω.– Όχι, δε θέλω.– Τότε, θα συμφωνήσουμε (δηλ. αφού είναι έτσι).
  • Τις κύριες από δευτερεύουσες προτάσεις – τις αιτιολογικές, τελικές (εκτός όταν εισάγονται με το να), αποτελεσματικές, υποθετικές, εναντιωματικές, χρονικές ή που εισάγονται με το χωρίς να, ιδίως όταν αυτές προηγούνται ή όταν είναι μεγάλες, π.χ.: Δεν πρέπει να ξεκινήσομε, γιατί ο καιρός άρχισε να χαλά.– Αν θέλεις, έλα.– Χωρίς να το καταλάβω, μου πήραν το πορτοφόλι.
  • Τις πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις όταν προηγούνται του ρήματος: Το τι έκρυβε η στάση της, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί. Αλλά: Ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί το τι έκρυβε η στάση της..
  • Το ρήμα και τον αμέσως κατόπι του εμπρόθετο προσδιορισμό που φανερώνει αντίθεση, π.χ.: Περισσότερο έβλαψε, παρά ωφέλησε.
  • Τις συμπλεκτικές προτάσεις, π.χ.: Δε θα πάω στα Χανιά, ούτε στο Ρέθυμνο.– Και γενναίοι άνθρωποι ήταν, και τον εαυτό τους πρόσεχαν.
  • Τις διαζευκτικές προτάσεις, π.χ.: Ή θα σωθούμε, ή θα χαθούμε.
  • Τις αντιθετικές προτάσεις, π.χ.: Δεν έχομε εμείς, μα κάτι θα γίνει.– Ναι μεν είναι ακριβότερο, αλλά είναι το καλύτερο για τη δουλειά μου.
  • Τις συμπερασματικές προτάσεις: Να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε… – Δεν είναι κακός, να (=ώστε να) μη μας δώσει νερό.
  • Το σύνδεσμο και, όταν αυτός έχει σημασία συνδέσμου που χρειάζεται κόμμα, π.χ.: Εσύ μαζεύεις, και (= ενώ) αυτός σκορπά.– Πήγαινε στο καλό, και (= γιατί) δε σ’ έχω ανάγκη.
  • Τους όρους μιας πρότασης που συνδέονται με τους συνδέσμους ή, είτε, μήτε, ούτε, όταν είναι περισσότεροι των δυο: Ούτε ο Κώστας, ούτε ο Γιώργος, ούτε Μαρία κατάφεραν να λύσουν το γρίφο. Αλλά: Ούτε ο Μπάμπης ούτε ο Θωμάς είπαν την αλήθεια.

Η δυσκολότερη περίπτωση είναι η θέση ή μη του κόμματος πριν από αναφορική πρόταση που ακολουθεί το υποκείμενο, επειδή η λανθασμένη χρήση του κόμματος έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του νοήματος της πρότασης:

Τα δέντρα του κήπου που είναι καρποφόρα χρειάζονται λίπασμα.
( Η αναφορική πρόταση εδώ προσδιορίζει άμεσα το υποκείμενο. Καθορίζει ποια δέντρα του κήπου χρειάζονται λίπασμα, δηλαδή όσα δέντρα είναι καρποφόρα και όχι όλα.
Πέταξαν τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει. (= Πέταξαν μόνο εκείνα από τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει).

Τα δέντρα του κήπου, που είναι καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.
(Εδώ μπορεί να παραλειφθεί η αναφορική πρόταση χωρίς να προκύψει αλλοίωση του νοήματος· δηλαδή τα δέντρα του κήπου, που όπως γνωρίζουμε είναι όλα καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.)
Πέταξαν τα ροδάκινα, που είχαν σαπίσει. (= Πέταξαν όλα τα ροδάκινα τα οποία είχαν σαπίσει).

Το κόμμα και τα άλλα σημεία της στίξης:

  • Όταν παραθέτουμε τα λόγια κάποιου άλλου σε εισαγωγικά, σημειώνουμε το κόμμα έξω από τα εισαγωγικά μόνο όταν το απαιτεί η πρόταση: Κατορθώσαμε να πει «παραδίνομαι», γιατί τον κουράσαμε πάρα πολύ.
    Αντίθετα, δεν χωρίζουμε με κόμμα τις παρένθετες προτάσεις, μικρές ή μεγάλες, που δηλώνουν ποιος είπε τα λόγια που βρίσκονται στα εισαγωγικά: «Είμαστε έθνος ανάδελφο» είπε ο Πρόεδρος.
    Αν, όμως, αυτού του είδους οι προτάσεις υπάρχουν σε διαλόγους χωρίς εισαγωγικά (εισάγονται δηλαδή με παύλες), χρησιμοποιούνται πάντα με κόμμα:
    – Μπορείτε να πιείτε νερό, μας είπε ο περβολάρης.
  • Δεν σημειώνουμε κόμμα αμέσως μετά το ερωτηματικό και το θαυμαστικό.

Δύο τελείες ( : )

ή διπλή τελεία

ή πάνω και κάτω τελεία

Οι δύο τελείες δηλώνουν ότι θ’ ακολουθήσει παράθεμα από ξένο κείμενο, απόφθεγμα, παροιμία ή ευθύς λόγος. Χρησιμοποιείται ακόμη στις περιπτώσεις που αναλύομε ή ερμηνεύομε κάτι που έχομε καταγράψει, π.χ.: Σκεπτόμουν καθαρά τούτο: θα εκτελέσω όσο μπορώ καλύτερα το χρέος μου.

Η λέξη ύστερ’ από τις δύο τελείες γράφεται με αρχικό γράμμα κεφαλαίο όταν οι δύο τελείες έχουν τη θέση τελείας.

Παύλα ( – )

= Alt+0150

 

Η παύλα δηλώνει αλλαγή του συνομιλητή σ’ ένα γραπτό κείμενο διαλόγου όταν δεν χρησιμοποιούνται εισαγωγικά.

Επίσης χρησιμοποιείται για να φανεί μεγαλύτερη η αντίθεση των προηγούμενων με τ’ ακόλουθα, π.χ.: Ξεκίνησαν – μα δε θα φτάσουν ποτέ!

Η χρήση της παύλας δείχνει απότομη αλλαγή ή ανακολουθία στη φράση, π.χ.: Είδα το Μιχάλη προχθές – ο Γιάννης ήταν στο τηλέφωνο.

Η παύλα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί στο τέλος μιας παραγράφου, αμέσως μετά την τελεία, δηλώνοντας ότι έχει ολοκληρωθεί ένα θέμα, μια νοηματική ενότητα. (Σημείωση: Από εδώ βγήκε και η φράση: «τελεία και παύλα», δηλαδή τελείωσε τελείως το ζήτημα.)

Επίσης, η παύλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάλογο, όταν διακόπτεται απότομα ο λόγος, σε αντίθεση με τα αποσιωπητικά, που δηλώνουν κυρίως: παύση, αποσιώπηση, αμηχανία κτλ.:
– Μπορώ να σας μιλή–
– Σταμάτα! Δεν σου επιτρέπω να μιλάς!

Παρένθεση [ ( ) ]

Διπλή παύλα ( – – )

Κοινό γνώρισμα και των δύο σημείων στίξης είναι ότι οι λέξεις που περικλείονται σ’ αυτά παρουσιάζουν, κατά τη γνώμη μας, λιγότερο ενδιαφέρον. Έχουν όμως και διαφορές μεταξύ τους, τις ακόλουθες:

Η παρένθεση χρησιμεύει για να περικλείσει και ν’ απομονώσει λέξη ή φράση ολόκληρη που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα, π.χ.: «Ο Όμηρος (Οδύσσεια 490) εξυμνεί τη ζωή.» «Το αυτοκίνητο (σαράβαλο) αγκομαχούσε στον ανήφορο…»

Παρένθεση χρησιμοποιούμε και μετά από μια περίοδο. Στις περιπτώσεις αυτές προηγείται άνω τελεία ή άλλο σημείο στίξης, π.χ.: «Θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν· (Μαβίλης).» «–Φοβάμαι κάτι χειρότερο! (φεύγουν από τη σκηνή).»

Η παρένθεση επίσης χρησιμεύει για να περικλείσει λέξεις ή φράσεις που μπορούν να παραλειφθούν. Αυτό συχνά το πετυχαίνομε και με τα κόμματα. Η παρένθεση πρέπει να χρησιμοποιείται στην περίπτωση αυτή, όταν τα παρένθετα λόγια αποχωρίζονται καθαρά στο νόημα και στη διατύπωση από το υπόλοιπο κείμενο και δεν υπάρχει σ’ αυτό λέξη που αναφέρεται στα λόγια μέσα στην παρένθεση.

Μέσα σε παρένθεση αναγράφονται οι παραπομπές: «Το γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί», είπε ο Παύλος· (Προς Κορινθίους Β’ 3.6).

Η παρένθεση μπορεί ν’ ακολουθεί ή και να έχει κατόπι της άλλη στίξη, ιδίως κόμμα. Μπορεί και ν’ αρχίζει με κεφαλαίο γράμμα. Η τελεία μπαίνει πριν κλείσει η παρένθεση όταν η παρένθεση αρχίζει με κεφαλαίο.

Η διπλή παύλα χρησιμοποιείται για να απομονωθεί μέρος της φράσης, όπως γίνεται και στην παρένθεση. Αυτό γίνεται ιδίως όταν όταν το μέρος αυτό δεν είναι τόσο δευτερότερο ώστε να κλειστεί σε παρένθεση. Το κλείσιμό του μέσα σε κόμματα θα μπορούσε να προκαλέσει ασάφεια, π.χ.: «Ο πατέρας μου –ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε– δεν ήθελε να με κάνει βοσκό.»

Αγκύλες [ ]

Χρησιμοποιούνται για ν’ απομονωθεί μια ένδειξη που βρίσκεται ήδη σε παρένθεση.

Εισαγωγικά ( « » )

« = Alt+0171

» = Alt+0187

‘ = Alt+0145

’ = Alt+0146

“ = Alt+0147

” = Alt+0148

„ = Alt+0132

 

Τα εισαγωγικά σημειώνονται στην αρχή και στο τέλος παραθεμάτων: Μου είπε: «Δε σε ξέρω καθόλου».

Επίσης όταν αναφέρομε λέξεις ή φράσεις που δεν ανήκουν στην κοινή γλώσσα ή που παίρνουν ένα ιδιαίτερο νόημα ή απόχρωση νοήματος στο λόγο μας: οι παλαιότεροι χρησιμοποιούσαν τη λέξη «σπουδαίος» με διαφορετικό νόημα· σήμαινε το μορφωμένο, το λόγιο.

Τίτλοι βιβλίων, θεατρικών έργων, ονόματα πλοίων, εφημερίδων, επιγραφές κτλ., τοποθετούνται μέσα σε εισαγωγικά.

Ύστερα από τα εισαγωγικά σημειώνεται, όταν χρειάζεται, η τελεία και η επάνω τελεία. Το κόμμα δε σημειώνεται, εκτός όταν με το κλείσιμο των εισαγωγικών τελειώνει φράση που απαιτεί κόμμα, π.χ.: «Είναι δυο η ώρα» είπε η Μαρία «τα μαγαζιά θα έχουν κλείσει».

Το ερωτηματικό και το θαυμαστικό σημειώνονται μέσα από τα εισαγωγικά του τέλους ( εκτός κι αν δεν ανήκουν στο κείμενο το κλεισμένο μέσα στα εισαγωγικά, και τότε μπαίνουν έξω από τα εισαγωγικά).

Όταν το κείμενο των εισαγωγικών συνεχίζεται και σε καινούργια παράγραφο, ξανασημειώνομε στην αρχή της τα εισαγωγικά του τέλους (»), ενώ η προηγούμενη παράγραφος κλείνει χωρίς εισαγωγικά.

Στη θέση των εισαγωγικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα παλιότερα πνεύματα δασεία και ψιλή, μονά ή διπλά ανεστραμμένα (‘ ’ ή “ ”), κυρίως όταν χρειάζεται να υπογραμμιστεί μια λέξη ή φράση, που βρίσκεται ήδη μέσα σε εισαγωγικά.

Όταν ένα τμήμα κειμένου που βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά περιλαμβάνει λέξεις ή προτάσεις που πρέπει να κλειστούν σε άλλα εισαγωγικά, τότε χρησιμοποιούμε τα «ανωφερή εισαγωγικά» ή «διπλά κόμματα» (“ ” ή “ „).

Τα εισαγωγικά δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν σε λέξεις που τυπώνονται με διαφορετική γραμματοσειρά. Αυτό συνήθως εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παράθεσης μίας λέξης ή ενός τίτλου βιβλίου κτλ.

Εισαγωγικά επίσης χρησιμοποιούμαι στους διαλόγους, όταν δεν γίνεται χρήση της παύλας (για να διακρίνονται τα πρόσωπα):
«Τι είναι η ζωή;» μονολόγησε ο γερο-Θόδωρος.
«Ένα ποτήρι νερό.» συμπλήρωσε ο Γιάννης.

Όταν στους διαλόγους χρησιμοποιούνται παύλες, παραθέτουμε σε εισαγωγικά τους εσωτερικούς διαλόγους· δηλαδή, τα λόγια που σκέφτονται ή ανακαλούν τα πρόσωπα των διαλόγων:
– Περάστε, κύριε Γιώργο. Εδώ έχει δροσιά.
«Είναι καλύτερα να περάσω τώρα» σκέφτηκε ο κυρ-Γιώργος.
–Φχαριστώ κυρα-Φρόσω, έρχομαι.

Ομοιωματικά ( » )

Σημειώνονται για να μην επαναληφθεί λέξη που γράφτηκε ακριβώς στο ίδιο σημείο της προηγούμενης σειράς γραπτού κειμένου.

Θαυμαστικό ( ! )

Χρησιμοποιείται ύστερα από ένα επιφώνημα ή μια έκφραση που δηλώνει θαυμασμό, προσταγή, χαρά, ελπίδα, φόβο, ένα ξαφνικό αίσθημα, πάθος ή άλλο συναίσθημα, π.χ.: Ζήτω! Μακάρι! Πήγαινε! Ντροπή! Ίσια το τιμόνι! πρόσταξε ο πατέρας.

Το θαυμαστικό που δηλώνει ειρωνεία ή που σημειώνεται για να υπογραμμιστεί κάτι απίστευτο ή ανόητο, και που αναφέρεται σε λέξη μόνο της πρότασης, το βάζομε σε παρένθεση, π.χ.: Λέει πως ανέβηκε σε μια ώρα(!) στον Όλυμπο.– Η Σούλα είναι σπουδαία(!) νοικοκυρά.

Σημειώνουμε θαυμαστικό και σε προτάσεις ερωτηματικού τύπου αλλά πραγματικά επιφωνηματικές, π.χ.: Που καταντήσαμε! Και πιστεύεις κι εσύ τέτοια πράματα!

Το θαυμαστικό σημειώνεται μέσα από τα εισαγωγικά όταν ανήκει στα λόγια που κλείνονται σ’ αυτά, και έξω από αυτά όταν ανήκει στο κείμενο που εισάγει τα ξένα λόγια, π.χ.: «Ζήτω η Ελλάδα!» βροντοφώναξε.– Και ποιος δε θυμάται του Λεωνίδα το «μολών λαβέ»!

Η λέξη ύστερα από θαυμαστικό (εκτός όταν αυτό συνοδεύει ένα επιφώνημα) γράφεται με κεφαλαίο στην αρχή. Συνεχίζομε με μικρό γράμμα, όταν η συνέχεια συνδέεται άμεσα με τα προηγούμενα: «Ίσια τα πανιά!» πρόσταξε ο καπετάνιος.

Όταν η επιφωνηματική πρόταση αρχίζει από επιφώνημα, παραλείπουμε συνήθως από αυτό το θαυμαστικό: Αχ, και να φυσούσε λίγο!

Τα επιφωνήματα που παρατείνουν το τελευταίο φωνήεν, γράφονται κιόλας έτσι, π.χ.: άαα! ήταν φανταστικό!, έεε! πρόσεχε!, ώωω! την πατήσαμε!, άααχ!, πωπώωω!, όφουουου!, όχουουου!, άουουου! κτλ.

Το θαυμαστικό και τα άλλα σημεία της στίξης:

Για το θαυμαστικό ισχύουν τα ίδια που ισχύουν για το ερωτηματικό.

Ερωτηματικό ( ; )

Τοποθετείται στο τέλος κάθε ευθείας ερωτηματικής πρότασης, π.χ.: Θα πάμε για καφέ;– Είναι καλός χτίστης ο Γιάννης;

Η πλάγια ερώτηση δε χρειάζεται ερωτηματικό, π.χ.: Με ρώτησε γιατί δεν τον περίμενα.– Δεν έμαθα που πήγε.

Τοποθετημένο μετά μια λέξη, σε παρένθεση, δηλώνει ειρωνεία ή αμφιβολία ή αμφισβήτηση, π.χ.: Περηφανευόταν πως ήταν ο καλύτερος(;) κυνηγός.

Σε σειρά από ερωτήσεις σημειώνεται το ερωτηματικό μόνο στην τελευταία, όταν οι ερωτήσεις απαιτούν την ίδια απάντηση: Θέλεις να μείνεις μόνος, να υποφέρεις, να καταντήσεις αλκοολικός; Αλλά: Γιατί άργησες; πού ήσουν; τι έκανες; (Παρατήρηση: στην περίπτωση μικρών προτάσεων δεν είναι αναγκαίο το πρώτο γράμμα μετά το ερωτηματικό να είναι κεφαλαίο. Αλλά: Μάνα τι έχεις και βογκάς; Τι κακό σου ‘καμε ο γιος σου; Σε παράκουσε, λόγο σου αντιγύρισε ποτέ;

Οι διμερείς (ή πολυμερείς) ερωτήσεις παίρνουν ερωτηματικό στο πρώτο μέρος και τελεία στο δεύτερο, που διαζευγνύετε από το πρώτο, π.χ.: Έρχεσαι σα φίλος; ή σαν εχθρός.– Αυτό είναι κουνουπίδι; είναι λάχανο; ή είναι μπρόκολο.

Το ερωτηματικό σημειώνεται μέσα από τα εισαγωγικά όταν ανήκει στα λόγια που κλείνονται σ’ αυτά, και έξω από αυτά όταν ανήκει στο κείμενο που εισάγει τα ξένα λόγια, π.χ.: «Πού πάμε;» βροντοφώναξε.– Ποιος είπε το «μολών λαβέ»;

Η λέξη ύστερα από ερωτηματικό γράφεται με κεφαλαίο στην αρχή. Συνεχίζομε με μικρό γράμμα, όταν η συνέχεια συνδέεται άμεσα με τα προηγούμενα: «Είστε καλά;» ξαναρώτησε και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Το ερωτηματικό και τα άλλα σημεία της στίξης:

  • Δεν μπαίνει ποτέ κόμμα μετά από ερωτηματικό: – Πάλι πήρες άδεια από τη σημαία; με ρώτησε γελώντας πονηρά.
    Παρατήρηση: η ίδια πρόταση μπορεί να γραφεί ισοδύναμα με τη χρήση του κόμματος, αλλά χρησιμοποιώντας εισαγωγικά: «Πάλι πήρες άδεια από τη σημαία;» με ρώτησε γελώντας πονηρά.
  • Το ερωτηματικό σημειώνεται μέσα στην παρένθεση, στα εισαγωγικά, τις διπλές παύλες κτλ., μόνον όταν ολόκληρη η ευθεία ερώτηση είναι παρενθετική: Μας άφησε να σκεφτόμαστε διάφορα (μήπως ήταν κι η πρώτη φορά;), πριν μας εξηγήσει …
  • Όταν υπάρχουν αποσιωπητικά, το ερωτηματικό σημειώνεται πριν από αυτά:
    – Είναι λογικό να μη μας λέει τίποτα;
  • Όταν υπάρχουν εισαγωγικά, το ερωτηματικό μπαίνει μέσα σ’ αυτά, εκτός κι αν δεν ανήκει στο κείμενο που βρίσκεται μέσα σ’ αυτά: «Τι καιρό κάνει σήμερα;» με ρώτησε η Μαρία.
    Αλλά: Σε ρώτησε πράγματι «Τι καιρό κάνει σήμερα;»; Η Μαρία με ρώτησε: «Τι καιρό κάνει σήμερα;».

Αποσιωπητικά ( … )

Τα αποσιωπητικά σημειώνονται όταν δεν τελειώνουμε τη φράση. Επίσης όταν σε παράθεμα από συγγραφέα παραλείπομε ένα τμήμα φράσης ή και φράσεις ολόκληρες· στις περιπτώσεις αυτές τα αποσιωπητικά τοποθετούνται μέσα σε αγκύλες: Για την απάντηση στο ερώτημα των εξετάσεων, δείτε στη σελίδα 41 του βιβλίου την παράγραφο: «Από τη σοβαρότητα […] είναι επανάσταση των ιδεών.».

Με τα αποσιωπητικά δηλώνεται επίσης θαυμασμός, ειρωνεία, συγκίνηση, φόβος, δισταγμός, ντροπή, περιφρόνηση, απειλή κτλ., για όσα θα σημειωθούν αμέσων κατόπιν, π.χ.: «Μην ξανάρθεις αδιάβαστος, γιατί…» «Κι έπειτα… έπειτα όλα τέλειωσαν.»

Aποσιωπητικά σημειώνομε, σ’ ορισμένες περιπτώσεις, και μετά από θαυμαστικό ή ερωτηματικό, στις περιπτώσεις αυτές δείχνουν ένα σταμάτημα στην ομιλία, π.χ.: «Και τι δε θα ‘κανα! … Φτάνει να μ’ άφηνες.» «Πώς μας θωρείς ακίνητος; …»

Αποσιωπητικά χρησιμοποιούμε και στην περίπτωση δισταχτικής ομιλίας, χωρίς ν’ αποσιωπούμε τίποτα, προκειμένου να τονιστούν εκείνα που θ’ ακολουθήσουν.

Σταυρός ( † )

† = Alt+0134

 

Συχνά συνοδεύει τη χρονολογία θανάτου ενός προσώπου.

Αστερίσκος ( * )

Στο τέλος μιας λέξης δηλώνει παραπομπή σε υποσημείωση κειμένου. Σε φιλολογικά κείμενα στην αρχή μια λέξης δηλώνει ότι η λέξη είναι υποθετική. Κοντά σε μια χρονολογία δηλώνει τη γέννηση ενός προσώπου.

Ενωτικό ( – )

Βάζουμε ενωτικό στο τέλος της αράδας όταν η λέξη δε χωράει ολόκληρη και θα πρέπει να συλλαβιστεί.

Σημειώνεται ενωτικό συνήθως σε μακρόσυρτες συνθέσεις λέξεων: κοινωνικο-οικονομικός. Απαραίτητο είναι όταν σε περίπτωση βραχυλογίας χρησιμοποιούνται δύο παράλληλες λέξεις: πρωί-βράδυ, μέρα-νύχτα.

Βάζουμε ενωτικό ύστερα από τα προταχτικά: αγια-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-, όταν πάνε μπροστά από κύριο όνομα, π.χ.: αγια-Μαρίνα, αϊ-Γιώργης, γερο-Δήμος, κυρα-Ρήνη, μαστρο-Νικόλας, μπαρμπα-Γιάννης, παπα-Κωστής κτλ. Οι προταχτικές λέξεις δεν παίρνουν τόνο.

Χρησιμοποιούμε ενωτικό στην απαρίθμηση ή παράθεση σταθμών δρομολογίων, π.χ.: Η γραμμή Ηρακλείου – Χανίων. Το ταξίδι Πειραιά – Ηράκλειο διαρκεί δέκα ώρες.

Τοποθετούμε ενωτικό στα σύνθετα παραθετικά, δηλαδή σε ονοματικά σύνολα που αποτελούνται από δύο ομοιόπτωτες λέξεις με ιδιαίτερη σημασιολογική σημασία, π.χ.: ταξίδι-αστραπή, λέξη-κλειδί, πλοίο-φάντασμα κτλ.

Στις περιπτώσεις ελληνικών ή ξενικών κυρίων ανθρωπονυμικών ονομάτων που αποτελούνται από δύο μικρά ονόματα, σημειώνεται το ενωτικό μόνο όταν χρησιμοποιούνται και τα δύο μαζί για να προσδιορίσουν τον ίδιο άνθρωπο: Ζακ-Υβ Κουστό, Αντρέ-Μαρί Αμπέρ, Άννα-Μαρία κτλ. Αντίθετα, όταν υπάρχουν δύο μικρά ονόματα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, τότε το ενωτικό δε σημειώνεται: Αντώνιος Εμμανουήλ Κατακουζηνός, Ηλέκτρα Ελένη Μαυρογένη· αλλά, Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης.

Το ενωτικό χρησιμοποιείται σ’ όλες τις περιπτώσεις των ελληνικών ονομάτων με δύο επώνυμα: Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Κατερίνα Περισυνάκη-Κουτρούλη.

Βάζουμε ενωτικό σε εμπορικούς τίτλους ή επωνυμίες επιχειρήσεων, π.χ.: Αγραφιώτης – Πουρνάρας και Σία.

Το ενωτικό σημειώνεται στο τέλος ή στην αρχή ενός γλωσσικού τύπου, για να δειχτεί πως αυτός δε γράφεται ολόκληρος: μονο-, δηλαδή λέξεις που αρχίζουν από το μονο.

Σημειώνουμε το ενωτικό σε φράσεις που λειτουργούν ως ένα όνομα: το σ’ αγαπώ-σε-μισώ, ο φίλος μου ο Αυτός-που-γίνεται-τύφλα κτλ.

Δεν παίρνουν ενωτικό τα κυρ, πάτερ και καπετάν, π.χ:: ο κυρ Αντώνης, ο πάτερ Γεώργιος, ο καπετάν Μιχάλης κτλ.

Το ενωτικό ανάμεσα σε όμοιες λέξεις συνήθως αποφεύγεται, π.χ.: Προχώρα σιγά σιγά. Περπατούσαμε άκρη άκρη στο δρόμο.

Υποδιαστολή ( , )

Σημειώνεται στην αναφορική αντωνυμία ό,τι (= καθετί) και στο χρονικό σύνδεσμο ό,τι (= μόλις): ό,τι μου πεις θα το κάμω.– Ό,τι ήρθε.

Σ’ ένα δεκαδικό αριθμό χωρίζει το ακέραιο μέρος από το δεκαδικό: (3,14).

Απόστροφος ( ‘ )

Σημειώνεται στην έκθλιψη: απ’ αυτά· στην αφαίρεση: μου ‘πε· στην αποκοπή: φέρ’ το.

Παράγραφος ( § )

§ = Alt+0167

 

Δηλώνεται μικρή διακοπή στο λόγο, ιδίως όταν ο λόγος προχωρεί σε διαφορετικό κύκλο ιδεών. Η έναρξη παραγράφου δηλώνεται με αλλαγή σειράς, και το ξεκίνημα της γραφής λίγο πιο μέσα από τη συνηθισμένη αρχή της σειράς.

Συν, πλην ( ± )

± = Alt+0177

 

Όταν βρίσκεται κοντά σε μια χρονολογία, σημαίνει το περίπου, τη μη βεβαιότητα σε σχέση με τη χρονολογία.

Αριθμοί και σημεία στίξης

Το κόμμα χρησιμοποιείται για να χωρίζει τις ακέραιες μονάδες από το δεκαδικό μέρος του αριθμού. Οι πολυψήφιοι αριθμοί παριστάνονται ανά ομάδες τριών ψηφίων· κάθε ομάδα τριών ψηφίων χωρίζεται από την προηγούμενη ή την επόμενη με σταθερό ημιδιάστημα (Ctrl + Shift + Space). Τα δεκαδικά ψηφία δεν χωρίζονται μεταξύ τους. Εναλλακτικά, στη θέση του ημιδιαστήματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί η τελεία. Για παράδειγμα:

Η απόσταση μεταξύ αυτών των δύο περιοχών είναι 1 256 456,1256 μέτρα. Το βάρος του χαμένου φορτίου ήταν 2.526.253,145 κιλά.

Ο διαχωρισμός σε ομάδες των τριών ψηφίων δεν συνηθίζεται στην περίπτωση των χρονολογιών. Για παράδειγμα:

Η Επανάσταση του 1821. Η καταστροφή του συντελέστηκε το 4500 π.Χ. Η περιοχή κατοικήθηκε πολύ πριν το 10500 π.Χ.

 
               
               
               
               
               
               
 

 

Πηγές:

1. Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας, επιμ. Άννα Ιορδανίδου, εκδόσεις Πατάκη.
2. Χανδριώτης, Ελλάδιος, Προφορά και στίξη, Λευκωσία 1972.
3. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Θεσσαλονίκη 1973.
4. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης.
5. Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Διοργανικό εγχειρίδιο σύνταξης κειμένων, http://eur-op.eu.int/general/el/code_el.htm
6. Σακελλαρίου, Χάρης, Κλιτικό λεξικό δημοτικής, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
7. Κριαράς Εμμανουήλ, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών.

 

 

Advertisements

5 thoughts on “Σημειώσεις φιλολογικών μαθημάτων και On-line καθοδήγηση αποκλειστικά για τη διευκόλυνση «χαμένων στη μετάφραση» μαθητών και σχετική θεματολογία

  1. θα σας παρακαλούσα να με πληροφορήσετε αν τα θηλυκά ουσιαστικά που τονίζονται στην προπαραλήγουσα, έχουν γενική πληθυντικού. π.χ. η ζάχαρη, η θύμηση, η κίνηση, η κάμαρη..
    ευχαριστώ

  2. Καλησπέρα….Ευχαριστούμε για τις διευθύνσεις. Αν θέλεις μπορούμε να σου στείλουμε με τη σειρά μας κάποιες που έχουμε ανακαλύψει κ εμείς, αλλά δεν έχουμε προλάβει ακόμη να κοινοποιήσουμε…Κράτα επαφή!

  3. Για κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων κοιτάξτε στις διευθύνσεις:
    http://hodoi.fltr.ucl.ac.be/concordances/
    http://remacle.org/bloodwolf/textes/index.htm

    Υπάρχουν κι άλλες, αλλά αυτές είναι πιο ενημερωμένες. Εγώ από εκεί κατεβάζω πάντως τα κείμενα που χρειάζομαι. Για ρητορικά κείμενα ψάχνω και στο http://web.auth.gr/piramatiko/init_gr.html

    Ελπίζω να βοήθησα

  4. Kαλησπέρα συνάδελφε και ευχαριστούμε για τα καλά σου λόγια! Νομίζω υπάρχει στο blog το αρχείο που ψάχνεις. Θα το ανεβάσω όμως ξανά, γιατί το blog χρειάζεται λίγη «ταχτοποίηση»!Καλημέρα….

  5. Καλησπέρα! Ομολογώ ότι ενθουσιάστηκα με τη σελίδα σας και θα ήθελα να ζητησω μία μικρή βοήθεια. Αν και είμαι φιλόλογος δε γνωρίζω πού και αν μπορώ να βρω τα Ελληνικά (Ξενοφών) σε ηλεκτρονική μορφή. Θα εκτιμούσα κάθε απάντηση…

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s